ΚΑΙΡΟΣ

Το άρωμα ως τέχνη και βιομηχανία: Το βίωμα της μυρωδιάς «κινεί» τις παγκόσμιες αγορές- Ο ρόλος του Al

Από τέχνη και μνήμη, μέχρι δισεκατομμύρια και στρατηγικές επενδύσεις: Η Έλενα Βοσνάκη αναλύει στο skai.gr την παγκόσμια και εγχώρια τάση του αρώματος

Της Μύριαμ Κιάσσου

Άρωμα. Για κάποιους πολυτέλεια, για άλλους απαραίτητη καθημερινή ρουτίνα

Η βιομηχανία των αρωμάτων συγκαταλέγεται στις πιο ισχυρές παγκοσμίως. Κι όμως, το ίδιο το προϊόν της παραμένει... άπιαστο.

Δεν έχει σχήμα, δεν το κρατάς στα χέρια σου, όμως κινεί μια αγορά δισεκατομμυρίων μεταφρασμένη σε στρατηγικές επενδύσεις που ξεκινούν από τα εργαστήρια μεγάλων οίκων για να καταλήξουν σε περίοπτες θέσεις πολυκαταστημάτων και εντέλει στα ντουλάπια ή τα συρτάρια μας.

Η χρήση αρωμάτων και αρωματικών ελαίων, ήδη από την αρχαιότητα αποτελεί όχι απλώς μια προσφιλή τακτική αλλά «μια βίβλο» πολλών κεφαλαίων που επί της ουσίας μετουσιώνεται σε αυτό που ονομάζουμε «σύγχρονη αρωματοποιΐα», έχοντας φυσικά προηγουμένως προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, σε αυτό που χαρακτηρίστηκε «niche».

Δηλαδή ιδιαίτερες και μοναδικές συνθέσεις από εκλεκτά συστατικά που απευθύνονται κατά βάση σε πολύ συγκεκριμένα βαλάντια.

Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι το άρωμα, έχει θεωρηθεί ταυτόσημο της γαλλικής κουλτούρας, η χώρα μας, ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια, «βάζει τα δυνατά της» για να προσθέσει το δικό της μοναδικό αποτύπωμα στον κλάδο, με την ελληνική αρωματοποιΐα να αναδεικνύεται σε ένα ιδιαιτέρως φιλόδοξο, τόσο αισθητικά όσο και επιχειρηματικά, πρότζεκτ με προοπτικές που επεκτείνονται κατά πολύ των συνόρων.

Το skai.gr επιχειρεί να μυηθεί στον μαγικό κόσμο των αρωμάτων και να μάθει περισσότερα για αυτόν, μιλώντας με την Έλενα Βοσνάκη.

Ιστορικός και κριτικός αρωμάτων, αρθρογράφος με διεθνή παρουσία, υπεύθυνη για την ελληνική έκδοση της παγκόσμιας εγκυκλοπαίδειας αρωμάτων «Fragrantica», η Έλενα Βοσνάκη, είναι δύο φορές βραβευμένη με το βραβείο Εκδοτικής Αριστείας του Fragrance Foundation (FiFi) κι έχει συνεργαστεί με έντυπα όπως η Vogue και οι New York Times. Η σχέση της με το άρωμα ξεκίνησε από την παιδική ηλικία και η αγάπη της για τις μυρωδιές την οδήγησε σε μια παράλληλη, μακροχρόνια ενασχόληση με την αρωματοποιία, τόσο σε πρακτικό όσο και θεωρητικό επίπεδο.

Ξεκίνησε να γράφει για αρώματα όταν ελάχιστοι στην Ελλάδα είχαν σκεφτεί ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο θα μπορούσε να έχει αναλυτές, αρθρογράφους και κοινό που θα παρακολουθούσε με αφοσίωση.

Το 2006 δημιούργησε το Perfume Shrine, έναν χώρο κριτικής και σκέψης γύρω από την αρωματική τέχνη.

