Μητσοτάκης: Έχουμε καλές πιθανότητες να κερδίσουμε και τρίτη 4ετία

«Μπορεί κανείς να κερδίσει εκλογές ακολουθώντας μια μετριοπαθή, κεντρώα πολιτική. Μπορεί να νικήσει τους λαϊκιστές, υλοποιώντας τις υποσχέσεις του, όπως ακριβώς έχουμε κάνει εμείς», τόνισε ο πρωθυπουργός

Κυριάκος Μητσοτάκης

«Έχουμε καλές πιθανότητες να κερδίσουμε και τρίτη 4ετία»... Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετείχε απόψε σε συζήτηση με τον Hemant Taneja, διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας General Catalyst, στο πλαίσιο εκδήλωσης που διοργάνωσε η Endeavor Greece στην Πνύκα και αναφέρθηκε στις επικείμενες εκλογές, εκφράζοντας την αισιοδοξία του για μία ακόμη νίκη της Νέας Δημοκρατίας.

«Έχουμε αποδείξει στην Ελλάδα ότι μπορεί να υπάρχει μια σύγχρονη, κεντρώα κυβέρνηση, η οποία πιστεύει στην ελεύθερη αγορά, αλλά και στη δύναμη του κράτους να ρυθμίζει τις αγορές. Μια κυβέρνηση που αναγνωρίζει την ανάγκη για δημοσιονομική υπευθυνότητα, αλλά και την ανάγκη το κράτος να γίνεται πιο αποτελεσματικό στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών.

Στο τέλος της ημέρας, η ύπαρξη βαθιών ανισοτήτων είναι καταστροφική για την κοινωνική συνοχή. Και όταν κοιτάζω τις πολιτικές μας, βλέπω ότι αυξήσαμε τον κατώτατο μισθό κατά 41%, ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον πληθωρισμό.

Μπορεί κανείς να κερδίσει εκλογές ακολουθώντας μια μετριοπαθή, κεντρώα πολιτική. Μπορεί να νικήσει τους λαϊκιστές, υλοποιώντας τις υποσχέσεις του, όπως ακριβώς έχουμε κάνει εμείς. Σήμερα βρισκόμαστε σε θέση να έχουμε πολύ καλές πιθανότητες να κερδίσουμε και μια τρίτη θητεία, επειδή αντιμετωπίζουμε τη διακυβέρνηση με μεγάλη σοβαρότητα. Η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα του τι σημαίνει να ηγείσαι σε περιόδους μεγάλης αναταραχής», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε την Ελλάδα ως πεδίο δοκιμής, εφαρμογής και παραγωγής νέων τεχνολογιών, προειδοποιώντας παράλληλα ότι η ταχύτητα ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης δημιουργεί κινδύνους για την εργασία, την κοινωνική συνοχή, την εκπαίδευση και την ίδια τη φύση των ανθρώπινων σχέσεων.

Ο πρωθυπουργός συνέδεσε αρχικά τον χώρο όπου γεννήθηκε η δημοκρατία με τη σύγχρονη τεχνολογική μετάβαση. Αναφέρθηκε στην καινοτόμα, για την εποχή της, απόφαση των πολιτών της αρχαίας Αθήνας να αποφασίζουν οι ίδιοι για το μέλλον τους, χωρίς μονάρχη ή άλλη υπέρτατη εξουσία, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν πως ακόμη και η δημοκρατία έχει πλεονεκτήματα αλλά και αδυναμίες.

Αναφερόμενος στις εξελίξεις γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη, παραδέχθηκε ότι ο ρυθμός των αλλαγών είναι τόσο γρήγορος ώστε είναι δύσκολο ακόμη και για έναν υπεύθυνο χάραξης πολιτικής να τις παρακολουθήσει. Τόνισε ότι η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στην εφαρμογή και την επικαιροποίηση της εθνικής στρατηγικής για την Τεχνητή Νοημοσύνη, κάνοντας ειδική αναφορά στη συμβολή του καθηγητή Κωνσταντίνου Δασκαλάκη στην προσπάθεια κατανόησης των δυνατοτήτων που προσφέρει η νέα τεχνολογία στο κράτος.

Όπως είπε η Ελλάδα επιδιώκει συνεργασίες με μεγάλες εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης, ώστε να υλοποιούνται πιλοτικά προγράμματα, να δοκιμάζονται νέες εφαρμογές και να αξιολογείται πώς μπορούν να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα του Δημοσίου και την παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις δυνατότητες αξιοποίησης της Τεχνητής Νοημοσύνης στην υγεία και στους ψηφιακούς πράκτορες που μπορούν να αναλάβουν σύνθετες λειτουργίες.

