Υπόθεση Έπσταϊν: 22χρονη που παγιδεύτηκε στον «κύκλο» του μιλά για πρώτη φορά – Πώς κατάφερε να ξεφύγει

Η Τζούλια Μολτσάνοβα περιγράφει στη Wall Street Journal πώς ο Έπσταϊν την προσέγγισε με υπόσχεση για καριέρα στη μόδα και την έλεγχε για χρόνια

Έπσταϊν: Η 22χρονη που παγιδεύτηκε στον κόσμο του αποκαλύπτει για πρώτη φορά πώς ξέφυγε

Η Τζούλια Μολτσάνοβα ήταν μόλις 22 ετών όταν γνώρισε τον Τζέφρι Έπσταϊν στη Νέα Υόρκη. Μιλούσε ελάχιστα αγγλικά, σπούδαζε design στη Ρωσία και ονειρευόταν να κάνει καριέρα στη μόδα.

Εκείνος της υποσχέθηκε ότι θα τη βοηθούσε να σπουδάσει στο Fashion Institute of Technology της Νέας Υόρκης.

Ήταν, όπως περιγράφει σήμερα, η «παγίδα».

Για πρώτη φορά, η Μολτσάνοβα μίλησε δημόσια για την πολυετή εμπειρία της δίπλα στον Έπσταϊν, περιγράφοντας στη Wall Street Journal πώς η υπόσχεση για μια καλύτερη ζωή μετατράπηκε σε χρόνια σεξουαλικής κακοποίησης, ψυχολογικού ελέγχου και οικονομικής χειραγώγησης.

Παράλληλα αποκάλυψε ότι ήταν η ίδια πίσω από το ψευδώνυμο «Jane Doe» που τέθηκε επικεφαλής της ομαδικής αγωγής θυμάτων εναντίον της Bank of America.

Η πρώτη γνωριμία στη Νέα Υόρκη

Ήταν Δεκέμβριος του 2011 όταν η Μολτσάνοβα ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη. Ο Έπσταϊν την εντόπισε στον δρόμο, κοντά στο Barneys στη Madison Avenue, και της μίλησε. Την οδήγησε στο κοντινό αρχοντικό του και, μέσω μιας νεαρής Ρωσίδας που λειτουργούσε ως μεταφράστρια, άρχισε να τη ρωτά για τη ζωή και τα όνειρά της.

Όταν του είπε ότι σπούδαζε design και ενδιαφερόταν για τη μόδα, της πρότεινε να τη βοηθήσει να φοιτήσει στο Fashion Institute of Technology.

Η υπόσχεση αυτή ήταν αρκετή για να την πείσει.

Επιστρέφοντας στη Ρωσία, άρχισε να παρακολουθεί επιπλέον μαθήματα ραπτικής, προετοιμαζόμενη για τις σπουδές της στη Νέα Υόρκη. Τα χρήματα για τα μαθήματα, σύμφωνα με την ίδια, προέρχονταν από τον Έπσταϊν.

Τον Ιανουάριο του 2012 την κάλεσε ξανά στη Νέα Υόρκη, υποστηρίζοντας ότι θα της έδειχνε το πανεπιστήμιο. Την εγκατέστησε σε διαμέρισμα που έλεγχε ο ίδιος και όπου, όπως περιγράφει, έμεναν και άλλες γυναίκες του περιβάλλοντός του.

Εκεί, σύμφωνα με την αφήγησή της, την κακοποίησε σεξουαλικά για πρώτη φορά.

Όταν του εξέφρασε την ενόχλησή της, υποστηρίζει ότι της είπε πως η σεξουαλική «ανοιχτότητα» αποτελούσε μέρος της αμερικανικής κουλτούρας και ότι θα έπρεπε να αλλάξει προκειμένου να προσαρμοστεί.

Από την «ευκαιρία» στον απόλυτο έλεγχο

Ένα ταξίδι στο Παρίσι τον επόμενο μήνα αποτέλεσε, σύμφωνα με τη Μολτσάνοβα, ακόμη ένα βήμα στην παγίδευσή της.

Βρισκόταν στην πόλη μαζί με τον τότε σύντροφό της, όταν ένας καβγάς μεταξύ τους εξελίχθηκε σε βίαιο περιστατικό. Φοβισμένη, έστειλε μήνυμα στον Έπσταϊν, ο οποίος βρισκόταν επίσης στο Παρίσι.

