ΚΑΙΡΟΣ

Ευρώπη: Ικανοποίηση στην Αριστερά, συγκράτηση στις κυβερνήσεις μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ

Your browser doesn’t support HTML5 audio

Ως «ηχηρό πλήμα» για τον Τραμπ περιγράφει συνοπτικά η ευρωπαϊκή Αριστερά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, ενώ οι κυβερνήσεις μέχρι στιγμής δεν αντιδρούν

Ως ηχηρή αποδοκιμασία της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) και εξέλιξη που ενδέχεται να επηρεάσει τις διατλαντικές σχέσεις αντιμετωπίζουν τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης τη σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν Βρετανοί αναλυτές, η ξεκάθαρη επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου θα περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων του Αμερικανού προέδρου τα επόμενα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του.

Διαβάστε εδώ όλες τις εξελίξεις στις ενδιάμεσες εκλογές

Η εφημερίδα Guardian χαρακτηρίζει το αποτέλεσμα ισχυρό πλήγμα για τον Τραμπ, επισημαίνοντας ότι οι Δημοκρατικοί αποκτούν πλέον τη δυνατότητα να εμποδίζουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, να μπλοκάρουν κυβερνητικούς διορισμούς και να διεξάγουν κοινοβουλευτικές έρευνες. Ωστόσο, όπως τονίζει, η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν σημαίνει απαραίτητα αλλαγή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αντιθέτως, εκτιμά ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να γίνει ακόμη πιο απρόβλεπτος στις σχέσεις του με τους Ευρωπαίους συμμάχους αλλά και γενικότερα.

Ανάλογη είναι η προσέγγιση και της εφημερίδας Financial Times, η οποία αποδίδει την εκλογική ανατροπή στη δυσαρέσκεια των Αμερικανών για το αυξημένο κόστος ζωής, τις τιμές των καυσίμων και τον πόλεμο με το Ιράν.

Το BBC με τη σειρά εστιάζει στο γεγονός ότι οι ψηφοφόροι επέλεξαν να περιορίσουν την εξουσία του Λευκού Οίκου.

Στο πολιτικό επίπεδο, προς το παρόν μόνο ο ηγέτης των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, Εντ Ντέιβι, χαιρέτισε το αποτέλεσμα ως απόρριψη της «πολιτικής του μίσους, του διχασμού και της οικονομικής ζημιάς». Γενικότερα, η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών έγινε δεκτή θετικά και από προοδευτικούς πολιτικούς κύκλους στη Βρετανία.

Από την πλευρά της κυβέρνησης, ακόμη δεν υπάρχει, επίσημη τοποθέτηση του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ για το αποτέλεσμα. Το Λονδίνο πάντως καλείται να διατηρήσει ισορροπημένες σχέσεις με την Ουάσιγκτον, ανεξάρτητα από τις πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ, σημειώνουν οι μετριοπαθείς αναλυτές.

Οι δύο χώρες συνδέονται ιστορικά με τη λεγόμενη «ειδική σχέση», όρο που καθιέρωσε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ το 1946. Η συνεργασία τους ενισχύθηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ψυχρό Πόλεμο και εξακολουθεί να στηρίζεται στο ΝΑΤΟ, την ανταλλαγή πληροφοριών και τις στενές οικονομικές σχέσεις.

Παρά τη διαχρονική σημασία αυτής της συνεργασίας, η πολιτική Τραμπ έχει προκαλέσει τριβές μεταξύ των δύο πλευρών, ιδιαίτερα στα ζητήματα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, των εμπορικών δασμών και του πολέμου με το Ιράν. Για τη Βρετανία, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο το νέο Κογκρέσο θα περιορίσει την πολιτική του Αμερικανού προέδρου ή θα οδηγήσει σε μια ακόμη πιο δύσκολη περίοδο στις σχέσεις Λονδίνου και Ουάσιγκτον.

Γερμανία: «Συγχαρητήρια στους Δημοκρατικούς, συνεχίζουμε με Τραμπ»

Στη Γερμανία, οι περισσότεροι πολιτικοί και τα ΜΜΕ υποδέχθηκαν αφενός με ικανοποίηση - και ανακούφιση - το αποτέλεσμα των εκλογών στις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα με ρεαλισμό και νηφαλιότητα, διευκρινίζοντας ότι δεν θα πρέπει να καλλιεργούνται υπερβολικές προσδοκίες για μια σημαντικά διαφορετική εξωτερική πολιτική από την Ουάσινγκτον. Στάση αναμονής τηρεί και η κυβέρνηση.

Ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέφεν Μάιερ διευκρίνισε ότι δεν σχολιάζει εκλογικά αποτελέσματα σε άλλες χώρες και περιορίστηκε να δηλώσει ότι οι ΗΠΑ είναι και θα παραμείνουν σημαντικός εταίρος και σύμμαχος της Γερμανίας. «Θα συνεχίσουμε τη στενή συνεργασία μας με τις ΗΠΑ, ακόμη και με έναν διαφορετικό συσχετισμό στα δύο σώματα», ανέφερε ο κ. Μάιερ, ενώ πρόσθεσε ότι είναι νωρίς για να εκτιμήσει κανείς την ενδεχόμενη επίδραση του εκλογικού αποτελέσματος στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. «Η γερμανική κυβέρνηση έχει ωστόσο τα δικά της συμφέροντα και θα συνεχίσει να τα παρουσιάζει στην διατλαντική της σχέση: σταθερή διεθνή τάξη, εμπόριο βασισμένο σε κανόνες, ισχυρό ΝΑΤΟ. Αυτά τα θέματα διαμορφώνουν τις συζητήσεις μας», υπογράμμισε.

Ο Υπουργός 'Αμυνας Μπόρις Πιστόριους (SPD) συνεχάρηκε τους Δημοκρατικούς για την «ιστορική νίκη» τους, προειδοποίησε ωστόσο ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ παραμένει η ίδια και πρόσθεσε ότι η Γερμανία θα συνεχίσει να συνεργάζεται μαζί της σε πνεύμα εμπιστοσύνης. Σε ανάλογο πνεύμα ο αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ (SPD) έκανε λόγο για «σαρωτική νίκη» των Δημοκρατικών και εξέφρασε την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, όπως είπε, για πολύ καιρό η τάση ήταν μόνο προς τον δεξιό λαϊκισμό. «Τώρα κυριαρχεί το αστικό κέντρο. Το χέρι μας είναι απλωμένο», δήλωσε.

Ο αρμόδιος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) για θέματα εξωτερικής πολιτικής Νόρμπερτ Ρέτγκεν αναφέρθηκε σε «διόρθωση πορείας, η οποία θα είναι τουλάχιστον εφικτή», αλλά τόνισε ότι δεν βλέπει τέλος στον «Τραμπισμό», ο οποίος, όπως εξήγησε, «παραμένει έντονα εκπροσωπούμενος από άποψη συναισθημάτων και στάσης και έχει βαθιές ρίζες στην κοινωνία των ΗΠΑ».

Από την πλευρά της η αρχηγός της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) Αλίς Βάιντελ σημείωσε ότι δεν είναι ασυνήθιστο το κόμμα του προέδρου να χάνει τις ενδιάμεσες εκλογές. «Η έκταση ωστόσο της ήττας των Ρεπουμπλικανών είναι αξιοσημείωτη και μπορεί να εξηγηθεί κυρίως από τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν. Ο Τραμπ είχε υποσχεθεί ότι δεν θα ακολουθούσε παρεμβατική εξωτερική πολιτική. Αυτή η αθετημένη υπόσχεση έχει πλέον γυρίσει μπούμερανγκ», ανέφερε η κυρία Βάιντελ.

Οι ενδιάμεσες εκλογές κυριαρχούν σήμερα και στα γερμανικά ΜΜΕ: «Ο Τραμπ χάνει και ο κόσμος φοβάται τις συνέπειες», γράφει η BILD, ενώ το περιοδικό Der Spiegel σχολιάζει ότι «η ήττα των Ρεπουμπλικανών δείχνει ένα διεθνές μοντέλο: από τη Βουδαπέστη έως το Βελιγράδι, οι απολυταρχικοί ηγέτες σκοντάφτουν στον πληθωρισμό, στην πατερναλιστική οικονομία και στη διαφθορά». «Συγχαρητήρια στους Δημοκρατικούς, συνέχεια με τον Τραμπ», αναφέρει στο ρεπορτάζ του το ARD. «O άλλος χαμένος των εκλογών λέγεται Ίλον Μασκ», σημειώνει η Handelsblatt, αναδεικνύοντας τον αντίκτυπο του εκλογικού αποτελέσματος για τον επιχειρηματία. «Η μέρα που τελείωσε η λατρεία του ηγέτη», γράφει η Frankfurter Allgemeine Zeitung, η WELT κάνει λόγο για την Αμερική και «η ταλάντωση του εκκρεμούς της δημοκρατίας» και η Süddeutsche Zeitung επισημαίνει ότι «αυτό θα μπορούσε να είναι η αρχή για μια νέα Αμερική».

Ιταλία: «Ένα λαϊκό κύμα παρέσυρε τον Τραμπ και τους ρεπουμπλικανούς»

Με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολούθησε και η Ιταλία, την εκλογική βραδιά των Ηνωμένων Πολιτειών. Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι περιορίσθηκε, προς το παρόν, μόνον στο να τονίσει ότι «το σχόλιο για τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές θα γίνει μια άλλη στιγμή, διότι σήμερα η Ιταλία γιορτάζει τις ένοπλες δυνάμεις της».

