- Ο Τζον Σλέσιντζερ, σημαντική προσωπικότητα του βρετανικού Free Cinema και μεταρρυθμιστής του Χόλιγουντ τη δεκαετία του '60, δημιούργησε το κλασικό αριστούργημα «Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου», που του χάρισε Όσκαρ και BAFTA σκηνοθεσίας.
- Πρωτοπόρος στη μεταφορά πνεύματος αμφισβήτησης στο Χόλιγουντ, ο Σλέσιντζερ έφερε προκλητικά θέματα στο προσκήνιο και εμβάθυνε στους πολύπλοκους χαρακτήρες των ταινιών του, ενώ παράλληλα εργάστηκε σε μεγάλες δημοφιλείς παραγωγές.
- Προτάθηκε δύο επιπλέον φορές για Όσκαρ σκηνοθεσίας, βραβεύτηκε με Χρυσές Σφαίρες και επηρέασε την κινηματογραφική σκηνή, με τέσσερις ταινίες του να συμπεριλαμβάνονται στις 100 καλύτερες βρετανικές ταινίες του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου.
Βαρύ όνομα, ηγετική φυσιογνωμία του περίφημου βρετανικού Free Cinema και συνάμα από τους αναμορφωτές του Χόλιγουντ στην ταραχώδη δεκαετία του ‘60, ο Τζον Σλέσιντζερ, θα αφήσει ένα σπουδαίο αποτύπωμα στον παγκόσμιο κινηματογράφο, παραδίδοντας ορισμένες σπουδαίες ταινίες και βεβαίως το ιδιαιτέρως τολμηρό, για την εποχή του, κλασικό αριστούργημα «Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου», το οποίο του χάρισε το Όσκαρ και ένα BAFTA σκηνοθεσίας.
Ο σπουδαίος Άγγλος σκηνοθέτης, ήταν ένας από τους ελάχιστους δημιουργούς, που κατάφερε να μεταφέρει στο Χόλιγουντ το πνεύμα αμφισβήτησης, να φέρει στο προσκήνιο προκλητικά θέματα, με τη βαθιά ενδοσκόπηση των πολύπλοκων χαρακτήρων των ταινιών του, κάτι που δεν τον εμπόδισε να εργαστεί σε δημοφιλείς μεγάλες παραγωγές, όπως και το θάρρος του να δηλώσει την ομοφυλοφιλία του.
Ο Τζον Σλέσιντζερ, που εκτός από τον κινηματογράφο, σκηνοθέτησε και στο θέατρο, αλλά και στην τηλεόραση, θα προταθεί ακόμη δυο φορές για το Όσκαρ σκηνοθεσίας, θα βραβευτεί στα κορυφαία φεστιβάλ και με Χρυσές Σφαίρες, θα αναδείξει το ταλέντο ηθοποιών, που έγιναν κορυφαίοι πρωταγωνιστές, ενώ τέσσερις από τις ταινίες του βρίσκονται στη λίστα με τις 100 καλύτερες βρετανικές ταινίες του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου.
Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του (16 Φεβρουαρίου 1926), θα θυμηθούμε τη δημιουργική πορεία του στο σινεμά, τις κορυφαίες στιγμές του, αλλά και γιατί η σκηνοθετική του ματιά, η δεξιοτεχνία του και η τόλμη του τον κατέστησαν έναν από τους σημαντικότερους και θαρραλέους δημιουργούς του 20ου αιώνα.
Η ξένοιαστη ζωή και οι καλλιτεχνικές ανησυχίες
Ο Τζον Σλέσιντζερ, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Χάμπστεντ του Λονδίνου στις 16 Φεβρουαρίου του 1926 και ήταν το μεγαλύτερο παιδί από τα πέντε αδέλφια του. Ο πατέρας του διακεκριμένος παιδίατρος, που υπηρέτησε στο Βασιλικό Ιατρικό Σώμα του Στρατού και η μητέρα του, κόρη πλούσιου χρηματιστή, θα του εξασφαλίσουν μία ξένοιαστη ζωή και καλές σπουδές. Θα εγκαταλείψει το σχολείο στα 14 χρόνια του, για να σπουδάσει στο Trinity College of Music και αργότερα, στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για τρία χρόνια. Στη συνέχεια, θα καταταχθεί στον Βρετανικό Στρατό, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου κι ενώ υπηρετούσε γύριζε ταινίες από την πρώτη γραμμή του μετώπου. Μετά τη θητεία του θα συνεχίσει να γυρίζει ταινίες μικρού μήκους και να παίζει σε θεατρικές παραγωγές.