«Ήθελα να μιλήσω για το γιατί μας συγκινεί ένα άρωμα, για τις τεχνικές του, για τις πολιτισμικές του αναφορές. Και ο κόσμος ανταποκρίθηκε, γιατί υπήρχε δίψα για κάτι πέρα από το διαφημιστικό αφήγημα.»

Το Perfume Shrine έγινε σημείο αναφοράς για τους λάτρεις των αρωμάτων σε όλο τον κόσμο και άνοιξε τον δρόμο για μια κριτική που δεν περιορίζεται στο αν ένα άρωμα είναι «γοητευτικό» ή «ακαταμάχητο», αλλά εξετάζει την τεχνική του, τις επιρροές του, τον πολιτισμικό του ρόλο.

Το να γράφεις για αρώματα βέβαια, όπως εξηγεί και η ίδια, δεν είναι εύκολη υπόθεση μιας και πρόκειται για μια εμπειρία βαθιά υποκειμενική.

«Ο διαχωρισμός ανάμεσα στο προσωπικό μου γούστο και στην αντικειμενική αξία μιας δημιουργίας είναι θεμελιώδης. Μπορεί ένα άρωμα να είναι τεχνικά άψογο, να έχει αρωματική συνοχή και διάρκεια, και να μη με συγκινεί αισθητικά. Οφείλω να το αναγνωρίσω και να το πω ξεκάθαρα, όπως οφείλω να εξηγήσω γιατί ένα άλλο, λιγότερο άρτιο, μου προκαλεί συγκίνηση. Το ίδιο κάνει κι ένας καλός κριτικός τέχνης ή κινηματογράφου».

Η ίδια παρομοιάζει την αρωματοποιία με άλλες βιομηχανίες δημιουργικότητας, από τον κινηματογράφο μέχρι τη μόδα.

«Δεν πρόκειται για τέχνη με την κλασική έννοια, αλλά για βιομηχανίες που οργανώθηκαν γύρω από στούντιο και οίκους, εκεί όπου δημιουργικά μυαλά καλούνταν να εκφράσουν το ύφος τους μέσα σε περιορισμούς, με στόχο να απευθυνθούν σε ευρύ κοινό. Την ίδια στιγμή, οι καλές τέχνες στρέφονταν στην πρωτοπορία».

Η γλώσσα του αρώματος

Το μεγαλύτερο ερώτημα για κάθε κριτικό είναι πώς μπορεί να μιλήσει για κάτι που δεν έχει μορφή, σχήμα ή χρώμα. Για την κα Βοσνάκη, η απάντηση βρίσκεται στη μετάφραση του αρώματος σε άλλες αισθήσεις και μνήμες.

«Δεν μπορούμε να πούμε ότι το άρωμα είναι κόκκινο ή τετράγωνο. Για να το περιγράψεις, πρέπει να το μεταφέρεις σε άλλες αισθήσεις: να το πεις φωτεινό ή σκοτεινό, λεπτό ή παχύ, μεταξένιο ή τραχύ. Μόνο έτσι φτάνει στον αναγνώστη μια εικόνα της εμπειρίας.»

Η αναφορά σε χημικές ουσίες, σημειώνει, δεν λέει πολλά στο κοινό. Εκεί χρειάζεται να δημιουργηθεί πλαίσιο.

Η πολυπλοκότητα αυτή έχει και τον κίνδυνο της υποκειμενικότητας.

«Για κάποιους ο κορίανδρος είναι πικάντικος, για άλλους μυρίζει σαπούνι – κι αυτό οφείλεται σε γονιδιακή μετάλλαξη. Ο κριτικός πρέπει να ξέρει την πολυπλοκότητα αυτή, να εξηγεί, να βάζει πλαίσιο. Η δουλειά μου είναι να προσφέρω ακρίβεια χωρίς να αφαιρώ τον ποιητικό χαρακτήρα του αρώματος.»

