Αναβιώνει η πετρελαϊκή κρίση του ´70;

Ο πόλεμος απειλεί να προκαλέσει ενεργειακή κρίση αντίστοιχη με τις πετρελαϊκές κρίσεις του '70, με ελλείψεις και εκτόξευση τιμών. Ο επικεφαλής του ΙΕΑ προειδοποιεί για επιπτώσεις χειρότερες από το 1973 και το 1979, θέτοντας θέμα επάρκειας και τιμών.

Ενεργειακή κρίση δεκαετίας 1970
Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI toggle
  • Φατίχ Μπιρόλ, πρόεδρος του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ), προειδοποιεί για τη μεγαλύτερη απειλή στην ιστορία της ενεργειακής ασφάλειας, με μείωση της παραγωγής πετρελαίου κατά 11 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, που υπερβαίνει τις κρίσεις του 1973 και 1979.
  • Η παράταση του πολέμου στη Μέση Ανατολή επηρεάζει σοβαρά την αγορά ενέργειας, προκαλώντας ανησυχίες για ενεργειακή κρίση παρόμοια με τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1970, οι οποίες είχαν οδηγήσει σε στασιμοπληθωρισμό και μέτρα λιτότητας στη Δύση.
  • Οι προβλέψεις για το φυσικό αέριο είναι επίσης αρνητικές, υποδηλώνοντας σοβαρά προβλήματα όχι μόνο στην επάρκεια αλλά και στις τιμές των ενεργειακών πόρων.

Η παράταση του πολέμου προκαλεί ανησυχίες για ενεργειακή κρίση παρόμοια με εκείνη του ´70, όταν η οικονομία εγκλωβιζόταν στον στασιμοπληθωρισμό. Ρεαλιστικό σενάριο;Θα δούμε ξανά πεζούς να κόβουν βόλτες σε «στοιχειωμένους» γερμανικούς αυτοκινητόδρομους, στους οποίους κανείς δεν κυκλοφορεί ελλείψει καυσίμων; Οι δραματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ανακαλούν μνήμες από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979, όταν οι αραβικές χώρες-μέλη του OPEC είχαν μειώσει την παραγωγή πετρελαίου, με αποτέλεσμα οι τιμές των καυσίμων να εκτοξευθούν σε δυσθεώρητα ύψη. Πολλές δυτικές χώρες είχαν αναγκαστεί να λάβουν μέτρα λιτότητας, περιορίζοντας ακόμη και την κίνηση στους αυτοκινητόδρομους.

«Βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη απειλή για την ενεργειακή ασφάλεια στην ιστορία της ανθρωπότητας» προειδοποιεί ο Φατίχ Μπιρόλ, πρόεδρος του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ). Κατά την άποψή του, οι αρνητικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν ήδη ξεπερνούν τις επιπτώσεις των κρίσεων του 1973 και του 1979, καθώς, «σήμερα η μείωση της παραγωγής φθάνει τα 11 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα», ενώ τόσο το 1973 όσο και το 1979 οι ελείψεις υπολογίζονταν σε περίπου πέντε εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Εξίσου απαισιόδοξες είναι οι προβλέψεις για το φυσικό αέριο.



Πρόβλημα επάρκειας ή τιμών;

Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει ήδη μειώσει κατά 8% την προσφορά στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, επισημαίνει στην Deutsche Welle ο Κλάους Γιόυργκεν Γκερν, αναλυτής στο Ινστιτούτο Διεθνούς Οικονομίας του Κιέλου. Κατά συνέπεια, το σημερινό σοκ αξιολογείται ως ακόμη πιο έντονο από το 1973, όταν η προσφορά μειώθηκε κατά 5%. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και το 1979.

Η διαφορά είναι ότι την εποχή εκείνη παρατηρήθηκε πολύ πιο απότομη άνοδος των τιμών. «Από το 1973 ως το 1974 η τιμή του πετρελαίου τετραπλασιάστηκε, ενώ το 1979 τριπλασιάστηκε εκ νέου» λέει ο Γερμανός οικονομολόγος. Παρότι δε το (αραβικό) εμπάργκο του πετρελαίου τερματίστηκε στις αρχές του 1974 και η συνολική παραγωγή αυξήθηκε, οι χώρες-μέλη του OPEC διατήρησαν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα μέχρι το τέλος της δεκααετίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διεθνή οικονομία.

