Του Αντώνη Ζήβα
Η προσπάθεια της ισραηλινής αντιπολίτευσης να απομακρύνει τον Μπενιαμίν Νετανιάχου από την εξουσία προσκρούει σε ένα παράδοξο: οι δυνάμεις που επιδιώκουν να σχηματίσουν την επόμενη κυβέρνηση διαθέτουν αρκετές έδρες για να αμφισβητήσουν την κυριαρχία του πρωθυπουργού στην Κνεσέτ, αλλά δεν μπορούν να εξασφαλίσουν πλειοψηφία χωρίς τη στήριξη των αραβικών κομμάτων, με τα οποία σημαντικό τμήμα της αντιπολίτευσης αρνείται να συνεργαστεί.
Το αποτέλεσμα των εκλογών της 27ης Οκτωβρίου έδωσε 53 έδρες στο μπλοκ του Νετανιάχου, 48 στα εβραϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης και 19 στα δύο αραβικά πολιτικά σχήματα, την Κοινή Λίστα και το Ραάμ.
Με δεδομένο ότι για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία απαιτούνται 61 έδρες, οι αραβικοί σχηματισμοί αποκτούν καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις.
Ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού Γκάντι Άιζενκοτ, επικεφαλής του κόμματος Yashar, έχει εξασφαλίσει τη στήριξη των βασικών εταίρων της εβραϊκής αντιπολίτευσης για να λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Ωστόσο, ο Ναφτάλι Μπένετ, ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν και ο ίδιος ο Άιζενκοτ αντιμετωπίζουν διαφορετικές πολιτικές πιέσεις ως προς το ενδεχόμενο συνεργασίας με τα αραβικά κόμματα.
Η αντίθεση δεν είναι απλώς τακτική. Συνδέεται με βαθύτερες διαφωνίες για την εθνική ταυτότητα του Ισραήλ, τη σύγκρουση με τους Παλαιστινίους, την αντιμετώπιση της Χαμάς και τη θέση των Αράβων πολιτών στο πολιτικό σύστημα της χώρας.
Ο φόβος της πολιτικής απομόνωσης και το επιχείρημα του Νετανιάχου
Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι ηγέτες της αντιπολίτευσης διστάζουν να στηριχθούν στα αραβικά κόμματα είναι το πολιτικό κόστος που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια επιλογή στους συντηρητικούς και εθνικιστές ψηφοφόρους.
Ο Νετανιάχου έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του επιχειρηματολογίας πάνω στην αμφισβήτηση της νομιμοποίησης των αραβικών κομμάτων ως κυβερνητικών εταίρων.
Κατά την προεκλογική περίοδο, αλλά και μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, παρουσίασε το ενδεχόμενο συνεργασίας τους με την αντιπολίτευση ως κίνδυνο για την ασφάλεια και τα συμφέροντα του Ισραήλ.
Μάλιστα, μετά τις εκλογές, το Λικούντ υποστήριξε ότι μια συνεργασία των σιωνιστικών κομμάτων με το αραβικό μπλοκ θα ήταν «επικίνδυνη για το Ισραήλ», ενώ ο πρωθυπουργός διατύπωσε χωρίς αποδεικτικά στοιχεία ισχυρισμούς ότι αραβικά κόμματα είχαν εμπλακεί σε εκλογική νοθεία με ξένη υποστήριξη.
Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή απέρριψε τις καταγγελίες περί νοθείας, ανακοινώνοντας ότι δεν εντόπισε παρατυπίες που να επηρέασαν την ακεραιότητα ή το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
Για τους Μπένετ και Λίμπερμαν, η συνεργασία με τα αραβικά κόμματα δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα: θα μπορούσε να επιτρέψει στον Νετανιάχου να εμφανιστεί ως ο μοναδικός πολιτικός εκπρόσωπος της εθνικιστικής δεξιάς και να κατηγορήσει τους αντιπάλους του ότι εξαρτώνται από δυνάμεις που δεν συμμερίζονται τις βασικές θέσεις τους για την ασφάλεια και την εθνική ταυτότητα.
Η στάση του Λίμπερμαν είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Έχει αποκλείσει τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση που θα στηρίζεται κοινοβουλευτικά από τα αραβικά κόμματα, ακόμη και αν αυτά δεν αναλάβουν υπουργικές θέσεις. Αντίθετα, ο επικεφαλής των Δημοκρατών, Γιαΐρ Γκολάν, έχει εμφανιστεί περισσότερο ανοιχτός σε μια τέτοια συνεργασία.
Η 7η Οκτωβρίου άλλαξε τους πολιτικούς συσχετισμούς
Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και ο πόλεμος στη Γάζα έχουν επιβαρύνει σημαντικά τις σχέσεις μεταξύ της εβραϊκής πλειονότητας και της αραβικής μειονότητας στο Ισραήλ.
