Το βράδυ της Κυριακής, κορυφαίο στέλεχος του ΚΙΝΑΛ έλεγε ότι ο πήχης για το κόμμα του ήταν το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών. Αν το εκλογικό ποσοστό είναι πάνω από αυτό θα θεωρηθεί επιτυχία, κάτω αποτυχία. Έτσι με το 8,1% διαπίστωσαν ότι νίκησαν, κι όλοι τους έμειναν ικανοποιημένοι. Μισή μονάδα πάνω ή κάτω δηλαδή ήταν όλο κι όλο το διακύβευμα. Είναι ασφαλώς εντυπωσιακό πώς μπορούν κάποιοι να αυταπατώνται, πώς μπορούν να χάνουν την μεγάλη εικόνα και να εγκλωβίζονται στον μικρόκοσμό τους, πώς η επανεκλογή τους μοιάζει να είναι η αρχή και το τέλος του πολιτικού τους οράματος. Γιατί βέβαια αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει σε ότι αφορά τις ελπίδες για την επανάκαμψη του μεσαίου χώρου, ήταν η εδραίωση του ΣΥΡΙΖΑ στον χώρο της κεντροαριστεράς και μαζί η πρόθεση του κ. Τσίπρα, όπως ο ίδιος δήλωσε,  να εκπροσωπήσει την μεγάλη «δημοκρατική προοδευτική παράταξη». Με το 31% και το άνοιγμα που επιχειρεί, το ΚΙΝΑΛ απειλείται με ασφυξία.

Είναι ασφαλώς προς διερεύνηση τι και ποιος ευθύνεται για αυτή την στρατηγική ήττα του μεσαίου χώρου. Προφανώς το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης ανήκει στην κ. Γεννηματά. Δεν είναι μόνο το αν έχει την προσωπικότητα και την επάρκεια να αντιπαρατεθεί με έναν επικοινωνιακά χαρισματικό ηγέτη όπως ο κ. Τσίπρας. Είναι και ο διχαστικός τρόπος με τον οποίο πολιτεύτηκε, η προσπάθεια της να εξουδετερώσει όσους θεωρεί προσωπικούς της αντιπάλους. Οι συνεργάτες της προσπαθούσαν να ρίξουν την ευθύνη για την στασιμότητα του ΚΙΝΑΛ στην εσωτερική αντιπολίτευση. Αυτή η ίδια όμως έφτιαξε ένα πολιτικό συμβούλιο στα μέτρα της, αποκλείοντας κάθε αντίθετη φωνή κι αυτή η ίδια έσπρωξε τον Βενιζέλο στην αποστρατεία. Ποιος κινήθηκε διχαστικά; Και μιλάμε μόνο για την κορυφή του παγόβουνου σε ένα κόμμα όπου έτσι κι αλλιώς οι προσωπικές σχέσεις είναι τοξικές εδώ και χρόνια κι όπου τα ίδια πρόσωπα ανακυκλώνονται χωρίς την παραμικρή προοπτική ανανέωσης. 

Η μεγάλη της αποτυχία ωστόσο ήταν πολιτική. Το ΠΑΣΟΚ έδειξε να μην έχει στρατηγική σύλληψη, κινήθηκε ευκαιριακά και ανταγωνίστηκε τον ΣΥΡΙΖΑ στο ποιο από τα δύο κόμματα είναι πραγματικά αριστερό. Η σύγχυση φάνηκε στην ευκολία με την οποία τροποποιούσε την γραμμή για την επόμενη ημέρα. Από το δεν συνεργαζόμαστε με κανέναν πήγε στο ότι θα πάρει την τρίτη εντολή και θα καλέσει τα άλλα κόμματα να συνεργαστούν με βάση του πρόγραμμα του για να καταλήξει στο ότι είναι η δύναμη της λογικής και της σταθερότητας και θα στηρίξει κυβέρνηση μειοψηφίας. Τι αξιοπιστία μπορούσε να έχει;

Αυτές οι παλινωδίες στην τακτική ξεκινούσαν από την άρρητη αποδοχή του στόχου το ΚΙΝΑΛ να γίνει ΣΥΡΙΖΑ στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπόρεσε και δεν θέλησε ποτέ να γίνει πραγματικά ένα ριζοσπαστικό φιλελεύθερο μεταρρυθμιστικό κόμμα του μεσαίου χώρου. Ποτέ δεν έδωσε ένα ξεχωριστό δικό του στίγμα. Σε όλα τα θέματα ακολούθησε την πεπατημένη, δεν ενδιαφέρθηκε καν να δώσει την μάχη των ιδεών. Ένα κόμμα το οποίο παρά τις αδυναμίες του πραγματοποίησε μερικές από τις πιο ριζοσπαστικές τομές στην παιδεία, στην υγεία ακόμα και στη διοίκηση με το ΑΣΕΠ, σήμερα δείχνει αφυδατωμένο. Ακόμα κι όταν του δόθηκε η ευκαιρία να διαφοροποιηθεί τόσο από τους ιδιοτελείς χειρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ όσο και από τους ακραίους της ΝΔ, όπως στις Πρέσπες, την άφησε κι αυτή να περάσει. Δεν ήταν εύκολο εγχείρημα έγινε όμως ακόμα δυσκολότερο από την στιγμή που εκλέχτηκε μία αρχηγός που πολιτικά ουδέποτε το είχε υιοθετήσει. Σήμερα μοιάζει σχεδόν αδύνατο, θα χρειαστεί μια πραγματική εσωτερική επανάσταση. Είναι ερώτημα αν υπάρχουν τα πρόσωπα που θέλουν και μπορούν να την πραγματοποιήσουν.