Σε ό,τι αφορά την αντιπολίτευση, η γραμματέας του κεντροαριστερού «Δημοκρατικού Κόμματος, Έλι Σλάιν, υπογράμμισε ότι «η θέληση για αλλαγή οδήγησε στην πλειοψηφία σε βουλή και γερουσία» και συμπλήρωσε ότι «η ελπίδα των ανθρώπων είναι ισχυρότερη από τις δεξιές δυνάμεις που βρίσκονται στην εξουσία και η ενότητα είναι ισχυρότερη απ' όσους θέλουν να μας διχάσουν».

O δε κεντρώος πρώην πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, επικεφαλής του κόμματος «Ζωντανή Ιταλία» σχολίασε ότι «ο Τραμπ θα κυβερνήσει για άλλα δυο χρόνια, αλλά αυτό που προκύπτει από τις εκλογές αυτές, είναι ότι το πολιτικό πείραμα των Maga έχει αποδυναμωθεί ισχυρά, αν όχι ηττηθεί».

Πάντα από τον χώρο της αντιπολίτευσης, ο αρχηγός των Πέντε Αστέρων και πρώην πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε τόνισε ότι «από τις πλατείες της Ιταλίας, μέχρι τις αμερικανικές κάλπες που απέρριψαν τον Τραμπ, οι πολίτες έδειξαν ότι δεν ανέχονται άλλο παράνομους πολέμους, εξοπλιστικές κούρσες, την ακρίβεια, τις περικοπές και κάποια «δικαιώματα μερικής ισχύος»». «Ένα λαϊκό κύμα παρέσυρε τον Τραμπ και τους ρεπουμπλικανούς», έγραψε στο διαδίκτυο ο γραμματέας της Ιταλικής Αριστεράς, Νικόλα Φρατογιάννι.

Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι την τελευταία εβδομάδα της αμερικανικής προεκλογικής εκστρατείας, όλες οι πολιτικές δυνάμεις που συνθέτουν την ιταλική κυβέρνηση απέφυγαν την όποια αναφορά σε πιθανά ή επιθυμητά αποτελέσματα κρατώντας, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, «μια ξεκάθαρη απόσταση ασφαλείας».

Γαλλία: Συγκρατημένες οι πρώτες κυβερνητικές αντιδράσεις, πανηγυρίζει η αριστερά

Συγκρατημένες είναι και στη Γαλλία οι πρώτες κυβερνητικές αντιδράσεις μετά τα αποτελέσματα στις αμερικανικές εκλογές και την ήττα του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ πανηγυρικό κλίμα επικρατεί στα κόμματα της αριστεράς. Ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας Ρολάν Λεσκίρ, μιλώντας σε τηλεοπτικό σταθμό, σημείωσε την αναμφισβήτητη νίκη του Δημοκρατικού κόμματος και τις δυσκολίες που θα έχει εφεξής ο πρόεδρος Τραμπ σε σχέση με τα ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής στη χώρα του. Σε ό,τι αφορά ωστόσο τα διεθνή ζητήματα ο Γάλλος υπουργός υπενθύμισε ότι παραμένουν στην αρμοδιότητα του προέδρου των ΗΠΑ και του «απρόβλεπτου χαρακτήρα» του.

Από την άλλη πλευρά, στον χώρο της γαλλικής αριστεράς, εμφανής είναι ικανοποίηση μετά τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών. Ο υποψήφιος για την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας από την πλευρά των Σοσιαλιστών, Ραφαέλ Γκλούκσμαν, έκανε λόγο για «νίκη της δημοκρατίας και της ευπρέπειας», ενώ από την πλευρά της Ανυπότακτης Γαλλίας ο εθνικός συντονιστής Μανουέλ Μπομπάρ, αναφερόμενος εμμέσως πλην σαφώς και στα ζητήματα της γαλλικής πολιτικής ζωής, δήλωσε ότι «παντού στον κόσμο, η λαϊκή κινητοποίηση είναι αυτή που μας επιτρέπει να πιέσουμε την ακροδεξιά».

Στο ίδιο μήκος κύματος η επικεφαλής των οικολόγων, Μαρίν Τοντελιέ, έκανε λόγο για «ιστορική ήττα» του Ρεπουμπλικάνου ηγέτη κατηγορώντας ταυτόχρονα τον Εθνικό Συναγερμό της Λεπέν ότι είναι ένα κόμμα εξίσου «φασιστικό», «διεφθαρμένο», «σκεπτικιστικό για το κλίμα» και «ανίκανο» με τον Ντόναλντ Τραμπ.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος του Εθνικού Συναγερμού, Τζορντάν Μπαρντέλλα, δήλωσε ότι δεν βλέπει καμία «σύνδεση» μεταξύ των αμερικανικών και των γαλλικών προεδρικών εκλογών. «Δεν είμαι Αμερικανός ψηφοφόρος και πρέπει να σεβαστούμε την ψήφο του αμερικανικού λαού, όποια κι αν είναι», είπε.