Εκείνος τη βοήθησε να απομακρυνθεί από τον σύντροφό της και να επιστρέψει στη Ρωσία.

Αργότερα η Μολτσάνοβα μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και άρχισε να ακολουθεί τις οδηγίες του, πιστεύοντας ότι έτσι θα έφτανε τελικά στον χώρο της μόδας.

Οι υποσχέσεις για σπουδές όμως δεν υλοποιήθηκαν.

Αντί για φοιτήτρια design, βρέθηκε να αποκαλείται «assistant» του Έπσταϊν.

Η ίδια περιγράφει την κατάσταση ως κάτι που έμοιαζε με «αίρεση». Ο Έπσταϊν, σύμφωνα με την αφήγησή της, απαιτούσε από τις γυναίκες να τον ευχαριστούν συνεχώς, να δείχνουν χαρούμενες και να είναι φιλικές με τους ανθρώπους γύρω του.

Παράλληλα, τις πίεζε να του φέρνουν άλλες γυναίκες.

Η Μολτσάνοβα λέει ότι επειδή δεν ανταποκρινόταν σε αυτή την απαίτηση, ο θυμός του απέναντί της αυξανόταν.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως περιγράφει, την έκλεινε σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του και την κρατούσε κλειδωμένη και απομονωμένη για ημέρες.

Ο έλεγχος, σύμφωνα με την ίδια, επεκτεινόταν σχεδόν σε κάθε πλευρά της ζωής της: στα χρήματα που ξόδευε, στα ρούχα που φορούσε, στο μήκος των μαλλιών της, στους γιατρούς που επισκεπτόταν και στους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόταν.

Λέει ότι λάμβανε συνήθως λιγότερα από 3.000 δολάρια τον μήνα, με το ποσό να μεταβάλλεται.

Η εταιρεία που δημιουργήθηκε στο όνομά της

Το 2014 δημιουργήθηκε μια εταιρεία με την επωνυμία JSC Interiors στο όνομα της Μολτσάνοβα.

Όπως υποστηρίζει, ο Έπσταϊν της παρουσίασε την εταιρεία ως ευκαιρία για να ξεκινήσει τη δική της επιχείρηση στον χώρο του design.

Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την ίδια, χρησιμοποιήθηκε για οικονομικές συναλλαγές και μεταφορές χρημάτων τις οποίες δεν γνώριζε.

Η ίδια λέει ότι έκανε ορισμένες δουλειές σχετικές με design, όπως την οργάνωση ανθοστολισμών, αλλά δεν είχε πραγματικό έλεγχο της εταιρείας.

Χρόνια αργότερα, όταν άρχισε να εξετάζει τα οικονομικά της, ανακάλυψε πιστωτικές κάρτες και δαπάνες που δεν αναγνώριζε.

«Ήταν μια ψευδαίσθηση ότι έχεις κάτι. Στην πραγματικότητα δεν είχα τίποτα και αυτό ήταν μόνο προς όφελός του», περιγράφει.

Δικηγόροι του Έπσταϊν και του λογιστή του, Ρίτσαρντ Καν, αρνήθηκαν ότι γνώριζαν πως η Μολτσάνοβα ήταν θύμα κακοποίησης ή trafficking. Υποστήριξαν ότι την αντιμετώπιζαν ως μία από τις βοηθούς του και ότι δεν είχαν λόγο να αρνηθούν τις υπηρεσίες που ζητούσε.

«Ήθελα να έχω ξανά τη φυσιολογική μου ζωή»

Η Μολτσάνοβα άρχισε σταδιακά να προσπαθεί να απομακρυνθεί.

Το 2019, ανοίγοντας μια εφαρμογή παρακολούθησης πιστωτικού ιστορικού, είδε πιστωτικές κάρτες και συναλλαγές που δεν αναγνώριζε. Τότε κατάλαβε ότι η χρήση του ονόματός της από τον Έπσταϊν ήταν πιθανότατα πολύ ευρύτερη από ό,τι πίστευε.

Άρχισε να ζητά εξηγήσεις από τους συνεργάτες του και να απαιτεί να αποχωρήσει από την JSC Interiors.