Τα αραβικά κόμματα δεν έχουν ενιαία πολιτική ταυτότητα ούτε κοινές θέσεις σε όλα τα ζητήματα. Ωστόσο, οι διαφωνίες τους με την ισραηλινή κυβέρνηση για τον πόλεμο, την κατοχή της Δυτικής Όχθης και το μέλλον των Παλαιστινίων δημιουργούν σοβαρά εμπόδια στην προοπτική συμμετοχής τους σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό.
Ο Άιζενκοτ έχει θέσει τέσσερις βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία κυβέρνησης: αναγνώριση του Ισραήλ ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους, προσήλωση στις αρχές της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, υποχρεωτική στρατιωτική ή εθνική υπηρεσία για όλους και αναγνώριση της Χαμάς ως τρομοκρατικής οργάνωσης, με δέσμευση για την εξάλειψη των στρατιωτικών δυνατοτήτων της και τον τερματισμό της διακυβέρνησής της στη Γάζα.
Οι προϋποθέσεις αυτές δεν απευθύνονται μόνο στα αραβικά κόμματα, αλλά αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία ο Άιζενκοτ επιδιώκει να συγκροτήσει έναν ευρύτερο κυβερνητικό συνασπισμό. Παρ' όλα αυτά, δημιουργούν δυσκολίες στις διαπραγματεύσεις, ιδιαίτερα με την Κοινή Λίστα.
Ο επικεφαλής της τελευταίας, Γιουσέφ Τζαμπαρίν, έχει ξεκαθαρίσει ότι το κόμμα του δεν προτίθεται να συμμετάσχει σε κυβέρνηση όσο συνεχίζεται η ισραηλινή κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών. Δεν αποκλείει, ωστόσο, την εξωτερική κοινοβουλευτική στήριξη μιας κυβέρνησης που θα επιδιώξει την απομάκρυνση του Νετανιάχου.
Αυτή η διάκριση είναι σημαντική καθώς η Κοινή Λίστα δεν ζητά απαραίτητα υπουργικές θέσεις, αλλά θέλει να αξιοποιήσει την κοινοβουλευτική της δύναμη για να αλλάξει η πολιτική της χώρας απέναντι στους Παλαιστινίους και στους Άραβες πολίτες του Ισραήλ.
Το προηγούμενο του 2021 και η κυβέρνηση που άλλαξε τα πολιτικά δεδομένα
Η συζήτηση για τη συμμετοχή των αραβικών κομμάτων σε ισραηλινή κυβέρνηση δεν είναι καινούργια.
Το 2021, ο Ναφτάλι Μπένετ σχημάτισε κυβέρνηση συνεργασίας με τη συμμετοχή του Ραάμ, υπό τον Μανσούρ Αμπάς. Ήταν η πρώτη φορά που ένα ανεξάρτητο αραβικό κόμμα συμμετείχε σε ισραηλινό κυβερνητικό συνασπισμό.
Η κυβέρνηση συγκροτήθηκε μετά από μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής αστάθειας και επαναλαμβανόμενων εκλογικών αναμετρήσεων. Ο Μπένετ συνεργάστηκε με τον Γιαΐρ Λαπίντ και μια σειρά κομμάτων από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, ενώ το Ραάμ εξασφάλισε τη συμμετοχή του με αντάλλαγμα συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την αραβική κοινότητα.
Οι προτεραιότητες του Μανσούρ Αμπάς περιλάμβαναν περισσότερους πόρους για τις αραβικές κοινότητες, αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, βελτίωση των υποδομών και ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών.
Το πείραμα διήρκεσε περίπου 18 μήνες και η κυβέρνηση κατέρρευσε το 2022, όταν έχασε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία.
Για τους υποστηρικτές της συνεργασίας, το προηγούμενο απέδειξε ότι ένα αραβικό κόμμα μπορεί να συμμετέχει σε κυβέρνηση και να διαπραγματεύεται συγκεκριμένα ανταλλάγματα για την κοινότητά του. Για τους επικριτές της, η κατάρρευση ανέδειξε πόσο δύσκολη είναι η διατήρηση ενός συνασπισμού με τόσο διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές αφετηρίες.
Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Μπένετ, ο οποίος είχε συμμετάσχει σε εκείνη την κυβέρνηση, εμφανίζεται σήμερα επιφυλακτικός απέναντι σε μια νέα συνεργασία δείχνει πόσο έχουν μεταβληθεί οι πολιτικές συνθήκες μετά την 7η Οκτωβρίου.
Οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ διεκδικούν πολιτικό ρόλο
Η εκλογική ενίσχυση των αραβικών κομμάτων είναι μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της αναμέτρησης.
Η συμμετοχή των Αράβων ψηφοφόρων αυξήθηκε εντυπωσιακά, φτάνοντας περίπου το 80%, από επίπεδα σχεδόν στο μισό αυτού του ποσοστού στις προηγούμενες εκλογές. Η αύξηση της συμμετοχής αποτυπώθηκε στις 19 έδρες που εξασφάλισαν η Κοινή Λίστα και το Ραάμ, αριθμός-ρεκόρ για τα αραβικά πολιτικά σχήματα.