Σήμερα είναι διαφορετικά τα πράγματα. «Τιμές πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι έχουμε ξαναδεί» λέει ο Γιούργκεν Γκερν, για παράδειγμα «όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, αλλά και το 2007, το 2008 ή το 2011, κατά συνέπεια δεν βιώνουμε κάτι πρωτοφανές». Μία βασική διαφορά είναι επίσης, σύμφωνα με τον Γερμανό αναλυτή, ότι οι σημερινές ελλείψεις αποδίδονται αποκλειστικά σε μείωση της προσφοράς λόγω Ορμούζ και όχι στην καταστροφή πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Κατά συνέπεια, όλοι ελπίζουν ότι αμέσως μετά τον τερματισμό του πολέμου οι τιμές θα επανέλθουν πολύ γρήγορα σε ομαλά επίπεδα. Στο ίδιο μήκος κύματος, οι αναλυτές της Deutsche Bank Research επισημαίνουν ότι «οι αγορές εξακολουθούν να μην προεξοφλούν ένα πιο ισχυρό πετρελαϊκό σοκ».

Ανησυχία για τις ενεργειακές υποδομές

Ωστόσο, οι ιρανικές επιθέσεις έχουν ήδη προκαλέσει κάποιες ζημιές, έστω και περιορισμένης έκτασης. Ο Γιούργκεν Γκερν κάνει λόγο για 40 επιθέσεις σε εννέα διαφορετικές χώρες, όπου έχουν προκληθεί βλάβες σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις. Εικάζεται ότι σε κάποιες περιπτώσεις θα χρειαστούν «τουλάχιστον έξι μήνες, ίσως και περισσότερο» για την αποκατάστασή τους, επισημαίνει ο επικεφαλής της ΙΕΑ στους Financial Times.

Το θετικό στοιχείο είναι ότι σήμερα υπάρχει πολύ μεγαλύτερη διαφοροποίηση στην αγορά σε σύγκριση με το 1973. Την εποχή εκείνη οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του OPEC εκπροσωπούσαν πάνω από το 50% της συνολικής παραγωγής αργού πετρελαίου, ενώ σήμερα το μερίδιό τους έχει μειωθεί στο 36%. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν αυξήσει αισθητά την παραγωγή τους σε σχέση με τη δεκαετία του ´70.

Βοηθούν τα στρατηγικά αποθέματα

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι έχει αυξηθεί και η παγκόσμια ζήτηση, η οποία με τη σειρά της ανεβάζει την προσφορά. Ενώ το 1973 η προσφορά δεν ξεπερνούσε τα 60 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, το 2022 αυξήθηκε στα 94 εκ. βαρέλια. Για να μην διαταραχθεί το κομμάτι της προσφοράς, πολλές χώρες έχουν φροντίσει να εξασφαλίσουν στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, τα οποία έφτασαν τα 8,3 δισεκατομμύρια βαρέλια τον Φεβρουάριο του 2021, σύμφωνα με τον ΙΕΑ.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, αλλά και με τη χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων στο ρωσικό και στο ιρανικό (!) πετρέλαιο, αντισταθμίζονται εν μέρει οι απώλειες. Σύμφωνα με την Commerzbank Research, τα στρατηγικά αποθέματα είναι εκείνα που αποτρέπουν επί του παρόντος ένα ακόμη μεγαλύτερο «άλμα» στις τιμές του πετρελαίου.

«Αν συνυπολογίσουμε τα αποθέματα του ΟΟΣΑ, οι απώλειες τηα παραγωγής στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούν αν αντισταθμίζονται για περίπου εννέα μήνες» λέει στην Deutsche Welle ο Κάρστεν Φριτς, αναλυτής της Commerzbank. Σημαντικά στρατηγικά αποθέματα διαθέτει πλέον και η Κίνα.

Το πρόβλημα είναι βέβαια ότι κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει αυτός ο πόλεμος. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει ότι έχουν αρχίσει «εποικοδομητικές διαπραγματεύσεις» με την Τεχεράνη, κάτι που ωστόσο η ίδια διαψεύδει. Ακόμη και αν δεν ευσταθεί λοιπόν η σύγκριση με τη δεκαετία του ´70, ο οικονομολόγος Γιούργκεν Γκερν εκτιμά ότι «δύο πράγματα θα συμβούν: βραχυπρόθεσμα ο πληθωρισμός θα αυξηθεί και η βιομηχανική παραγωγή θα μειωθεί».

Επιμέλεια: Γιάννης Παπαδημητρίου

Πηγή: Deutsche Welle
9 0 Bookmark