ΚΑΙΡΟΣ

Το Ηνωμένο Βασίλειο επανεξετάζει τη συμφωνία για τα νησιά Τσάγκος λόγω έλλειψης στήριξης από τις ΗΠΑ

Ο Γουές Στρίτινγκ επιβεβαίωσε ότι η συμφωνία εξετάζεται εκ νέου, μετά τη δήλωση Τραμπ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ότι πρόκειται για «τρομερή συμφωνία»

Το Ηνωμένο Βασίλειο επανεξετάζει τη συμφωνία για την παράδοση των Νήσων Τσάγκος στον Μαυρίκιο, δήλωσε ο υπουργός Άμυνας.

Ο Βρετανός υπουργός Άμυνας, Γουές Στρίτινγκ, επιβεβαίωσε ότι η συμφωνία εξετάζεται εκ νέου, μετά τη δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ την Τρίτη ότι πρόκειται για «τρομερή συμφωνία».

Η αρχική συμφωνία προβλέπει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα παραχωρήσει την κυριαρχία του εδάφους στον Μαυρίκιο και θα καταβάλλει κατά μέσο όρο 101 εκατ. λίρες (136 εκατ. δολάρια) ετησίως για να μισθώνει εκ νέου μια κοινή βρετανοαμερικανική στρατιωτική βάση εκεί, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική λόγω της στρατηγικής της θέσης στον Ινδικό Ωκεανό.

Τον Απρίλιο, η συμφωνία - που είχε επιτευχθεί επί πρωθυπουργίας του σερ Κιρ Στάρμερ - ανεστάλη επ’ αόριστον, αφού ο Τραμπ απέσυρε τη στήριξή του.

Ο Στρίτινγκ δήλωσε ότι «πρέπει» να επανεξεταστεί η συμφωνία «επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν τη στηρίζουν».

«Αυτό που είπε χθες ο πρόεδρος Τραμπ δεν ήταν καινούργιο, αλλά νομίζω ότι καθιστά απολύτως σαφές πως η θέση του για τη συμφωνία σχετικά με τα Τσάγκος, όπως έχει σήμερα, δεν πρόκειται να αλλάξει», είπε στο BBC Breakfast.

«Επομένως, πρέπει να κάνουμε περισσότερη δουλειά με τους Αμερικανούς συμμάχους μας, με τον πρόεδρο Τραμπ και την κυβέρνησή του, ώστε να διαμορφώσουμε τη συμφωνία με τρόπο που να μπορεί να τη στηρίξει».

Ο Στρίτινγκ δήλωσε ότι το επίκεντρο πλέον θα είναι η εξασφάλιση μακροπρόθεσμης βεβαιότητας για τη βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, το μεγαλύτερο νησί του αρχιπελάγους των Τσάγκος.

Υποστήριξε ότι αυτή ήταν η άποψη κάθε Βρετανού πρωθυπουργού από τον Μπόρις Τζόνσον και μετά: ότι η συνεχιζόμενη νομική διαμάχη - καθώς ο Μαυρίκιος υποστηρίζει ότι αναγκάστηκε παράνομα να παραχωρήσει τα νησιά το 1965 προκειμένου να αποκτήσει την ανεξαρτησία του - αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια της βάσης.

Κατά την πρώτη κατ’ ιδίαν συνάντησή του με τον πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, ο πρόεδρος Τραμπ επέκρινε τη «τρομερή συμφωνία» και δήλωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο «θα την εξετάσει».

Ο Μπέρναμ απάντησε: «Ναι».

Αργότερα, μιλώντας σε δημοσιογράφους, δήλωσε ότι «κληρονόμησε την κατάσταση και χρειαζόμαστε μια λύση».

Ο Μπέρναμ πρόσθεσε: «Είναι ζωτικής σημασίας να διασφαλίσουμε το μέλλον της βάσης, και αυτό μας αφορά για λόγους ασφάλειας, αλλά προφανώς αφορά και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό που είπα στη συνάντηση είναι ότι θα εργαστούμε για να βρούμε αυτή τη λύση μεταξύ των διαφορετικών πλευρών και θα καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια».

Ο πρωθυπουργός είχε μιλήσει με τον Μαυρίκιο ομόλογό του, Ναβίν Ραμγκούλαμ, πριν από το ταξίδι του στη Νέα Υόρκη. Σε επίσημη ανακοίνωση μετά τη συνάντηση αναφερόταν ότι ο Μπέρναμ «επιβεβαίωσε εκ νέου τη δέσμευσή του να συνεχίσει να κάνει ό,τι είναι δυνατόν», μαζί με τις ΗΠΑ, για την επικύρωση της συμφωνίας.