Στις 4 Απριλίου 2019 έστειλε μήνυμα στον ίδιο τον Έπσταϊν.

Του έγραψε ότι αισθανόταν άβολα με την κατάσταση και ότι ήθελε να έχει «τη φυσιολογική της ζωή».

Ο Έπσταϊν την κάλεσε να πάει στο Παλμ Μπιτς. Εκείνη δεν πήγε.

Όπως είπε στη Wall Street Journal, φοβόταν ότι αν πήγαινε, «κάποιος θα με έβρισκε στον πάτο της πισίνας του».

Παρά τις προσπάθειες ανθρώπων του περιβάλλοντος του Έπσταϊν να την πείσουν να επικοινωνήσει ξανά μαζί του, δεν επέστρεψε.

Τον Ιούνιο του 2019, λίγο πριν από τη σύλληψή του, ζωγράφισε έναν αρκούδο να συλλαμβάνεται και να αποκεφαλίζεται.

Για χρόνια χρησιμοποιούσε για τον Έπσταϊν το ρωσικό παρατσούκλι «Mishka», δηλαδή «αρκουδάκι», εμπνευσμένο από ένα τραγούδι για έναν αρκούδο που ήταν εγκληματίας.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 6 Ιουλίου 2019, ο Έπσταϊν συνελήφθη.

Στις 10 Αυγούστου βρέθηκε νεκρός στο κελί του. Ο θάνατός του χαρακτηρίστηκε αυτοκτονία.

Η «Jane Doe» πίσω από την αγωγή κατά της Bank of America

Η ιστορία της Μολτσάνοβα συνδέεται πλέον και με μια μεγάλη δικαστική υπόθεση εναντίον της Bank of America.

Η αγωγή είχε κατατεθεί αρχικά από γυναίκα με το ψευδώνυμο «Jane Doe» και υποστήριζε ότι η τράπεζα αγνόησε ύποπτες συναλλαγές που συνδέονταν με το δίκτυο του Έπσταϊν.

Η Bank of America αρνήθηκε ότι διευκόλυνε το trafficking και δεν παραδέχθηκε αδίκημα.

Συμφώνησε ωστόσο σε διακανονισμό ύψους 72,5 εκατ. δολαρίων, ο οποίος εγκρίθηκε οριστικά από ομοσπονδιακό δικαστή στη Νέα Υόρκη στις 27 Αυγούστου. Τα χρήματα θα διανεμηθούν σε γυναίκες που εντάσσονται στην ομάδα των θυμάτων της υπόθεσης.

Η Μολτσάνοβα αποκάλυψε τώρα ότι ήταν η βασική ενάγουσα πίσω από την υπόθεση.

Για εκείνη, όμως, η δικαστική διαδικασία είχε σημαντικό προσωπικό κόστος. Χρειάστηκε να μοιραστεί ακόμη και ιδιαίτερα ευαίσθητα στοιχεία του ιατρικού ιστορικού της.

Παρά τις δυσκολίες, λέει ότι αισθάνεται πως η απόφαση μπορεί να βοηθήσει και άλλες γυναίκες που δεν έχουν ακόμη μιλήσει.

«Ο άνθρωπος έπρεπε να είναι στη φυλακή. Το σύστημα ήταν αυτό που μας απέτυχε», είπε.

Σήμερα, στα 37 της, η Μολτσάνοβα προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της. Έχει ξεκινήσει δικό της fashion brand και δηλώνει ότι θέλει να χρησιμοποιήσει την εμπειρία της για να στηρίξει άλλα θύματα εγκληματικών πράξεων.

Η δημόσια αφήγησή της έρχεται χρόνια μετά την αποχώρησή της από τον κόσμο του Έπσταϊν και λίγες ημέρες μετά την οριστική έγκριση του μεγάλου διακανονισμού με την Bank of America.

Για πρώτη φορά, η γυναίκα που μέχρι τώρα κρυβόταν πίσω από το όνομα «Jane Doe» δίνει πρόσωπο και φωνή σε μια υπόθεση που εξακολουθεί να αποκαλύπτει νέες πτυχές του τρόπου με τον οποίο ο Έπσταϊν προσέγγιζε, χειραγωγούσε και έλεγχε νεαρές γυναίκες.
 

Πηγή: skai.gr
5 0 Bookmark

Απόρρητο