Ένας επιπλέον χρόνος στο σχολείο ενδέχεται να έχει οφέλη που εκτείνονται πολύ πέρα από τη μόρφωση και την επαγγελματική σταδιοδρομία. Σύμφωνα με νέα επιστημονική έρευνα, η μεγαλύτερη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης μπορεί να μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης άνοιας αργότερα στη ζωή, ακόμη και μεταξύ ανθρώπων που έχουν αυξημένη γενετική προδιάθεση.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PNAS στις 23 Οκτωβρίου, αξιοποίησε μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που εφαρμόστηκε στη Βρετανία πριν από περισσότερα από 50 χρόνια. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η πρόσθετη φοίτηση συνδέθηκε με χαμηλότερη συχνότητα διάγνωσης της νόσου Αλτσχάιμερ και συναφών μορφών άνοιας.
Το ενδιαφέρον, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι ότι τα ευρήματα δεν περιορίζονται σε μια απλή συσχέτιση μεταξύ μόρφωσης και υγείας. Η μεθοδολογία που χρησιμοποίησαν τους επέτρεψε να διερευνήσουν κατά πόσο η ίδια η εκπαίδευση επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που έγινε φυσικό πείραμα
Το 1972, η Αγγλία, η Σκωτία και η Ουαλία αύξησαν από τα 15 στα 16 έτη την ηλικία μέχρι την οποία οι μαθητές ήταν υποχρεωμένοι να παραμένουν στο σχολείο. Η αλλαγή αφορούσε όσους είχαν γεννηθεί από την 1η Σεπτεμβρίου 1957 και μετά, δημιουργώντας μια ευκαιρία σύγκρισης ανθρώπων που είχαν γεννηθεί με μικρή χρονική διαφορά, αλλά υπάγονταν σε διαφορετικούς εκπαιδευτικούς κανόνες. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δεδομένα της βρετανικής βάσης UK Biobank, εξετάζοντας ιατρικά ιστορικά, νοσοκομειακά αρχεία και μητρώα θανάτων.
Ανάλογα με την ανάλυση, το δείγμα περιλάμβανε από 45.715 έως 107.200 συμμετέχοντες.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, όσοι επηρεάστηκαν από την αύξηση της υποχρεωτικής φοίτησης παρουσίασαν χαμηλότερη σωρευτική συχνότητα διάγνωσης άνοιας. Η βασική καταγραφή κάλυπτε διαγνώσεις έως τον Δεκέμβριο του 2022, όταν η πρώτη γενιά που είχε επηρεαστεί από τη μεταρρύθμιση είχε φτάσει περίπου στην ηλικία των 65 ετών.
Τι διαπίστωσαν για τη γενετική προδιάθεση
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης αφορά τον ρόλο της κληρονομικότητας. Οι ερευνητές εξέτασαν γενετικά δεδομένα των συμμετεχόντων, συμπεριλαμβανομένων παραλλαγών του γονιδίου APOE, οι οποίες σχετίζονται με τον κίνδυνο εμφάνισης Αλτσχάιμερ. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση συνδέθηκε με μεγαλύτερη μείωση των διαγνώσεων άνοιας στην ομάδα με την υψηλότερη γενετική προδιάθεση. Η διαφορά στη σωρευτική συχνότητα διάγνωσης μεταξύ των ομάδων υψηλότερου και χαμηλότερου γενετικού κινδύνου περιορίστηκε, στις σχετικές εκτιμήσεις, από 0,18 σε 0,02 ποσοστιαίες μονάδες.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν, πάντως, ότι παρότι η μείωση ήταν στατιστικά σημαντική στην ομάδα υψηλότερου γενετικού κινδύνου, τα δεδομένα δεν επιτρέπουν να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η επίδραση της εκπαίδευσης να είναι παρόμοια και στις δύο ομάδες.
Το εύρημα υποδηλώνει, σύμφωνα με τη μελέτη, ότι η γενετική προδιάθεση δεν καθορίζει από μόνη της την εξέλιξη της υγείας ενός ανθρώπου. Περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες, όπως η εκπαίδευση, ενδέχεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται ο γενετικός κίνδυνος.
Πώς μπορεί η εκπαίδευση να επηρεάζει την υγεία
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης πιθανούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τα αποτελέσματα. Σύμφωνα με τα ευρήματά τους, η μεταρρύθμιση συνδέθηκε με βελτιώσεις σε ορισμένους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, καθώς και με χαμηλότερη συχνότητα ορισμένων προβλημάτων υγείας, όπως τα εγκεφαλικά επεισόδια και τα εμφράγματα.
Η μεγαλύτερη διάρκεια φοίτησης θα μπορούσε, επομένως, να επηρεάζει την υγεία και έμμεσα, μέσω των επαγγελματικών ευκαιριών, του εισοδήματος ή άλλων παραγόντων που διαμορφώνονται στη διάρκεια της ζωής. Ωστόσο, οι επιστήμονες διευκρινίζουν ότι οι ακριβείς μηχανισμοί δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί.
Οι περιορισμοί της έρευνας
Παρά τα σημαντικά ευρήματα, οι συγγραφείς αναγνωρίζουν περιορισμούς. Η στατιστική εκτίμηση για την επίδραση ενός επιπλέον σχολικού έτους ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που θεωρούν εύλογη με βάση τη συχνότητα εμφάνισης άνοιας στο δείγμα, γεγονός που απαιτεί προσοχή στην ερμηνεία του μεγέθους της προστατευτικής επίδρασης.
Επιπλέον, η έρευνα βασίστηκε σε καταγεγραμμένες διαγνώσεις και όχι σε άμεση μέτρηση των παθολογικών αλλαγών στον εγκέφαλο. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η εκπαίδευση ενδέχεται να επηρεάζει και το πότε ή αν διαγιγνώσκεται η νόσος, χωρίς να είναι σαφής η κατεύθυνση αυτής της πιθανής επίδρασης.
Σημειώνουν ακόμη ότι παλαιότερη έρευνα στη Σουηδία, η οποία εξέτασε διαφορετική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, δεν είχε εντοπίσει αντίστοιχη επίδραση στις διαγνώσεις άνοιας.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς της νέας μελέτης, τα αποτελέσματα ενισχύουν την άποψη ότι οι κοινωνικές πολιτικές μπορούν να επηρεάζουν τον κίνδυνο άνοιας δεκαετίες αργότερα. Δεν αποδεικνύουν, ωστόσο, ότι ένα επιπλέον έτος εκπαίδευσης προσφέρει συγκεκριμένο ποσοστό προστασίας σε κάθε άνθρωπο ή ότι μπορεί να εξαλείψει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.