Ως παράδειγμα έφερε μια «ψηφιακή νοσηλεύτρια», η οποία θα μπορούσε να συνομιλεί με ενσυναίσθηση με έναν ασθενή, να τον υποστηρίζει διαρκώς και να είναι διαθέσιμη όλο το εικοσιτετράωρο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η τεχνολογία πρέπει να ενισχύει και όχι να αντικαθιστά τους νοσηλευτές. Σε μια περίοδο χρόνιας έλλειψης προσωπικού, η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να αναλάβει γραφειοκρατικές και επαναλαμβανόμενες εργασίες, επιτρέποντας στους επαγγελματίες υγείας να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στους ασθενείς και στις αποφάσεις που απαιτούν ανθρώπινη κρίση.

Αντίστοιχη λογική, όπως ανέφερε, ακολουθείται και σε πρόγραμμα συνεργασίας με την OpenAI για την εκπαίδευση. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει τους εκπαιδευτικούς στην προετοιμασία και στον σχεδιασμό των μαθημάτων, μειώνοντας τον διοικητικό φόρτο και απελευθερώνοντας περισσότερο χρόνο για τη διδασκαλία και την επαφή με τους μαθητές επισήμανε.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι το βασικό πρόβλημα για μια κυβέρνηση δεν είναι η έλλειψη ευκαιριών, αλλά το αντίθετο: οι δυνατότητες είναι περισσότερες από όσες μπορεί να αφομοιώσει και να εφαρμόσει ταυτόχρονα ο κρατικός μηχανισμός. Για τον λόγο αυτό-είπε- απαιτείται επιλογή συγκεκριμένων τομέων στους οποίους η Ελλάδα μπορεί να πρωτοπορήσει και συνεργασία με εταιρείες που επιθυμούν να δοκιμάσουν στη χώρα νέες τεχνολογικές λύσεις.

Στο πλαίσιο αυτό ενέταξε και τη συνεργασία με την ElevenLabs, εταιρεία με σημαντική τεχνογνωσία στις εφαρμογές φωνής. Ξεχώρισε το πρόγραμμα για τη διάσωση παραδοσιακών ελληνικών διαλέκτων που ομιλούνται πλέον από ολοένα και λιγότερους ανθρώπους, σημειώνοντας ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προστασία και την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Υπενθύμισε, επίσης, ότι η ελληνική γλώσσα διαθέτει πλέον επίσημη διεθνή ημέρα αναγνωρισμένη από την UNESCO.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στην ICEYE, παρουσιάζοντας τη συνεργασία ως παράδειγμα της στρατηγικής που επιδιώκει η χώρα. Η ελληνική κυβέρνηση δεν περιορίστηκε, όπως είπε, στον ρόλο του πελάτη δορυφορικών υπηρεσιών. Η εταιρεία δημιούργησε ομάδα στην Ελλάδα, επαναπάτρισε εξειδικευμένο προσωπικό και αποφάσισε να δημιουργήσει μονάδα παραγωγής προηγμένων δορυφόρων SAR. Όπως είπε η μονάδα θα μπορούσε να παράγει έως 150 δορυφόρους τον χρόνο και να απασχολεί περισσότερους από 250 εργαζομένους.

Η Ελλάδα τόνισε, μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως αγορά, αλλά ως βάση έρευνας, ανάπτυξης και παραγωγής για την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια αγορά. Ως βασικά πλεονεκτήματα ανέδειξε το υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, τα πανεπιστήμια, τις τεχνικές δεξιότητες που υπάρχουν και εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης, το ανταγωνιστικότερο κόστος εργασίας σε σύγκριση με άλλα τεχνολογικά κέντρα και τη μεγάλη ελληνική διασπορά.

Πολλοί Έλληνες του εξωτερικού, όπως είπε, επιθυμούν να επιστρέψουν, εφόσον βρουν μια καλή θέση εργασίας. Η ποιότητα ζωής που προσφέρει η χώρα, σε συνδυασμό με τις επαγγελματικές ευκαιρίες, μπορεί να ενισχύσει τον επαναπατρισμό εξειδικευμένων επιστημόνων και στελεχών.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην άμυνα, υποστηρίζοντας ότι η χώρα πρέπει να αλλάξει αντίληψη και να μην περιορίζεται στα μεγάλα πλοία, τα ακριβά αεροσκάφη και τις παραδοσιακές εξοπλιστικές πλατφόρμες. Η σύγχρονη άμυνα, σημείωσε, προϋποθέτει συνεχή καινοτομία και διαρκή αναβάθμιση δυνατοτήτων.

