Το εκλογικό στοίχημα του Ίλον Μασκ, στο οποίο διέθεσε ποσό-ρεκόρ τουλάχιστον 474 εκατομμυρίων δολαρίων, κατέληξε σε αποτυχία.
Η σαρωτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές δεν αποτελεί μόνο ένα ισχυρό πλήγμα για τον δισεκατομμυριούχο και τη σχέση του με τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά αποτυπώνει και μια ευρύτερη δυσαρέσκεια απέναντι στην αυξανόμενη πολιτική και οικονομική ισχύ των τεχνολογικών κολοσσών.
Η εκλογική αναμέτρηση ανέδειξε ένα μέτωπο αντιδράσεων που ξεπερνά την προσωπική πολιτική επιρροή του ιδιοκτήτη της Tesla και της SpaceX.
Στο στόχαστρο βρέθηκαν τόσο οι τεράστιες προεκλογικές δαπάνες των δισεκατομμυριούχων όσο και η ταχύτατη επέκταση των κέντρων δεδομένων, τα οποία αποτελούν βασική υποδομή για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Μασκ διέθεσε συνολικά τουλάχιστον 474 εκατομμύρια δολάρια στις εκλογές, ποσό που αποτελεί ρεκόρ. Από αυτά, τα 224 εκατομμύρια δολάρια, σχεδόν τα μισά, κατευθύνθηκαν στο Τέξας, σύμφωνα με ανάλυση του CNBC στα στοιχεία χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών.
Ωστόσο, οι υποψήφιοι που είχε επιλέξει να στηρίξει δεν κατάφεραν να επικρατήσουν. Μεταξύ αυτών ήταν ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος για τη Γερουσία Κεν Πάξτον και ο κυβερνήτης Γκρεγκ Άμποτ, οι οποίοι ηττήθηκαν από τους Δημοκρατικούς.
Οι εκλογικές απώλειες προκάλεσαν αναταράξεις και στις αγορές, με τις μετοχές της SpaceX και της Tesla να καταγράφουν υποχώρηση, καθώς και οι δύο εταιρείες είχαν επωφεληθεί επί χρόνια από το ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον που είχε διαμορφώσει η πολιτική ηγεσία του Τέξας. Παράλληλα, πιέσεις δέχθηκαν και ευρύτεροι τεχνολογικοί τίτλοι, καθώς οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Το Τέξας, η επιχειρηματική αυτοκρατορία του Μασκ και το μέτωπο των αδειοδοτήσεων
Η εκλογική ήττα στο Τέξας έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Μασκ. Η πολιτεία έχει εξελιχθεί σε βασική επιχειρηματική βάση για αρκετές από τις δραστηριότητές του.
Η Tesla λειτουργεί κοντά στο Όστιν το μεγαλύτερο εργοστάσιο παραγωγής οχημάτων της στις ΗΠΑ, η SpaceX πραγματοποιεί εκτοξεύσεις πυραύλων από τις εγκαταστάσεις Starbase στο νότιο Τέξας, ενώ ο επιχειρηματίας επιδιώκει να επεκτείνει περαιτέρω την παρουσία του στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και στην κατασκευή ημιαγωγών.
Η ανάπτυξη αυτών των δραστηριοτήτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αποφάσεις των πολιτειακών αρχών. Η πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια και το νερό, οι περιβαλλοντικές άδειες, οι υποδομές και τα φορολογικά κίνητρα αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εκλογή της Δημοκρατικής Τζίνα Χινοτζόσα στην ηγεσία της πολιτείας δημιουργεί νέα δεδομένα για τις επιχειρήσεις του Μασκ. Η ίδια έχει ασκήσει έντονη κριτική στις γενναιόδωρες επιδοτήσεις προς μεγάλες επιχειρήσεις και έχει ζητήσει αλλαγή του πλαισίου που διέπει την ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων.
