ΚΑΙΡΟΣ

ΗΠΑ και Ιράν έκλεισαν συμφωνία - Πόσο γρήγορα μπορεί να επιστρέψει η κανονικότητα

Your browser doesn’t support HTML5 audio

Η επαναλειτουργία του Ορμούζ φέρνει αισιοδοξία στις αγορές - Ειδικοί προειδοποιούν ότι η αποκατάσταση ροών και αλυσίδων απαιτεί χρόνο

Περισσότερους από 3 μήνες μετά την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν, η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη κατέληξαν σε συμφωνία-πλαίσιο που φιλοδοξεί να οδηγήσει σε μια πιο μόνιμη αποκλιμάκωση της κρίσης.

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή είχε προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, εκτοξεύοντας τις τιμές του πετρελαίου, καθώς πρακτικά ανέστειλε τη λειτουργία ενός από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους μεταφοράς πετρελαίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και άλλων βασικών εμπορευμάτων παγκοσμίως.

Ωστόσο, παρά τη συμφωνία, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι άμεση. Η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ θα απαιτήσει χρόνο, ενώ οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου ενδέχεται να συνεχίσουν να γίνονται αισθητές για μήνες.

Πότε θα ανοίξει πλήρως το Στενό του Ορμούζ

«Αφήστε το πετρέλαιο να ρέει!», έγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χαιρετίζοντας τη συμφωνία, η οποία, όπως υποστήριξε, προβλέπει και την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ για τη διεθνή εμπορική ναυτιλία.

Παρά τις ανακοινώσεις, τα στοιχεία παρακολούθησης πλοίων δείχνουν ότι η κίνηση στην περιοχή παραμένει ιδιαίτερα περιορισμένη.

Σύμφωνα με την πλατφόρμα MarineTraffic, μόλις δύο πλοία με ενεργοποιημένα συστήματα εντοπισμού έχουν εξέλθει από τα Στενά από την Κυριακή: ένα φορτηγό πλοίο ξηρού φορτίου και ένα δεξαμενόπλοιο.

Η ναυσιπλοΐα είχε ουσιαστικά διακοπεί από τις 28 Φεβρουαρίου, με ελάχιστες εξαιρέσεις για πλοία που θεωρούνταν φιλικά προς το Ιράν.

Περίπου 200 πλοία παρέμειναν εγκλωβισμένα στον Περσικό Κόλπο, καθώς ο κίνδυνος ναρκών και επιθέσεων με drones καθιστούσε εξαιρετικά επικίνδυνη τη διέλευση.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics, Νιλ Σίρινγκ, σημείωσε ότι μένει να φανεί αν η συμφωνία θα αποτελέσει μια «εύθραυστη ανακωχή» ή μια πραγματικά βιώσιμη διευθέτηση.

Όπως εξήγησε, ακόμη κι αν πλέον τα πλοία μπορούν να κινηθούν με μεγαλύτερη ασφάλεια, απαιτείται χρόνος για να αποκατασταθεί η ομαλή ροή των ενεργειακών φορτίων.

«Τα δεξαμενόπλοια βρίσκονται σε λάθος σημεία, οι εγκαταστάσεις παραγωγής και διύλισης πρέπει να επανέλθουν σε πλήρη λειτουργία, ενώ παραμένουν ερωτήματα για το κόστος και τη διαθεσιμότητα ασφαλιστικής κάλυψης για τα πλοία που θα διέρχονται από τα Στενά», ανέφερε.

Ακόμη και κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας που προηγήθηκε της συμφωνίας, πολλές ναυτιλιακές εταιρείες δίσταζαν να μετακινήσουν τα πλοία τους εκτός της περιοχής.

Τι σημαίνει αυτό για τις τιμές του πετρελαίου

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, περίπου το 20% των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και LNG διέρχεται από το Ορμούζ.

Η διακοπή της κυκλοφορίας είχε οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των τιμών του πετρελαίου, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος βενζίνης, πετρελαίου κίνησης και αεροπορικών καυσίμων.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, το Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς για το πετρέλαιο, έφτασε σχεδόν τα 120 δολάρια ανά βαρέλι, από επίπεδα κάτω των 70 δολαρίων πριν ξεσπάσει ο πόλεμος.

Μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας-πλαισίου, η τιμή του Brent υποχώρησε στα 83,55 δολάρια ανά βαρέλι.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι το Στενό του Ορμούζ θα ανοίξουν πλήρως μόλις υπογραφεί επισήμως η συμφωνία την Παρασκευή, προκειμένου να ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις αποναρκοθέτησης.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον απόστρατο υποναύαρχο του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού Μαρκ Μοντγκόμερι, η πλήρης απομάκρυνση των ναρκών μπορεί να απαιτήσει από εβδομάδες έως και μήνες.

Ο ίδιος εκτίμησε ότι η επιστροφή σε φυσιολογικά επίπεδα μεταφοράς πετρελαίου δεν θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη.

«Θα χρειαστεί περίπου ένας έως ενάμισης μήνας για να επανέλθει η αγορά σε κανονικούς ρυθμούς, με τα πλοία να κινούνται ομαλά και τις προμήθειες να αποκατασταθούν πλήρως», ανέφερε.

Πιθανή αποκλιμάκωση και στις τιμές τροφίμων

Η συμφωνία ενδέχεται να επηρεάσει θετικά και τις διεθνείς τιμές τροφίμων.

Βασικός λόγος είναι ότι η παραγωγή λιπασμάτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, με το κόστος τους να έχει εκτοξευθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Ο αναλυτής ενέργειας της Quilter Cheviot, Μαουρίτσιο Καρούλι, εκτίμησε ότι η εκεχειρία μπορεί να μειώσει τις πιέσεις στις αγορές λιπασμάτων, χωρίς όμως άμεσα αποτελέσματα.

Όπως εξήγησε, περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων, καθώς και μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων, διέρχονται από το Στενό του Ορμούζ.

Παράλληλα, οι ζημιές που έχουν υποστεί ενεργειακές υποδομές θα χρειαστούν χρόνο για να αποκατασταθούν.

Ο ίδιος προειδοποίησε ότι σε πολλές περιοχές του κόσμου η καλλιεργητική περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει, γεγονός που σημαίνει ότι η επαναφορά των προμηθειών αζωτούχων και φωσφορικών λιπασμάτων ενδέχεται να έρθει πολύ αργά για τις φετινές σοδειές, επηρεάζοντας αρνητικά τη γεωργική παραγωγή.

Υποχώρηση και στα αεροπορικά καύσιμα - Επιπτώσεις σε πληθωρισμό

Ήδη καταγράφεται αποκλιμάκωση στις τιμές των αεροπορικών καυσίμων στη βορειοδυτική Ευρώπη.

Η τιμή του jet fuel διαμορφώνεται πλέον στα 1.033 δολάρια ανά τόνο. Πριν από την έναρξη της σύγκρουσης βρισκόταν στα 831 δολάρια, ενώ στο αποκορύφωμα της κρίσης είχε αγγίξει τα 1.840 δολάρια ανά τόνο.

Ο πόλεμος με το Ιράν επηρέασε τις οικονομίες σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς η άνοδος του ενεργειακού κόστους τροφοδότησε νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων.

Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε πολλές κεντρικές τράπεζες να εξετάσουν το ενδεχόμενο διατήρησης ή ακόμη και αύξησης των επιτοκίων για τον περιορισμό του πληθωρισμού.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν από την έναρξη του πολέμου, οι αγορές θεωρούσαν σχεδόν βέβαιη τη μείωση των επιτοκίων από την Τράπεζα της Αγγλίας μέσα στο έτος.

Ωστόσο, η άνοδος των τιμών ενέργειας ανέτρεψε τις προβλέψεις, με τους επενδυτές να θεωρούν πιθανή ακόμη και νέα αύξηση των επιτοκίων.

Σύμφωνα με τον διευθυντή επενδύσεων της AJ Bell, Ρας Μολντ, οι αγορές μέχρι πρόσφατα προεξοφλούσαν δύο αυξήσεις επιτοκίων έως τις αρχές του 2027.

Μετά τη συμφωνία, οι εκτιμήσεις έχουν αλλάξει σημαντικά, με τα σενάρια να περιορίζονται σε μία μόνο αύξηση έως το τέλος του έτους και ενδεχομένως καμία μεταβολή κατά το πρώτο εξάμηνο του 2027.

Όπως σημείωσε, αυτό θα μπορούσε να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων για νέες προσλήψεις, να ενθαρρύνει την κατανάλωση και να δώσει νέα ώθηση στην αγορά ακινήτων, η οποία τους τελευταίους μήνες είχε παρουσιάσει σημάδια επιβράδυνσης.

Πηγή: skai.gr