Είπε ότι έχει ζητήσει από το υπουργείο Εθνικής 'Αμυνας να διαθέτει ένα μικρό μέρος του προϋπολογισμού του σε περιορισμένες συμβάσεις με νεοφυείς και καινοτόμες επιχειρήσεις. Η απόκτηση ενός πρώτου πελάτη στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα μπορούσε να λειτουργήσει ως απόδειξη της αξίας μιας τεχνολογίας και ως εφαλτήριο για εξαγωγές, πρόσθεσε.

Έφερε ως παράδειγμα συνεργασία με το MIT, στο πλαίσιο της οποίας Έλληνας καθηγητής επέστρεψε στη χώρα για να εκπαιδεύσει τεχνικά στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων σε θαλάσσια μη επανδρωμένα συστήματα και προηγμένα συστήματα σμήνους. Η επιδίωξη, όπως εξήγησε, είναι να συνδεθεί η ελληνική τεχνογνωσία με ελληνικές επιχειρήσεις και ναυπηγεία, ώστε να παραχθούν συστήματα χρήσιμα για την εθνική άμυνα και δυνητικά εξαγώγιμα.

Παρά τις ευκαιρίες-όπως είπε- εμφανίστηκε ιδιαίτερα προβληματισμένος για τους κινδύνους της Τεχνητής Νοημοσύνης. Τόνισε ότι όσο πιο σύνθετα γίνονται τα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης τόσο λιγότεροι άνθρωποι κατανοούν πλήρως τον τρόπο λειτουργίας και εξέλιξής τους. Επικαλέστηκε τα κείμενα του διευθύνοντος συμβούλου της Anthropic για τη θετική και τη σκοτεινή πλευρά της Τεχνητής Νοημοσύνης και υπογράμμισε ότι ο κίνδυνος ενός ακραίου αρνητικού σεναρίου είναι υπερβολικά μεγάλος για να αγνοηθεί.

Παράλληλα, εξέφρασε αμφιβολίες για το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι διατεθειμένες να επιβραδύνουν την ανάπτυξη των τεχνολογιών ή να θεσπίσουν αυστηρούς περιορισμούς. Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Κίνας, όπως είπε, αφορά πλέον τη στρατηγική κυριαρχία στην τεχνολογία του μέλλοντος και περιορίζει τις δυνατότητες διεθνούς ρύθμισης.

Έθεσε επίσης το ζήτημα της συγκέντρωσης πλούτου και ισχύος σε λίγες μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες. Η τεχνολογική «αφθονία» είπε, δεν μπορεί να σημαίνει τη δημιουργία αδιανόητου πλούτου για λίγους μετόχους, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή κοινωνική αναταραχή. Οι υψηλές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις επιτρέπουν στις μεγαλύτερες εταιρείες να εξαγοράζουν σχεδόν οποιαδήποτε μικρότερη επιχείρηση επιθυμούν, καθιστώντας δύσκολο τον περιορισμό της δύναμής τους, σημείωσε.

Συνέδεσε το ζήτημα αυτό με την απασχόληση, διατυπώνοντας ένα σαφές δίλημμα: είτε οι σημερινές αποτιμήσεις αποτελούν μεγάλη χρηματιστηριακή «φούσκα», είτε οι αυξήσεις παραγωγικότητας θα είναι τόσο μεγάλες ώστε θα προκαλέσουν εκτοπισμό εργαζομένων σε κλίμακα που δεν έχει προηγούμενο. Κανένα από τα δύο ενδεχόμενα, ανέφερε, δεν είναι ιδιαίτερα θετικό.

Σημαντικό μέρος της τοποθέτησής του αφιέρωσε στα παιδιά, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην ψυχική υγεία. Δήλωσε ότι δεν χρειάζεται περισσότερα επιστημονικά στοιχεία για να αντιληφθεί πως η κοινωνία διεξάγει ένα πείραμα με τον εγκέφαλο των παιδιών και των εφήβων. Η υπερβολική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, υποστήριξε, προκαλεί περισσότερη βλάβη παρά όφελος.