Ειδικότερα, έχει ταχθεί υπέρ της επιβολής μορατόριουμ στην κατασκευή νέων εγκαταστάσεων, της κατάργησης των φορολογικών απαλλαγών για τον συγκεκριμένο κλάδο και της υποχρέωσης των εταιρειών να καλύπτουν το πλήρες κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνουν.
Στην επινίκια ομιλία της την Τρίτη, δεσμεύτηκε να αφαιρέσει την εξουσία από τους «ισχυρούς ανθρώπους που έχουν νιώσει πολύ άνετα να διοικούν αυτήν την πολιτεία».
Οι Ρεπουμπλικάνοι εξακολουθούν να ελέγχουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων του Τέξας, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα της νέας κυβερνήτη να προχωρήσει σε συνολική αναθεώρηση της πολιτειακής νομοθεσίας. Ωστόσο, η αυστηρότερη στάση της διοίκησής της απέναντι στις αδειοδοτήσεις και στα επιχειρηματικά κίνητρα θα μπορούσε να περιπλέξει σημαντικά τα σχέδια επέκτασης του Μασκ.
Ηττήθηκαν οι περισσότεροι υποψήφιοι που χρηματοδότησε
Η αποτυχία του Μασκ δεν περιορίστηκε στο Τέξας.
Σε εθνικό επίπεδο, η πολιτική επιτροπή America PAC, που συνδέεται με τον ίδιο, διέθεσε σχεδόν 87 εκατομμύρια δολάρια σε 44 ομοσπονδιακές εκλογικές αναμετρήσεις, σύμφωνα με ανάλυση του CNBC στα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής (FEC).
Μέχρι το πρωί της Τετάρτης, οι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι που είχε υποστηρίξει είχαν ηττηθεί σε 29 αναμετρήσεις και είχαν επικρατήσει μόλις σε τρεις, ενώ σε 12 περιπτώσεις δεν είχε ακόμη αναδειχθεί νικητής.
Περισσότερα από 80 εκατομμύρια δολάρια, δηλαδή περίπου το 93% των συνολικών δαπανών της America PAC, είχαν διοχετευθεί σε εκλογικές μάχες που τελικά χάθηκαν από τους Ρεπουμπλικανούς.
Το αποτέλεσμα αφήνει τον Μασκ με σαφώς λιγότερους πολιτικούς συμμάχους στο Κογκρέσο, την ώρα που οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να ασκήσουν αυστηρότερο έλεγχο στις δραστηριότητές του.
Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσαν να εξεταστούν οι ομοσπονδιακές συμβάσεις των εταιρειών του, ο προηγούμενος ρόλος του στην υπηρεσία DOGE (Υπηρεσία Κυβερνητικής Αποδοτικότητας) της κυβέρνησης Τραμπ, καθώς και οι σχέσεις των επιχειρήσεών του με την Ουάσιγκτον.
Η ενισχυμένη εποπτεία του Κογκρέσου θα μπορούσε επίσης να επιβραδύνει την ανάθεση επικερδών κρατικών συμβάσεων στη SpaceX, η οποία έχει αναπτύξει εκτεταμένη συνεργασία με την αμερικανική κυβέρνηση, ιδιαίτερα στους τομείς της άμυνας και της διαστημικής τεχνολογίας.
Ωστόσο, ο Τραμπ εξακολουθεί να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία και διατηρεί το δικαίωμα αρνησικυρίας, περιορίζοντας τη δυνατότητα των Δημοκρατικών να ανατρέψουν μονομερώς πολιτικές που ευνοούν τις επιχειρήσεις του Μασκ.
Δεν είναι, πάντως, η πρώτη φορά που οι πολιτικές επενδύσεις του επιχειρηματία δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα. Η America PAC είχε στηρίξει οκτώ υποψηφίους για το Κογκρέσο το 2024, οι οποίοι τελικά ηττήθηκαν. Την επόμενη χρονιά, ο Μασκ δαπάνησε περισσότερα από 20 εκατομμύρια δολάρια στην προσπάθειά του να εκλεγεί ένας συντηρητικός υποψήφιος στο Ουισκόνσιν, χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Παρά το γεγονός ότι είχε δεσμευτεί να περιορίσει σημαντικά τις πολιτικές του δαπάνες, τελικά αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο γνωστό χρηματοδότη των ενδιάμεσων εκλογών του 2026.
