Στις πλάτες της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Γερμανίας πέφτει τώρα το βάρος να αλλάξει το βαρύ κλίμα στη χώρα, κόντρα σε εθνικές ανασφάλειες και διεθνείς αποτυχίες.Η Γερμανία έχει κουραστεί να χάνει. Πρώτα ήταν η Γιουροβίζιον. Μπορεί να μην έχει σημαντικό πολιτικό βάρος, αλλά κάτι είχε να πει για τον βαθμό συμπάθειας που απολαμβάνει η χώρα διεθνώς αυτό το διάστημα. Μετά ήρθε το ναυάγιο της υποψηφιότητας της χώρας για το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ που πλήγωσε την αυτοπεποίθηση πολιτικών και δημοσιολογούντων. Κατόπιν η Κομισιόν κάλεσε το Βερολίνο να σταματήσει να καταργεί στην πράξη μια από τις πιο προβεβλημένες επιτυχίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τη Συνθήκη Σένγκεν, με τους ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα της ΕΕ. Την εβδομάδα που πέρασε ήρθε ένα ακόμα ναυάγιο, αυτό της φιλόδοξης ιδέας για ένα γαλλογερμανικό μαχητικό αεροσκάφος από… το μέλλον, που επιβεβαίωσε ότι οι σχέσεις με τους γείτονες δεν είναι και τόσο ειδυλλιακές.
Όλα αυτά σε συνδυασμό με τα ακριβά καύσιμα και τη διαρκώς τροφοδοτούμενη ανασφάλεια για απώλεια βασικών παροχών του κοινωνικού κράτους εξηγούν γιατί η κυβέρνηση Μερτς σπάει όλα τα αρνητικά ρεκόρ δημοφιλίας. Ένα σύννεφο δυσφορίας έχει θρονιαστεί πάνω από τη χώρα, που δεν μπορούν να διαλύσουν τα επίμονα ερωτήματα τύπου «πείτε μου χώρες της Ευρώπης όπου οι πολίτες ζουν καλύτερα;» που απευθύνει ο 70χρονος πολιτικός προς τους συμπατριώτες του.
Η μπάλα στα πόδια άλλων
Ενδόμυχα ο Μερτς ίσως ελπίζει σε ένα «θαύμα» σαν εκείνο του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Βέρνης το 1954 ή ένα «καλοκαιρινό παραμύθι» σαν εκείνο του γερμανικού Μουντιάλ του 2006. Η μπάλα όμως δεν είναι στα δικά του πόδια, αλλά σε εκείνα των ποδοσφαιριστών της Νατσιονάλμανσαφτ, που ρίχνεται την Κυριακή στη μάχη όχι μόνο για να κάνει την έκπληξη και να επιστρέψει θριαμβεύτρια, αλλά κυρίως για να αναστρέψει αυτήν την εικόνα συλλογικής απαισιοδοξίας.
Παρακολουθώντας κανείς τα ΜΜΕ της χώρας αισθάνεται ότι στις πλάτες 20χρονων παιδιών πέφτει ένα βάρος που ποτέ δεν επεδίωξαν. Έχει καταγραφεί στο παρελθόν και επιστημονικά ότι η καλή πορεία της εθνικής ομάδας, ειδικά μια μεγάλη επιτυχία, έχει άμεση επίδραση στη βελτίωση του κοινού αισθήματος στη χώρα.
Δεν υπάρχει βεβαίως μαθηματική απόδειξη ότι ο Άντεναουερ το 1957 ή ο Κολ το 1990 θα είχαν χαμηλότερα ποσοστά, αν η εθνική ομάδα δεν είχε ξεσηκώσει τους Γερμανούς με την απόδοσή της. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν η συμμετοχή της «πρωτάρας» ακόμη Μέρκελ στις γιορτές της εξέδρας το 2006 τη βοήθησε να εδραιωθεί στη συνείδηση πολλών ως «η δική τους» καγκελάριος, την εποχή που οι πατριάρχες του κόμματος θεωρούσαν ότι «δεν θα βγάλει ούτε χρόνο».
Σύμβολο και καθρέφτης
Στην ψυχοσύνθεση των Γερμανών η εθνική ομάδα είναι ένα σύμβολο και ένα πρότυπο. Ο καθρέφτης της δικής τους κατάστασης. Το 2014, μετά τον θρίαμβο στη Βραζιλία, οι Γερμανοί ένιωθαν ανίκητοι σε έναν πλανήτη που πάλευε να συνέλθει από μια παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση, σε μια Ευρώπη που έμοιαζε υποχρεωμένη να υπακούει στις δικές τους υποδείξεις.
Το 2026 έχουν πίσω τους δύο αποτυχημένες διοργανώσεις και μια πορεία που τα τελευταία χρόνια ήταν σταθερά κατηφορική και κάνει πολλούς να αμφιβάλλουν για πράγματα μέχρι πρότινος αυτονόητα. Δεν θα τελειώσει αυτό πάνω στο πράσινο χορτάρι. Αλλά η προσδοκία είναι διάχυτη. Ο Βιρτς, ο Χάβερτς, ο Μουσιάλα και τα άλλα τα παιδιά ίσως στείλουν ένα μήνυμα συλλογικής ελπίδας, δώσουν ανάσες σε ένα πολιτικό σύστημα που μοιάζει χωρίς οξυγόνο. Αλλά μέχρι εκεί. Η συνέχεια θα είναι καθήκον άλλων. Αν το στοίχημα έχει προηγουμένως κερδηθεί.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.