Μόλις είδα το βίντεο ενός ελαιοπαραγωγού απ΄ την Κρήτη. Ο Γιώργος παράγει, εμφιαλώνει και πουλάει λάδι σε είκοσι χώρες της Ευρώπης. Μιλάει ήρεμα, χωρίς καταγγελτικό ύφος, και λέει κάτι που αξίζει ν’ ακούσουμε: συμφωνεί με τον στόχο του νέου ευρωπαϊκού κανονισμού για τις συσκευασίες, λιγότερα απορρίμματα και καλύτερη ανακύκλωση, αλλά δεν μπορεί να συμμορφωθεί.
Από τις 12 Αυγούστου, κάθε παραγωγός υποχρεούται να ορίζει εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο σε κάθε κράτος μέλος όπου στέλνει τα προϊόντα του. Όχι πελάτη, όχι φίλο: εταιρεία εγκατεστημένη εκεί, που πληρώνεται κάθε χρόνο. Για την Πορτογαλία, όπου πέρσι έστειλε μόλις ένα δέμα, το ετήσιο κόστος είναι 300 ευρώ. Συνολικά υπολογίζει γύρω στα 6.000 ευρώ για να συνεχίσει να λειτουργεί όπως πριν.
Το ενδιαφέρον δεν είναι το ύψος του ποσού. Είναι τι προηγήθηκε. Ο κανονισμός ψηφίστηκε στις αρχές του 2025. Τον Δεκέμβριο, οκτώ μήνες πριν αρχίσει να εφαρμόζεται η συγκεκριμένη διάταξη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε να παγώσει έως το 2035, γιατί διαπίστωσε ότι το βάρος για τις μικρές επιχειρήσεις είναι δυσανάλογο. Η πρόταση όμως δεν υιοθετήθηκε: τον Ιούνιο τα περισσότερα κράτη την απέρριψαν και τώρα το
Ευρωκοινοβούλιο εξετάζει την εξαίρεση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, με ψηφοφορία στην αρμόδια επιτροπή στις αρχές Οκτωβρίου. Έως τότε, η διάταξη ισχύει και ο Γιώργος πρέπει ν’ αποφασίσει αν θα σταματήσει τις εξαγωγές.
Αυτό δεν είναι ατύχημα, είναι σύμπτωμα. Όταν μια ρύθμιση χρειάζεται τροποποίηση πριν καλά-καλά εφαρμοστεί, σημαίνει ότι η ανάλυση συνεπειών ήταν ελλιπής. Κανείς δεν σκέφτηκε τις επιπτώσεις της σε κάποιον που στέλνει δέκα μπουκάλια ελαιόλαδο στη Λισαβόνα.
Στο ΚΕΦΙΜ αξιολογούμε συστηματικά αυτά τα ζητήματα εδώ και χρόνια, με τον Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης για την Ελλάδα και με το EU Regulatory Quality Index για τις ευρωπαϊκές Οδηγίες σε συνεργασία με το EPICENTER. Δεν είναι θέματα που κάνουν πρωτοσέλιδα. Το ότι η ανάλυση συνεπειών ρύθμισης των ελληνικών νόμων δεν έχει σχεδόν ποτέ ποσοτικά δεδομένα ή ότι μόλις μία στις δεκαπέντε ευρωπαϊκές Οδηγίες έχει οδικό χάρτη, δεν συγκινεί κανέναν. Κι όμως, αυτές οι βαρετές λεπτομέρειες επηρεάζουν τη ζωή μας χωρίς να το καταλαβαίνουμε.
Η ποιότητα μιας ρύθμισης, όμως, δεν εξαρτάται μόνο απ’ τις διαδικασίες. Εξαρτάται και από το ποιοι συμμετέχουν στη διαμόρφωσή της και ποιοι απουσιάζουν. Στο ΚΕΦΙΜ, μετά τις τελευταίες ευρωεκλογές εξετάσαμε το έργο των Ελλήνων ευρωβουλευτών. Όσοι επανεκλέχθηκαν είχαν χαμηλότερη κοινοβουλευτική δραστηριότητα από όσους έμειναν εκτός: είχαν αναλάβει ρόλο εισηγητή κατά μέσο όρο 0,4 φορές, έναντι 1,5 για όσους δεν επανεκλέχθηκαν. Ψηφίζουμε με κριτήριο την αναγνωρισιμότητα και όχι τη δουλειά, και μετά απορούμε γιατί η δουλειά δεν γίνεται.
Την ίδια στιγμή, οι πολυεθνικές έχουν στις Βρυξέλλες εξειδικευμένες ομάδες που παρακολουθούν κάθε άρθρο κάθε κανονισμού απ’ την πρώτη στιγμή. Και πολύ καλά κάνουν. Αντίθετα, τα ελληνικά επιμελητήρια και οι κλαδικοί φορείς δεν έχουν ούτε τους πόρους ούτε τη βούληση να κάνουν το ίδιο. Το αποτέλεσμα είναι να μην ακούγεται η φωνή του Γιώργου.
Η καλή νομοθέτηση θα παραμείνει βαρετή. Κρίνει όμως αν ένας παραγωγός στην Κρήτη θα συνεχίσει να πουλά το λάδι του στη Λισαβόνα. Κι όσο την αντιμετωπίζουμε ως τεχνική λεπτομέρεια, οι κανόνες που καθορίζουν τη ζωή μας θα γράφονται χωρίς εμάς.