Οι πολιτικές επιλογές του έχουν προκαλέσει, άλλωστε, αντιδράσεις ακόμη και μεταξύ ανθρώπων που συνδέονται στενά με τις επιχειρήσεις του. Τον Μάρτιο του 2025, ο Ρον Μπάρον, επί χρόνια επενδυτής της Tesla, προειδοποίησε ότι ο πολιτικός ακτιβισμός του Μασκ ενδέχεται να απομακρύνει πελάτες από την εταιρεία.
«Δεν νομίζω ότι είναι σπουδαίο να αποξενώνεις τον μισό πληθυσμό», είχε δηλώσει στο CNBC.
Από την άλλη πλευρά, δεν έλειψαν όσοι υπερασπίστηκαν τη στενή σχέση του επιχειρηματία με τον Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η επιρροή του μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική σε ζητήματα όπως η επιχειρηματική ρύθμιση και οι αμυντικές δαπάνες για την τεχνολογία.
Η αντίδραση απέναντι στη βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης
Ο Μασκ δεν ήταν ο μοναδικός ισχυρός παράγοντας της τεχνολογικής βιομηχανίας που επένδυσε μεγάλα ποσά στις εκλογές.
Ο πρόεδρος της OpenAI, Γκρεγκ Μπρόκμαν, και η σύζυγός του, Άννα, συνεισέφεραν 25 εκατομμύρια δολάρια στην πολιτική πρωτοβουλία Leading the Future, η οποία επιδιώκει να επηρεάσει τη διαμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου για την τεχνητή νοημοσύνη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην FEC, άλλα 50 εκατομμύρια δολάρια προήλθαν από την εταιρεία επιχειρηματικών κεφαλαίων Andreessen Horowitz.
Η βιομηχανία της τεχνητής νοημοσύνης κατάφερε να εξασφαλίσει ορισμένες εκλογικές νίκες. Μεταξύ αυτών ήταν η επικράτηση έναντι του βουλευτή της Νέας Υόρκης Άλεξ Μπόρες στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών για το Κογκρέσο. Ο Μπόρες είχε υποστηρίξει την ανάγκη αυστηρότερων μέτρων προστασίας και ρύθμισης της τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, η προσπάθεια των τεχνολογικών εταιρειών να επηρεάσουν τις τοπικές κοινωνίες αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη.
Στο Οχάιο, ο Δημοκρατικός Σέροντ Μπράουν νίκησε τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Τζον Χάστεντ, έχοντας θέσει στο επίκεντρο της προεκλογικής του εκστρατείας την αντίθεση στην επέκταση των κέντρων δεδομένων και τη στάση του αντιπάλου του απέναντι στον συγκεκριμένο κλάδο.
Σύμφωνα με την εταιρεία AdImpact, οι Δημοκρατικοί δαπάνησαν σχεδόν 28 εκατομμύρια δολάρια σε διαφημίσεις που ασκούσαν κριτική στην ανάπτυξη τέτοιων εγκαταστάσεων.
Αντίστοιχη εξέλιξη σημειώθηκε στη Νότια Καρολίνα, όπου η Δημοκρατική Άνι Άντριους επικράτησε της Ρεπουμπλικανής γερουσιαστή Ντάρλιν Γκράχαμ, παρά την καθυστερημένη διαφημιστική παρέμβαση της Building the Future, μιας νέας υπερ-PAC που εκπροσωπεί τα συμφέροντα του κλάδου των κέντρων δεδομένων.
Η Γκράχαμ ήταν η πρώτη υποψήφια που έλαβε την υποστήριξη της συγκεκριμένης οργάνωσης, η οποία διέθεσε 1,5 εκατομμύριο δολάρια σε διαφημίσεις υπέρ της. Από την πλευρά της, η Άντριους είχε προτείνει διετές πάγωμα της έγκρισης νέων κέντρων δεδομένων.
