Ποιος είσαι τελικά, Χρήστο Χωμενίδη;

Ο Χρήστος Χωμενίδης μιλά στον Νίκο Μωραΐτη για την Κυψέλη, τις επιρροές του και καταλήγει στο σήμερα, δείχνοντάς μας "ποιος είναι τελικά".

Χωμενίδης

Ο Χρήστος Χωμενίδης μιλά σε πρώτο πρόσωπο για το «ποιος είναι τελικά», ξετυλίγοντας μια βαθιά προσωπική αφήγηση που ενώνει την οικογενειακή μνήμη, την πολιτική Ιστορία και τη διαμόρφωση ενός συγγραφέα.

Γεννημένος το 1966 στην Κυψέλη, τρίτης γενιάς Κυψελιώτης, μεγαλώνει σε ένα σπίτι όπου, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που έφερε η Χούντα, κυριαρχούν η αγάπη, η ελευθερία και τα βιβλία. Η σύλληψη και η εξορία του παππού του, εμβληματικού στελέχους της Αριστεράς, η απόλυση της μητέρας του επειδή αρνήθηκε να αποκηρύξει τους γονείς της και η οικονομική κατάρρευση της οικογένειας, δεν εκλαμβάνονται ως τραύμα αλλά ως ένα περιβάλλον όπου  απλώς «μίκραινε το σπίτι».

Κομβικό ρόλο στη διαμόρφωσή του παίζουν οι μορφές του παππού -ο Βασίλης Νεφελούδης, σύμβολο αισιοδοξίας, αντοχής και αυτοπεποίθησης-, και η αστή γιαγιά Λώρα, που τον μύησε στον Καβάφη σαν παιχνίδι. Η αγάπη για τη λογοτεχνία γεννιέται νωρίς, με τον Ιούλιο Βερν να γίνεται το κίνητρο για να μάθει να διαβάζει, ενώ ακολουθούν Καραγάτσης, Μπαλζάκ, Μαρκ Τουέιν, Ντοστογιέφσκι και Ταχτσής.

Παράλληλα, η μουσική –από Τσιτσάνη και Σαββόπουλο έως την κλασική– λειτουργεί ως δεύτερη γλώσσα.

Ο Χωμενίδης μιλά με τρυφερότητα για την κόρη του, υιοθετώντας το πρότυπο του «γονιού-ξεναγού» και όχι του καθοδηγητή, και επιμένει στην αξία της ελευθερίας, της γενναιοδωρίας και της ακρίβειας στη γλώσσα.

Μέσα από μνήμες, χιούμορ και αυτογνωσία, σκιαγραφεί τον εαυτό του ως άθροισμα ανθρώπων, λέξεων και ιστοριών που συνεχίζουν να τον καθορίζουν.

Φράσεις του Χρήστου Χωμενίδη που αποτυπώνουν τον τρόπο που βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο.

«Είμαι όσοι περιέχω και από όπου τους πήρα και όπου τους πήγα και τους πηγαίνω ακόμα.»

«Το περιβάλλον που μου έδωσαν οι γονείς μου ήταν παραδείσιο. Παραδείσιο στ’ αλήθεια.»

«Δεν λέω ότι ζούσαμε φτωχά, γιατί ποτέ δεν το ένιωσα έτσι. Απλώς μίκραινε το σπίτι.»

«Μια τεράστια απόλαυσή μου όταν ήμουν μικρός ήταν το Μίκυ Μάους, το οποίο κυκλοφορούσε κάθε Παρασκευή. Κάθε Παρασκευή. Και το λάτρευα. Δηλαδή μπορείς να με ρωτήσεις ό,τι θέλεις για τον κόσμο του Ντίσνεΐ και τη Λιμνούπολη και το Μίκυ Σίτυ.»

«Μπήκα στη διαδικασία να μάθω γράμματα για να δω τι γίνεται στη συνέχεια της “Μυστηριώδους Νήσου”.»

«Ο παππούς μου, λέει, είναι βουλευτής. Εγώ το "βουλευτής" το άκουγα "δουλευτής", με δέλτα. Και λέω τι σημαίνει αυτό; Κάποιος που δουλεύει;»

«Από τον πατέρα έχω πάρει το χιούμορ, την καυστικότητα και τη ρηξικέλευθη ματιά στα πράγματα. Από τον παππού έχω πάρει νομίζω την αισιοδοξία και την επικοινωνιακή άνεση. Και ελπίζω και το γονίδιο. Από τη μάνα μου έχω πάρει την τρυφερότητα.»

«Ο Σαββόπουλος μ' αρέσε τόσο πολύ, ώστε έβγαλα το θηλυκό χρυσόψαρο Συννεφούλα και το αρσενικό Σαββόπουλο, ως νήπιο.»

«Είναι μεγάλη ευλογία για μένα ότι άνθρωποι τους οποίους θαύμαζα και οι οποίοι με καθόρισαν από την πιο τρυφερή μου ηλικία, τελικά τους γνώρισα.»

«Το πρώτο βιβλίο ενηλίκων που διάβασα και λάτρεψα ήταν ο Γιούγκερμαν. Και μετά τον Καραγάτση, τον Μπαλζάκ, τον Ταχτσής… Όλοι τους με καθόρισαν.»

«Μία λέξη υπάρχει για να πεις αυτό που θέλεις. Αν βάλεις τη διπλανή της, έχεις κάνει έκπτωση.»

«Αν το δω κάπως αποστασιοποιημένα, πιστεύω ότι το μεγάλο μου έργο μέχρι στιγμής είναι ο "Φοίνικας" ... Όταν πεθάνω, έχω πει στο φέρετρό μου να βάλουν τον "Φοίνικα". Θεωρώ ότι είναι, ότι εκεί, σε αυτό το βιβλίο έβαλα μέσα όλη μου τη σκέψη και όλο μου το αίσθημα.»

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη εδώ

Πηγή: skai.gr
70 0 Bookmark