Από τα ρολάκια στην κατάκτηση του Χρυσού Λέοντα
Τη δεκαετία του ‘50, θα μπει επαγγελματικά στον κινηματογράφο, παίζοντας ρολάκια σε βρετανικές ταινίες και τηλεοπτικές παραγωγές του BBC, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι αυτό που τον εξέφραζε καλύτερα ήταν η σκηνοθεσία. Έτσι, άρχισε με ντοκιμαντέρ μικρού μήκους και συνέχισε σκηνοθετώντας τηλεοπτικές σειρές. Το 1961, θα κάνει την πρώτη του επιτυχία, με το έξοχο ντοκιμαντέρ «Terminus», που του χάρισε τον Χρυσό Λέοντα στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας και ένα βραβείο BAFTA (τα Όσκαρ της βρετανικής κινηματογραφίας).
Ενθαρρυντικό ντεμπούτο
Το 1962, θα γυρίσει την πρώτη του ταινία μυθοπλασίας, το αρκούντως ενδιαφέρον και εξόχως ενθαρρυντικό, για έναν πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη, αισθηματικό δράμα «Η Αμαρτία μίας Νύχτας», με τον Άλαν Μπέιτς, όπου είναι ευδιάκριτες οι κοινωνικές αναφορές του και η διαφορετική προσέγγιση της αγάπης από τον άνδρα και τη γυναίκα. Το φιλμ θα κερδίσει τη Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Βερολίνου και θα είναι υποψήφιο για πολλά BAFTA.
Ο εμβληματικός «Μπίλι ο Ψεύτης»
Τον επόμενο χρόνο, θα παρουσιάσει ένα εμβληματικό φιλμ, για το βρετανικό «νέο κύμα» (Free Cinema), τη γλυκόπικρη κομεντί «Μπίλι ο Ψεύτης», με τον υπέροχο Τομ Κόρτνεϊ στον πρωταγωνιστικό ρόλο και την ανακάλυψη Τζούλι Κρίστι, που θα καταστεί παγκόσμιο ποπ σύμβολο, παρότι η ίδια βρισκόταν σε πανικό, λόγω της πεποίθησής της ότι ήταν ανέτοιμη για τον ρόλο. Η ταινία, που ακόμη και σήμερα φαντάζει μοντέρνα, αντανακλά τις αγωνίες και τα υπαρξιακά αδιέξοδα της νέας γενιάς. Ο νεαρός ήρωας, που ασφυκτιά στο σπίτι του, στη μιζέρια της μεταπολεμικής εποχής και στην πατριαρχική κοινωνία, διαθέτει μία οργιώδη φαντασία, για να ξεφεύγει απ’ όλα αυτά. Ένα υπέροχο φιλμ, που θα καταστήσει τον Σλέσιντζερ - μαζί με τους Λίντσεϊ Άντερσον, Τόνι Ρίτσαρντσον και Κάρελ Ράις - πρωτοπόρο του βρετανικού νέου κύματος, ενός ρεύματος, απότοκο των πολιτικών και κοινωνικών ζυμώσεων, που θα ξεχωρίσει για τη ριζοσπαστική και αισθητικά βίαιη αντίδρασή του σε ένα παρωχημένο αγγλικό σινεμά, που λίμναζε γύρω από λογοτεχνικές μεταφορές, έμενε απαθές σε ό,τι καινούργιο γεννιόταν εκείνη την εποχή.
Η αποκάλυψη της Τζούλι Κρίστι
Το 1965, θα καταφέρει να εκπλήξει για μια ακόμη φορά κριτική και κοινό, με το κοινωνικό, αισθηματικό δράμα του, «Ντάρλινγκ», μία από τις τελευταίες σπουδαίες ταινίες του free cinema.
Ένα νεαρό μοντέλο χρησιμοποιεί τους άντρες για να ανέβει επαγγελματικά στο Λονδίνο και ανάμεσά τους έναν πετυχημένο τηλεοπτικό δημοσιογράφο. Με θάρρος και στεγνό ρεαλισμό, ο Σλέσιντζερ αποδομεί τη λαμπερή εικόνα της ποπ βρετανικής κοινωνίας, πίσω από την οποία απωθούνται τα ψυχολογικά αδιέξοδα και τα καταπιεσμένα πάθη, δείχνοντας μια ξεχωριστή αφηγηματική ευρηματικότητα και επιδεικνύοντας τη σεναριακή του οξυδέρκεια. Το φιλμ θα είναι κι ένας θρίαμβος και για την εκθαμβωτική Τζούλι Κρίστι, που θα τιμηθεί με το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου (ένα από τα τρία που κέρδισε η ταινία), ενώ δίπλα της θα έχει τον υπέροχο Ντερκ Μπόγκαρντ.
