- Η αρχική άρνηση του Γερμανού υπουργού Πολιτισμού Βόλφραμ Βάιμερ για τη διεύρυνση της Εθνικής Βιβλιοθήκης στη Λειψία με ψηφιακά μέσα πυροδότησε συζήτηση για την αξία του παραδοσιακού βιβλίου στην ψηφιακή εποχή.
- Η ψηφιακή πραγματικότητα προσφέρει αφθονία πληροφοριών, αλλά προκαλεί υπερφόρτωση και έλλειψη χρόνου για βαθιά κατανόηση και συγκέντρωση.
- Τα βιβλία προσφέρουν έναν αντίποδα στον ψηφιακό θόρυβο, απαιτώντας χρόνο και αφοσίωση, χωρίς να εξαρτώνται από τεχνολογικές υποδομές όπως μπαταρίες ή ρεύμα.
Στο διαδίκτυο διαβάζουμε όλο και περισσότερα, αλλά κατανοούμε όλο και λιγότερα. Η παραδοσιακή ανάγνωση προσφέρει ηρεμία και περισυλλογή. Μία εισήγηση υπέρ του βιβλίου.Έντονη κριτική δέχθηκε πρόσφατα ο Γερμανός υπουργός Πολιτισμού Βόλφραμ Βάιμερ, όταν απέρριψε την επέκταση της Γερμανικής Εθνικής Βιβλιοθήκης στη Λειψία με το επιχείρημα ότι, με δεδομένη την πρόοδο της τεχνολογίας, θα αρκούσε μία ψηφιακή αρχειοθέτηση. Στο μεταξύ ο υπουργός φαίνεται πως έχει αλλάξει γνώμη, ωστόσο η αρχική του τοποθέτηση πυροδοτεί εκ νέου μία συζήτηση για την αξία του βιβλίου στην ψηφιακή εποχή.
Από έλλειψη κειμένων και πληροφοριών δεν πάσχουμε, αυτό είναι βέβαιο. Το αντίθετο μάλλον συμβαίνει: Ζούμε σε μία εποχή, στην οποία οι πληροφορίες μας σφυροκοπούν με καταιγιστικούς ρυθμούς. Είμαστε αφοσιωμένοι στο κινητό τηλέφωνο, ενώ παράλληλα μπορεί να παίζει το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση, ο γείτονας να μας πιάνει κουβέντα, ο καλύτερός μας φίλος να στέλνει μηνύματα, να μας πολιορκούν podcasts, αναρτήσεις, σχόλια και e-mails, να εμφανίζονται μπροστά μας οι νεότερες ειδήσεις σε πραγματικό χρόνο, παντού και πάντοτε, χωρίς διακοπή. Το μόνο που λείπει είναι ο χρόνος για να ασχοληθούμε ουσιαστικά, για να εντρυφήσουμε σε μία σκέψη, σε μία πληροφορία.
Τα βιβλία εκφεύγουν από αυτούς τους καταιγιστικούς ρυθμούς. Απαιτούν χρόνο και αφοσίωση. Ένα βιβλίο επιβάλλεται με τη μορφή του, με το βάρος του, με το μέγεθός του που είναι μεγαλύτερο από ένα smartphone. Ένα βιβλίο δεν χρειάζεται μπαταρία, ούτε ρεύμα για να υπενθυμίσει την παρουσία του.
Μία «ανώτερη κατηγορία»
Στο δοκίμιό του «Η τέχνη της ανάγνωσης» ο Γερμανός συγγραφέας και τεχνοκριτικός Φρανκ Μπέρτσμπαχ περιγράφει την ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το βιβλίο, επισημαίνοντας ότι «τα βιβλία αποτελούν την ανώτερη κατηγορία της δημιουργίας» καθώς «είναι μία απόλαυση για τις αισθήσεις. Έχουν δική τους οσμή, προσφέρουν απτική εμπειρία, στην οποία αντιδρούμε με έναν συνδυασμό συναισθήματος και νόησης».
Δεν είναι μόνο η πλοκή της ιστορίας που μας συναρπάζει στο βιβλίο, είναι η συνολική εμπειρία. Όταν κρατάμε στο χέρι ένα βιβλίο, νιώθουμε ότι το κρατάμε. Κάποιες σελίδες είναι λίγο πιο λεπτές, ακόμα και το απλό ξεφύλλισμα εντείνει την απτική επαφή. Τη συνολική εμπειρία της ανάγνωσης συμπληρώνουν οι αισθήσεις της όρασης και της όσφρησης. Ανοίγουμε ένα βιβλίο και νιώθουμε ότι σταματάμε τον χρόνο, έστω για λίγο, κάτι που αποτελεί πολυτέλεια στις μέρες μας.