Οι Άραβες πολίτες αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού του Ισραήλ, αλλά για χρόνια αντιμετώπιζαν περιορισμένη πολιτική επιρροή και αποκλεισμό από τις κυβερνητικές συνεργασίες.
Σε συνέντευξή του στον Guardian, ο Γιουσέφ Τζαμπαρίν περιέγραψε τα αιτήματα της κοινότητάς του: αντιμετώπιση των εγκληματικών οργανώσεων, περισσότερους πόρους για τους δήμους, την εκπαίδευση και τη νεολαία, καθώς και ίση μεταχείριση από τις κρατικές αρχές.
Υποστήριξε ότι οι ψηφοφόροι του επιθυμούν την απομάκρυνση της σημερινής κυβέρνησης και ειδικότερα των υπουργών Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς, τους οποίους θεωρούν υπεύθυνους για πολιτικές που επιβάρυναν τις σχέσεις με την αραβική κοινότητα.
Ο ίδιος εμφανίστηκε πρόθυμος να στηρίξει εξωτερικά μια κυβέρνηση Άιζενκοτ, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξουν αλλαγές στην πολιτική απέναντι στους Άραβες πολίτες και στους Παλαιστινίους.
Από την πλευρά του, ο Μανσούρ Αμπάς έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και συμμετοχής του Ραάμ σε κυβέρνηση, εφόσον υπάρξουν συγκεκριμένες πολιτικές εγγυήσεις. Μεταξύ των ζητημάτων που έχει θέσει είναι και η εκπροσώπηση του κόμματός του σε κρίσιμα κυβερνητικά χαρτοφυλάκια.
Οι διαδηλώσεις και το κοινωνικό κόστος μιας συνεργασίας
Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στις πολιτικές ηγεσίες.
Την 1η Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση έξω από την κατοικία του Άιζενκοτ στη Χερτσλίγια, με διαδηλωτές να διαμαρτύρονται για το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης που θα στηρίζεται στα αραβικά κόμματα.
Παράλληλα, στην πλατεία Χαμπίμα του Τελ Αβίβ πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση υπέρ της συνεργασίας Εβραίων και Αράβων για την απομάκρυνση του Νετανιάχου. Οι συμμετέχοντες υποστήριξαν ότι η κοινοβουλευτική δύναμη των αραβικών κομμάτων πρέπει να αναγνωριστεί και να αξιοποιηθεί για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Οι εικόνες από τις δύο πλευρές αποτυπώνουν το κοινωνικό και πολιτικό ρήγμα που καλείται να διαχειριστεί η ισραηλινή αντιπολίτευση.
Για τους πολιτικούς που προέρχονται από τη δεξιά και το κέντρο, η συνεργασία με τα αραβικά κόμματα μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη όχι μόνο στο κοινοβούλιο, αλλά και στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων τους.
Το δύσκολο στοίχημα του Άιζενκοτ
Μετά τις εκλογές, οι τέσσερις βασικοί αρχηγοί της εβραϊκής αντιπολίτευσης — Άιζενκοτ, Μπένετ, Γκολάν και Λίμπερμαν — συμφώνησαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις και να συντονίσουν τις κινήσεις τους στο νέο κοινοβούλιο.
Ωστόσο, δεν έχουν συμφωνήσει σε κοινή στρατηγική για την εξασφάλιση των 19 αραβικών εδρών. Ο Γκολάν είναι ο μόνος από τους τέσσερις που έχει υποστηρίξει ανοιχτά τη συνεργασία με τα αραβικά κόμματα. Ο Λίμπερμαν την απορρίπτει, ενώ ο Μπένετ και ο Άιζενκοτ πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη εξασφάλισης πλειοψηφίας και στις δεσμεύσεις τους προς το εκλογικό τους ακροατήριο.
Η Κοινή Λίστα και το Ραάμ έχουν δείξει ότι είναι διατεθειμένα να συνεργαστούν με την αντιπολίτευση για την απομάκρυνση του Νετανιάχου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις ή επιδιώξεις.
Στο μεταξύ, ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, ξεκίνησε στις 4 Νοεμβρίου τις διαβουλεύσεις με τα κοινοβουλευτικά κόμματα για την ανάθεση της εντολής σχηματισμού κυβέρνησης. Η νέα Κνεσέτ αναμένεται να ορκιστεί στις 10 Νοεμβρίου, ενώ οι διαπραγματεύσεις μπορεί να διαρκέσουν αρκετές εβδομάδες.
Εάν δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης, το Ισραήλ μπορεί να οδηγηθεί ξανά στις κάλπες στις αρχές του 2027.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ο Νετανιάχου θα παραμείνει στην εξουσία.
Είναι εάν η ισραηλινή αντιπολίτευση θα αποδεχθεί ότι για να σχηματίσει κυβέρνηση χρειάζεται τη στήριξη μιας μεγάλης πολιτικής δύναμης που εκπροσωπεί τους Άραβες πολίτες της χώρας ή εάν ο φόβος του πολιτικού κόστους θα αποδειχθεί ισχυρότερος από την επιθυμία της να αλλάξει κυβέρνηση.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.