ΚΑΙΡΟΣ

Η γέφυρα που ενώνει Πούτιν και Κιμ: Πώς ένα έργο υποδομής σφραγίζει μια «συμμαχία αίματος» δισεκατομμυρίων

Your browser doesn’t support HTML5 audio

Η ολοκλήρωση της πρώτη οδικής γέφυρας στον ποταμό Τούμεν δεν είναι απλά ένα έργο υποδομής, αλλά το απτό σύμβολο μιας στρατιωτικής σύμπραξης δισεκατομμυρίων   

Η πρώτη οδική γέφυρα μεταξύ Ρωσίας και Βόρειας Κορέας, πάνω από τον ποταμό Τούμεν, δεν είναι απλώς ένα έργο υποδομής. Αποτελεί το πιο ορατό σύμβολο μιας στρατιωτικής σχέσης που μέσα σε λίγο περισσότερο από δύο χρόνια μετατράπηκε από ευκαιριακή συναλλαγή σε αυτό που αναλυτές πλέον αποκαλούν «μακροπρόθεσμη συμμαχία αίματος».

Από τη Σύνοδο του 2024 στη «σταθερή βάση» του 2027-2031

Η αφετηρία εντοπίζεται τον Ιούνιο του 2024, όταν ο Βλαντίμιρ Πούτιν επισκέφθηκε την Πιονγκγιάνγκ και υπέγραψε με τον Κιμ Γιονγκ Ουν το Σύμφωνο Ολοκληρωμένης Στρατηγικής Συνεργασίας, το οποίο αναβίωσε στοιχεία της στενής στρατιωτικής σχέσης που είχε η Μόσχα με τη Βόρεια Κορέα κατά τη σοβιετική περίοδο. Έκτοτε, οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες απέκτησαν τη μορφή ενός οργανωμένου ανταλλακτικού μοντέλου: όπλα και στρατιώτες από την Πιονγκγιάνγκ, τεχνολογία και στρατιωτική τεχνογνωσία από τη Μόσχα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του νοτιοκορεάτικου think tank Institute for National Security Strategy τα έσοδα της Βόρειας Κορέας από τις εξαγωγές όπλων και την αποστολή στρατευμάτων στη Ρωσία ανέρχονται στα 14,4 δισ. δολ., ποσό που ξεπερνά το ετήσιο ΑΕΠ της. 

Έκτοτε, η Βόρεια Κορέα έχει στείλει στη Ρωσία χιλιάδες εμπορευματοκιβώτια με πυρομαχικά (πυροβολικό, βλήματα, αντιαρματικά συστήματα, βαλλιστικούς πυραύλους) αλλά και δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους όπως στρατιώτες που πολέμησαν στο μέτωπο, αλλά και εργάτες που στελεχώνουν ρωσικά εργοστάσια και υποδομές.

Σε αντάλλαγμα, η Μόσχα προσφέρει στην Πιονγκγιάνγκ κάτι πολύ πιο πολύτιμο από το χρήμα. Την πρόσβαση σε σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία. Αναλυτές κάνουν λόγο για μεταφορά τεχνογνωσίας σε μη επανδρωμένα οχήματα και «drones-καμικάζι» (loitering munitions), αλλά και σε βαλλιστικά και αντιαεροπορικά συστήματα, καθώς και πιθανή υποστήριξη στο ναυτικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας και στον πυρηνικό της τομέα.

Τον Απρίλιο του 2026 η συνεργασία προχώρησε ένα βήμα παρακάτω. Ο Ρώσος υπουργός Άμυνας, Αντρέι Μπελούσοφ, ανακοίνωσε ότι οι δύο χώρες έχουν συμφωνήσει να θέσουν τη στρατιωτική τους συνεργασία σε «σταθερή, μακροπρόθεσμη βάση», με σχέδιο που θα καλύπτει την πενταετία 2027-2031 και θα περιλαμβάνει τεχνολογικές μεταφορές, κοινή παραγωγή όπλων, τακτικές κοινές ασκήσεις και ενσωμάτωση της εφοδιαστικής αλυσίδας, ένα μοτίβο ανάλογο με αυτό που έχει η Ρωσία με τη Λευκορωσία και την Ινδία.

Το τίμημα του Κουρσκ και οι φόβοι για 30.000 ακόμη στρατιώτες

Η πιο ορατή πλευρά της συνεργασίας παραμένει η ανθρώπινη. Από το 2024, όταν η Ουκρανία εισέβαλε στην περιοχή Κουρσκ, η Βόρεια Κορέα έχει αναπτύξει εκεί δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες. Σήμερα εκτιμάται ότι περίπου 10.000 μαχητικά στρατεύματα και 1.000 μηχανικοί παραμένουν στην περιοχή, ενώ το κόστος για την Πιονγκγιάνγκ ήταν βαρύ καθώς γύρω στους 6.000 βορειοκορεάτες στρατιώτες (πάνω από το ένα τρίτο όσων στάλθηκαν) έχουν σκοτωθεί ή τραυματιστεί, πολλοί σε επιθέσεις «ανθρώπινου κύματος».