Μία συνειδητή απόλαυση
Είναι κάτι παρόμοιο με την εμπειρία που προσφέρει ένας δίσκος βινυλίου. Τον βγάζουμε από τη θήκη του χωρίς βιασύνη, τον τοποθετούμε στο πικάπ, ισορροπούμε με προσοχή τη βελόνα μέχρι να ακουστούν οι πρώτοι ήχοι. Όλη αυτή η διαδικασία μας επιτρέπει να απολαύσουμε πιο συνειδητά τη μουσική από την αναπαραγωγή μίας playlist μέσω bluetooth.
«Σε μία εποχή που αλγόριθμοι καθορίζουν την πλοκή του βιβλίου, αποτελεί επαναστατική πράξη να διαβάζεις κλασική λογοτεχνία του 19ου αιώνα» μας επισημαίνει η «Τέχνη της ανάγνωσης». Ανάρμοστη φαντάζει η ιδέα να μεταφέρεις τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμιλι Μπροντέ ή την «Έφη Μπριστ» του Τέοντορ Φοντάν σε ψηφιακές συσκευές. Η ομορφιά της γλώσσας, η επιλογή των λέξεων, η σύνταξη των προτάσεων μας μεταφέρουν σε ένα παρελθόν, στο οποίο ο κόσμος ήταν πιο σιωπηλός, η ζωή κυλούσε με λιγότερο φρενήρεις ρυθμούς και οι σκέψεις έβρισκαν πιο πολύ χώρο για να αναπτυχθούν.
Αλλά και τα σύγχρονα μυθιστορήματα δεν διαβάζονται «παρεμπιπτόντως». Κρίμα είναι να στριμώχνονται βιαστικά ανάμεσα σε δύο ραντεβού για να διαβαστούν επιφανειακά. Το ίδιο ισχύει για τα non-fiction βιβλία, που βασίζονται σε εμπεριστατωμένη έρευνα και εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας. Ένα βιβλίο δεν μας εμπλέκει σε συζητήσεις τις οποίες ούτως ή άλλως δεν επιδιώκουμε – σε αντίθεση με μία οποιαδήποτε ανάρτηση στο Instagram.
Χώρος πνευματικής ανάτασης
Όπως και το κάθε βιβλίο, έτσι και ο χώρος μίας βιβλιοθήκης είναι συνώνυμο της πνευματικής ανάτασης. Μπαίνοντας σε αυτόν τον ναό της ανάγνωσης, μας περιβάλλει σιωπή. Ακούγεται μόνο κανένας ψίθυρος και το θρόισμα των σελίδων, κάθε τόσο κάποιος μετακινεί την καρέκλα του ή μία σανίδα τρίζει. Μία ιδιαίτερη καταπραϋντική μυρωδιά διαχέεται στον χώρο.
Φαίνεται ότι ο χρόνος έχει σταματήσει για λίγο. Και για να συμβεί αυτό, έχουμε σχηματίσει μία μικρή συνομωτική συντροφιά με όλους τους άλλους που ξεφυλλίζουν παλαιά και νέα βιβλία, περιοδικά ή φωτογραφικά λευκώματα. Με όλους όσοι πιστεύουν ότι εδώ θα βρουν περισσότερες απαντήσεις από αυτές που προσφέρει το Ίντερνετ.
Αντίστοιχη εμπειρία βιώνουμε όμως και στο σπίτι, μπροστά στα ράφια της ατομικής βιβλιοθήκης. Οι πολύχρωμες ράχες των βιβλίων αντανακλούν τη δική μας σκέψη, τη δική μας προσωπική ανάπτυξη, είτε πρόκειται για φθαρμένα βιβλία τσέπης είτε για προσεκτικά επιλεγμένες νέες κυκλοφορίες. Κάποια τα έχουμε διαβάσει πολλές φορές, άλλα περιμένουν υπομονετικά να ολοκληρώσουμε την ανάγνωση.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη διαφορά με τον ψηφιακό κόσμο. Ένα βιβλίο δεν εξαφανίζεται, ένα βιβλίο έρχεται για να μείνει. Κάποια στιγμή θα καταφύγουμε και πάλι στις σελίδες του. Από περιέργεια, από νοσταλγία ή απλά και μόνο επειδή βρίσκεται μπροστά μας.
Επιμέλεια: Γιάννης Παπαδημητρίου
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.