Η «επανεξέταση» δεν αναμένεται να αποτελέσει επίσημη διαδικασία με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Κυβερνητικές πηγές επιμένουν ότι οι δηλώσεις του Μπέρναμ και του Στρίτινγκ δεν συνιστούν σημαντική αλλαγή από την προηγούμενη θέση, σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε συμφωνία θα απαιτούσε την αμερικανική στήριξη.

Ωστόσο, τα σχόλια του Στρίτινγκ ήταν αξιοσημείωτα, καθώς αναγνώρισαν ρητά ότι, χωρίς αλλαγές, η συμφωνία δεν πρόκειται να εξασφαλίσει τη στήριξη του Τραμπ.

Πριν από την αναστολή της τον Απρίλιο, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Μαυρίκιος είχαν υπογράψει συμφωνία τον Μάιο του 2025, ενώ το τελικό σχέδιο νόμου για την παράδοση της κυριαρχίας των νησιών δεν είχε ακόμη εγκριθεί από το Κοινοβούλιο.

Βάσει των όρων της συμφωνίας του 2025, η Βρετανία θα παραχωρούσε την κυριαρχία του αρχιπελάγους στον Μαυρίκιο, αλλά θα μίσθωνε εκ νέου τη βάση του Ντιέγκο Γκαρσία για 99 χρόνια. Η βρετανική κυβέρνηση υποστήριζε ότι το συνολικό καθαρό κόστος θα ανερχόταν σε 3,4 δισ. λίρες.

Ωστόσο, ο σερ Κιρ Στάρμερ- ο οποίος τότε ήταν πρωθυπουργός - δέχθηκε έντονη κριτική από τους αντιπάλους του, οι οποίοι υποστήριξαν ότι το πραγματικό κόστος της συμφωνίας θα μπορούσε να ανέλθει σε 35 δισ. λίρες, αν υπολογιστεί ο πληθωρισμός, και ότι υπήρχε κίνδυνος να επιτραπεί στην Κίνα να αποκτήσει παρουσία στο αρχιπέλαγος.

Ο Τραμπ, ο οποίος αρχικά είχε στηρίξει τη συμφωνία, την έχει επικρίνει επανειλημμένα, χαρακτηρίζοντάς την στο παρελθόν «πλήγμα για τον μεγάλο μας σύμμαχο» και «πράξη απόλυτης αδυναμίας».

Αντιδρώντας στην επανεξέταση, η ηγέτιδα των Συντηρητικών, Κέμι Μπέιντενοκ, κάλεσε τον Μπέρναμ να «ακυρώσει απλώς αυτή την τρομερή συμφωνία».

Ο ηγέτης του Reform UK, Νάιτζελ Φάρατζ, δήλωσε: «Η συμφωνία για τα Τσάγκος είναι νεκρή. Δόξα τω Θεώ».

Το 2019, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ) εξέδωσε γνωμοδότηση σύμφωνα με την οποία ο διαχωρισμός των Νήσων Τσάγκος από τον Μαυρίκιο από τη Βρετανία ήταν παράνομος και ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να τερματίσει τη διοίκησή του στην περιοχή το συντομότερο δυνατό.

Αν και η γνωμοδότηση δεν ήταν νομικά δεσμευτική, η απόφαση του ICJ επικυρώθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, ενισχύοντας τις διεκδικήσεις του Μαυρικίου για την κυριαρχία των νησιών και οδηγώντας το Ηνωμένο Βασίλειο στην έναρξη διαπραγματεύσεων το 2022.

Ο Στρίτινγκ δήλωσε στο BBC Radio 4, στην εκπομπή Today, την Τετάρτη ότι, «σε αυτό το στάδιο», δεν θα δοθούν χρήματα στον Μαυρίκιο, όσο οι αξιωματούχοι επανεξετάζουν τη συμφωνία.

Περιγράφοντας τη βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία ως «ένα από τα πιο ευαίσθητα και πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία εθνικής ασφάλειας», δήλωσε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη προσπάθεια για την επίτευξη μιας συμφωνίας «που ίσως να μην αρέσει σε όλους, αλλά με την οποία όλοι μπορούν να ζήσουν».

Πηγή: skai.gr