Σερβία: Οι αντιδράσεις Βούτσιτς και οι εκτιμήσεις αναλυτών

Η ιστορική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ αναμένεται να επηρεάσει καταλυτικά την εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον απέναντι στη Σερβία και την ευρύτερη περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων.

Ο πρώην πρόεδρος της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς -το κόμμα του οποίου υπέστη βαριά ήττα στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές της 25ης Οκτωβρίου 2026- εξέφρασε έντονη ανησυχία για το αποτέλεσμα της αμερικανικής κάλπης. Ο κ. Βούτσιτς, ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος MAGA (Make America Great Again) του Ντόναλντ Τραμπ, είχε αποδώσει την απώλεια της εξουσίας του στο αμερικανικό «βαθύ κράτος», το οποίο, όπως ισχυρίστηκε, αντιτίθεται στην πολιτική του Αμερικανού προέδρου.

Σχολιάζοντας το αποτέλεσμα, ο κ. Βούτσιτς προέβλεψε δυσμενείς γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή που θα οδηγήσουν σε κατακόρυφη αύξηση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη άμεσου σχηματισμού της νέας σερβικής κυβέρνησης για τη διαχείριση της επερχόμενης κρίσης. Παράλληλα, εξέφρασε την απόλυτη βεβαιότητα ότι η ήττα των Ρεπουμπλικάνων θα «πεισμώσει» τον Ντόναλντ Τραμπ. «Όποιος υποτιμήσει τον Τραμπ και θεωρήσει ότι έχει τελειώσει πολιτικά, κάνει τεράστιο λάθος», τόνισε χαρακτηριστικά.

Από την πλευρά του νικητή των σερβικών εκλογών, του κινήματος «Φοιτητική Λίστα», δεν υπάρχει προς το παρόν επίσημη αντίδραση. Ωστόσο, πολιτικοί αναλυτές στο Βελιγράδι και διεθνή ειδησεογραφικά δίκτυα εκτιμούν ότι η αλλαγή των συσχετισμών στην Ουάσινγκτον επανακαθορίζει την αμερικανική στρατηγική στην περιοχή.

Τα επενδυτικά σχέδια της οικογένειας Τραμπ στα Βαλκάνια, με κυριότερη την αμφιλεγόμενη ανοικοδόμηση του πρώην Γενικού Επιτελείου στο Βελιγράδι από την εταιρεία του Τζάρεντ Κούσνερ, αναμένεται να τεθούν στο μικροσκόπιο των επιτροπών του ελεγχόμενου από τους Δημοκρατικούς Κογκρέσου, γεγονός που ενδέχεται να «παγώσει» τα έργα.

Στο ζήτημα του Κοσόβου η αμερικανική εξωτερική πολιτική αναμένεται να ευθυγραμμιστεί εκ νέου με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό μεταφράζεται σε αυξημένη διπλωματική πίεση προς το Βελιγράδι για ουσιαστική συμμετοχή στον διάλογο με την Πρίστινα, εγκαταλείποντας την τακτική των αμιγώς οικονομικών διευθετήσεων που προωθούσε η κυβέρνηση Τραμπ.

Η παραδοσιακή προσήλωση των Δημοκρατικών στη διαφύλαξη του κράτους δικαίου, την καταπολέμηση της διαφθοράς και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης εκτιμάται ως θετική εξέλιξη για τη νέα πολιτική ηγεσία της Σερβίας («Φοιτητική Λίστα»), η οποία εξελέγη προτάσσοντας ακριβώς αυτές τις μεταρρυθμίσεις.

Σε περιφερειακό επίπεδο, η απώλεια του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς στέλνει αποθαρρυντικό μήνυμα στους εθνικιστές ηγέτες της περιοχής, όπως ο Μίλοραντ Ντόντικ στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας (Republika Srpska). Ο Ντόντικ, ο οποίος διαχρονικά προσέβλεπε στην ανοχή ή τη στήριξη της κυβέρνησης Τραμπ για την προώθηση των αποσχιστικών του σχεδίων, θα βρεθεί πλέον αντιμέτωπος με μια σαφώς αυστηρότερη στάση της Ουάσινγκτον απέναντι σε οποιαδήποτε απειλή για τη Συμφωνία του Ντέιτον.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