Ύμνος στους ηττημένους
Κλείνοντας έναν σημαντικό κύκλο, ο Σλέσιντζερ, θα μετακομίσει στις ΗΠΑ, όπου και εκεί θα αφήσει το εντυπωσιακό του αποτύπωμα και μάλιστα με την πρώτη του ταινία επί αμερικάνικου εδάφους. Ευρισκόμενος στην απόλυτη ακμή του, το 1969, θα παρουσιάσει το αριστούργημα της ζωής του, το εκπληκτικό δράμα «Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου», έναν ύμνο στους «ηττημένους της ζωής» και συγχρόνως, ένα γερό χαστούκι στην επίπλαστη ευημερία και το «αμερικάνικο όνειρο». Ένα φιλμ, που θα δώσει την ευκαιρία στον Ντάστιν Χόφμαν να αποδείξει το σπάνιο ταλέντο του και να κάνει πρωταγωνιστή τον Γιον Βόιτ και βεβαίως, να χαρίσει στον Άγγλο σκηνοθέτη το Όσκαρ σκηνοθεσίας.
Συνταρακτικό δράμα και Όσκαρ
Ένα γεροδεμένο χωριατόπαιδο πηγαίνει στη Νέα Υόρκη, για να κάνει καριέρα ζιγκολό και να εξασφαλίσει μία άνετη ζωή δίπλα σε ευκατάστατες κυρίες, αλλά μετά τα αλλεπάλληλα στραπάτσα, ο μόνος που θα τον πλησιάσει, είναι ένας περιθωριακός, σωστός «λίγδας», απατεωνίσκος, ο οποίος αρχικά θα βάλει στο μάτι τις λίγες οικονομίες του άβγαλτου επαρχιώτη. Ο νεαρός καουμπόι, που για να βγάλει λίγα δολάρια θα ξεπέσει στο πεζοδρόμιο και στο να ικανοποιεί ομοφυλόφιλους, θα έρθει κοντά με τον φθισικό ξεπεσμένο απατεωνίσκο, για να σχηματίσουν ένα δίδυμο της αποτυχίας, μία συμβιωτική φιλία, που θα πρέπει να παλέψει με τα κύματα του απέραντου αστικού ατομισμού. Ένα συνταρακτικό κοινωνικό δράμα, τολμηρό (το πρώτο Αυστηρώς Ακατάλληλο διά ανηλίκους που κέρδισε Όσκαρ), που στοιχειώνει ακόμη και σήμερα με τον ρεαλισμό και τη διεισδυτική του αφήγηση και έναν Χόφμαν ανυπέρβλητο. Στα αξιοσημείωτα και η αξέχαστη μουσική του Τζον Μπάρι.
Οι μοναχικοί στο προσκήνιο
Ο Σλέσιντζερ, θα συνεχίσει να γυρίζει σημαντικές ταινίες, κυρίως γύρω από μοναχικούς, ηττημένους ανθρώπους, με πιο χαρακτηριστικές: «Καταραμένη Κυριακή» με Πίτερ Φιντς και Γκλέντα Τζάκσον, «Ανθρωποκυνηγητό» με Ντάστιν Χόφμαν και Λόρενς Ολιβιέ, «Η Μέρα της Θεομηνίας» με Ντόναλντ Σάδερλαντ, «Μέχρι Χθες Ήμασταν Ξένοι» με Ρίτσαρντ Γκιρ και «Madame Sousatzka» με Σίρλεϊ ΜακΛέιν.
Απώλεια
Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90, θα έχει σοβαρά καρδιακά προβλήματα, ενώ το 2001 θα υποστεί σοβαρό εγκεφαλικό, που θα τον αφήσει σε κόμμα για τρία χρόνια και θα πεθάνει στις 25 Ιουλίου του 2003, όταν και θα του αφαιρεθεί η μηχανική υποστήριξη. Με τον θάνατό του, ο Ντάστιν Χόφμαν θα πει ότι «ποτέ δεν θα ξαναδούμε όμοιό του», μία προφητική δήλωση, καθώς σκηνοθέτες, με την τόλμη, τις θαρραλέες ιδέες του και το ταλέντο του Σλέσιντζερ, έχουν πλέον σχεδόν εκλείψει από το κινηματογραφικό στερέωμα και ειδικά στο Χόλιγουντ.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.