Ανέφερε ότι η απόφαση της κυβέρνησης είναι τα παιδιά κάτω των 15 ετών να μην έχουν πρόσβαση στις μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Ένα σαφές νομικό όριο, όπως είπε, θα δώσει και στους γονείς τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν την πίεση των συνομηλίκων, καθώς σήμερα ένας δωδεκάχρονος μπορεί εύκολα να απαντήσει ότι όλοι οι φίλοι του έχουν πρόσβαση.

Ο πρωθυπουργός ζήτησε ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο, εκτιμώντας ότι οι μέχρι σήμερα πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν είναι αρκετά φιλόδοξες. Τόνισε ότι χρειάζεται μια κοινή ευρωπαϊκή «ομπρέλα» προστασίας για τα παιδιά και τους εφήβους.

Προειδοποίησε ότι η επόμενη μεγάλη πρόκληση θα αφορά την Τεχνητή Νοημοσύνη στην εκπαίδευση. Εκτίμησε ότι οι γραπτές εργασίες θα χάσουν μέρος της αξίας τους και ότι η αξιολόγηση θα επιστρέψει περισσότερο στις εξετάσεις και στις προφορικές δοκιμασίες, καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί πλέον να συντάξει ένα κείμενο υψηλού επιπέδου.

Αναρωτήθηκε κατά πόσο τα νέα εργαλεία ενισχύουν την παραγωγικότητα και από ποιο σημείο και μετά οδηγούν στην επανάπαυση. Η προσπάθεια να γράψει κάποιος ένα καλό κείμενο είπε, αποτελεί μέρος της μαθησιακής διαδικασίας. Υπάρχει κίνδυνος τα παιδιά να χάσουν θεμελιώδεις γνωστικές και κοινωνικές δεξιότητες, ιδιαίτερα αν μεγάλο μέρος της αλληλεπίδρασής τους γίνεται αποκλειστικά ψηφιακά.

Αναρωτήθηκε τι σημαίνει για έναν νέο άνθρωπο να έχει έναν ψηφιακό φίλο, σύντροφο ή σύντροφο και κάλεσε την κοινωνία να εξετάσει το θέμα όχι μόνο τεχνολογικά, αλλά φιλοσοφικά και ηθικά. Όπως είπε, τα ζητήματα αυτά δεν ανήκουν στο μέλλον, αλλά βρίσκονται ήδη μπροστά μας.

Σημείωσε επίσης ότι μία από τις καλύτερες δημόσιες επενδύσεις είναι η δημιουργία περισσότερων αθλητικών κέντρων και χώρων όπου τα παιδιά θα μπορούν να ασχολούνται με την άθληση, τις τέχνες, τη μουσική και το θέατρο, ώστε να περιορίζεται η εξάρτησή τους από τις οθόνες.

Κλείνοντας, μοιράστηκε ένα προσωπικό παράδειγμα από τη χρήση ενός ψηφιακού λογογράφου. Όπως είπε, τροφοδότησε ένα σύστημα με προηγούμενες ομιλίες και τοποθετήσεις του, ώστε να δημιουργηθεί ένας «ψηφιακός πρωθυπουργός» που θα μπορούσε να γράφει και να μιλά όπως ο ίδιος. Η εμπειρία, ωστόσο, του προκάλεσε αμηχανία, καθώς ένιωσε ότι άκουγε ένα είδωλό του που τον μιμούνταν χωρίς να είναι πραγματικά ο ίδιος.

Αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χρήση του για τις ομιλίες του, παρότι αναγνώρισε ότι θα μπορούσε να τον καταστήσει παραγωγικότερο. Κανένας ψηφιακός λογογράφος, τόνισε, δεν μπορεί να αντιληφθεί πλήρως τις αντιδράσεις ενός ακροατηρίου και να προσαρμοστεί στη ζωντανή ανθρώπινη επικοινωνία.

Ο πρωθυπουργός κλείνοντας έστειλε το μήνυμα ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη προσφέρει στην Ελλάδα μεγάλες ευκαιρίες για επενδύσεις, δημόσιες υπηρεσίες, πολιτισμό, εκπαίδευση και άμυνα, αλλά η αξιοποίησή της δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις κοινωνικές, οικονομικές και ηθικές συνέπειές της. Η τεχνολογική πρόοδος, όπως υπογράμμισε, πρέπει να συνοδεύεται από πολιτική ευθύνη, ευρωπαϊκή ρύθμιση και διαρκή προστασία της ανθρώπινης εργασίας, της παιδικής ανάπτυξης και της αυθεντικής ανθρώπινης σχέσης.

Πηγή: skai.gr
11 0 Bookmark

Απόρρητο