Η έκταση της αντιπαράθεσης αποτυπώνεται και στα συνολικά ποσά που δαπανήθηκαν. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2026, οι εκστρατείες και οι εξωτερικές πολιτικές οργανώσεις διέθεσαν 173 εκατομμύρια δολάρια σε διαφημίσεις που αφορούσαν τα κέντρα δεδομένων, σύμφωνα με την AdImpact.
Από αυτά, τα 140 εκατομμύρια δολάρια προήλθαν από Δημοκρατικούς διαφημιζόμενους. Οι διαφημίσεις ήταν σχεδόν στο σύνολό τους αρνητικές, αναδεικνύοντας τις ανησυχίες για το ενεργειακό κόστος, την κατανάλωση φυσικών πόρων και τις επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες.
Παράλληλα, οι ψηφοφόροι κλήθηκαν να αποφασίσουν για 41 τοπικά δημοψηφίσματα και πρωτοβουλίες που αφορούσαν τα κέντρα δεδομένων. Τουλάχιστον 10 κοινότητες ενέκριναν απαγορεύσεις ή περιορισμούς στην ανάπτυξή τους.
Επενδύσεις 5 τρισ. δολαρίων και ο κίνδυνος για τις αγορές
Πίσω από την πολιτική αντιπαράθεση βρίσκεται μια τεράστια οικονομική επιχείρηση, με επενδύσεις που αναμένεται να αλλάξουν τον ενεργειακό και τεχνολογικό χάρτη των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της JPMorgan Asset Management, η κατασκευή των υποδομών που απαιτούνται για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να κοστίσει περίπου 5 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2030.
Από αυτό το ποσό, περίπου 2 τρισεκατομμύρια δολάρια εκτιμάται ότι θα χρηματοδοτηθούν μέσω της έκδοσης ομολόγων και άλλων μορφών δανεισμού επενδυτικής βαθμίδας.
Το μέγεθος των επενδύσεων καθιστά την ταχύτητα υλοποίησης των έργων καθοριστική για την οικονομική τους βιωσιμότητα. Τα κέντρα δεδομένων δεν μπορούν να αποφέρουν τις αναμενόμενες αποδόσεις πριν ολοκληρωθούν και τεθούν σε πλήρη λειτουργία.
Κατά συνέπεια, καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις μπορούν να μεταθέσουν χρονικά την ολοκλήρωση των εγκαταστάσεων και την έναρξη των εσόδων. Την ίδια στιγμή, η αύξηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και δανεισμού επιβαρύνει τους προϋπολογισμούς των έργων και περιορίζει τις προσδοκώμενες αποδόσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική αντίδραση στην επέκταση των κέντρων δεδομένων δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά ζήτημα περιβαλλοντικής προστασίας ή τοπικών αντιδράσεων. Μπορεί να εξελιχθεί σε παράγοντα που θα επηρεάσει άμεσα τη χρηματοδότηση, την κερδοφορία και τον ρυθμό ανάπτυξης ολόκληρης της βιομηχανίας τεχνητής νοημοσύνης.
Η εκλογική ήττα του Μασκ, επομένως, ενδέχεται να αποδειχθεί κάτι πολύ ευρύτερο από μια αποτυχημένη προσπάθεια ενός δισεκατομμυριούχου να ενισχύσει τους πολιτικούς του συμμάχους.
Αναδεικνύει μια αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στη συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, την ώρα που οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη εισέρχονται σε μια εξαιρετικά δαπανηρή και κρίσιμη φάση.
- Λεπέν – Μελανσόν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών; Το σενάριο που κερδίζει έδαφος – Σε κρίση η κεντροδεξιά
- Χαμενεΐ: «Οι ενδιάμεσες εκλογές δεν θα αλλάξουν την εχθρική στάση των ΗΠΑ - Νέες επιθέσεις, ευρύτερη απάντηση»
- Ισπανία: Ο Σάντσεθ χάνει έναν από τους βασικούς συμμάχους του μετά την παραίτηση Πουέντε
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.