Παρά το κόστος αυτό, το καθεστώς του Κιμ φαίνεται να το θεωρεί επένδυση. Κι αυτό γιατί ο βορειοκορεατικός στρατός αποκτά σύγχρονη μάχιμη τακτική και πολύτιμα δεδομένα πεδίου μάχης, ενώ αναβαθμίζει τα οπλικά του συστήματα με την τεχνική υποστήριξη της Ρωσίας. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτουργεί για τη Βόρεια Κορέα ως πεδίο δοκιμών σε πραγματικές συνθήκες. Η Ουκρανία υποστηρίζει ότι η Ρωσία αξιοποίησε τις επιχειρησιακές συνθήκες του πολέμου για να συλλέξει δεδομένα σχετικά με τη χρήση των βορειοκορεατικών πυραύλων KN-23  βελτιώνοντας δραστικά την ακρίβειά τους, από απόκλιση αρκετών χιλιομέτρων σε ακρίβεια λίγων μέτρων, σύμφωνα με ουκρανικές εκτιμήσεις, με τα βελτιωμένα σχέδια να επιστρέφουν στην Πιονγκγιάνγκ.

Πρόσφατα ο Ζελένσκι προειδοποίησε ότι η Μόσχα ετοιμάζεται να υποδεχθεί άλλους 30.000 βορειοκορεάτες στρατιώτες, με τις προετοιμασίες υποδοχής να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στην περιοχή Βορόνεζ από τον Ιούνιο. Η Σεούλ αντέδρασε επίσημα, δηλώνοντας ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και ζητώντας να σταματήσει άμεσα η στρατιωτική συνεργασία, καθώς παραβιάζει ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Μια Δύση με περιορισμένα εργαλεία

Η δυτική απάντηση σε αυτή την εμβάθυνση της συνεργασίας παραμένει, ως τώρα, αναποτελεσματική. Κι αυτό γιατί το βασικό πρόβλημα είναι δομικό. Η Ρωσία, ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, μπορεί η ίδια να μπλοκάρει οποιαδήποτε ουσιαστική νέα δράση σε πολυμερές επίπεδο. Αυτό έγινε ξεκάθαρο τον Μάρτιο του 2024, όταν η Μόσχα καταψήφισε την ανανέωση της ομάδας εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ που παρακολουθούσε επί σχεδόν δύο δεκαετίες την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Βόρειας Κορέας, τεκμηριώνοντας μεθόδους καταστρατήγησής τους, όπως οι μεταφορές πλοίο-προς-πλοίο πετρελαίου και άνθρακα στα ανοιχτά των ρωσικών και κινεζικών ακτών.

Ως απάντηση στο κενό αυτό, οι ΗΠΑ σχημάτισαν μαζί με τη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία και άλλες οκτώ χώρες μια νέα Πολυμερή Ομάδα Παρακολούθησης Κυρώσεων (MSMT), ενώ η Ουάσιγκτον έχει επιβάλει επανειλημμένα μεμονωμένες κυρώσεις σε πρόσωπα και οντότητες που εμπλέκονται σε μεταφορές όπλων μεταξύ Ρωσίας και Βόρειας Κορέας. Στο Κογκρέσο έχει επίσης κατατεθεί νομοσχέδιο που ζητά τη διαμόρφωση συνολικής στρατηγικής για την αναχαίτιση της αυξανόμενης συνεργασίας ανάμεσα σε Κίνα, Ρωσία, Ιράν και Βόρεια Κορέα.

Ωστόσο, κανένα από αυτά τα εργαλεία δεν έχει καταφέρει να ανακόψει ουσιαστικά τη ροή όπλων, στρατευμάτων και τεχνολογίας. Στο ΝΑΤΟ, η ρητορική εντείνεται αμοιβαία. Η Μόσχα κατηγορεί τη Συμμαχία για «στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης», ενώ Ουάσιγκτον και σύμμαχοι ζητούν αυστηρότερη εφαρμογή κυρώσεων μέσω του ΟΗΕ, με Ρωσία και Κίνα να τάσσονται σταθερά υπέρ της χαλάρωσής τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα οδική γέφυρα στον Τούμεν, η οποία, σύμφωνα με έρευνα της ουκρανικής οργάνωσης Truth Hounds, θα διευκολύνει περαιτέρω τις δυσκολότερα ανιχνεύσιμες οδικές μεταφορές στρατιωτικού υλικού και προσωπικού, δεν είναι απλά ένα έργο υποδομής. Στην πραγματικότητα, αποτελεί την υλική αποτύπωση μιας νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας. Μιας Ρωσίας και μιας Βόρειας Κορέας που έρχονται πιο κοντά, την ώρα που η Δύση προσπαθεί να βρει τρόπους να περιορίσει αυτή τη σύγκλιση.

Πηγή: skai.gr