Οπως και να' χει, στο επίκεντρο βρίσκεται η μνήμη.

«Μπορεί να θαυμάζω ένα άρωμα για τη συνοχή του και να μη με συγκινεί. Και το αντίστροφο: να αγαπώ κάτι απλό, ακόμη και ατελές, επειδή κουβαλάει μνήμη. Είναι σαν τη σπανακόπιτα της γιαγιάς. Για εμάς θα είναι πάντα η καλύτερη, ακόμα κι αν συγκρίνεται με αυτήν ενός σεφ με αστέρια Michelin. Το ίδιο και με την κολόνια του παππού – μπορεί να μην είναι αριστούργημα, αλλά είναι αναντικατάστατη μνήμη.»

Ο ρόλος του κριτικού λοιπόν αφορά τη διάκριση του προσωπικού γούστου από την τεχνική αξιολόγηση: Nα είναι διαφανής απέναντι στον αναγνώστη και να δίνει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να κρίνει κι εκείνος.

Άρωμα στα χρόνια των... affiliate links

Σε κάθε περίπτωση η κα Βοσνάκη παραδέχεται πως ο δημόσιος λόγος για το άρωμα έχει αλλάξει.

Η ανεξαρτησία του λόγου απειλείται σήμερα από την εμπορική υπερπληροφόρηση και την αδιαφάνεια στις χορηγίες αφού η πληθώρα καναλιών και influencers δημιουργεί θόρυβο και συχνά παραπλανητική εικόνα.

«Ας πούμε, πόσοι γνώριζαν ότι η vlogger και influencer Demi Rawling είναι η νύφη του ιδρυτή της Parfums de Marly και Initio με φορολογική βάση στα ΗΑΕ;», διερωτάται.

«Όταν η Demi ορκιζόταν ότι πρέπει οπωσδήποτε να αποκτήσουμε το Delina, "έστω το hair mist!" που είναι και προσιτότερο οικονομικά, καθώς τα Marly έχουν τσιμπημένες τιμές, καταλαβαίνουμε ότι το εμπορικό παιχνίδι έχει από καιρό υπερσκελίσει το όποιο καλλιτεχνικό», εξηγεί καταλήγοντας ότι από τις διαφημίσεις των περιοδικών, περάσαμε στην εποχή των blogs και των κοινοτήτων, που εκδημοκράτισαν την πληροφορία.

«Μαζί ήρθαν και στρεβλώσεις...Eύχομαι ότι με την ευαισθητοποίηση του κοινού και την εξοικείωση με τις μεθόδους του διαδικτύου θα ξεχωρίσει η ήρα από το στάχυ στο δημόσιο διάλογο κι οι σοβαροί επαγγελματίες θα ανανεώνουν την εμπιστοσύνη του κοινού» συνοψίζει μεταξύ άλλων.

Σε τελική ανάλυση, η κριτικός αρωμάτων εκτιμά πως είναι ευθύνη όλων να διατηρούμε κριτική στάση και να ξεχωρίζουμε το περιεχόμενο που βασίζεται σε γνήσια γνώση και εμπειρία.

Το επιχειρηματικό πρόσωπο της αρωματοποιίας

Η αρωματοποιία, δεν είναι μόνο τέχνη. Είναι και μια επιχειρηματική δραστηριότητα, μια βιομηχανία πολλών δισεκατομμυρίων. Τα social media έχουν ανατρέψει τον τρόπο με τον οποίο προωθείται ένα άρωμα.

Η Έλενα Βοσνάκη παρατηρεί με σκεπτικισμό:

«Οι νεότερες γενιές δεν ενημερώνονται πια από glossy περιοδικά ή ακριβές καμπάνιες. Εμπιστεύονται τον influencer στο YouTube ή το βίντεο των 15 δευτερολέπτων στο TikTok. Το πρόβλημα είναι ότι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην άποψη και στη διαφήμιση έχει γίνει πολύ θολή», σχολιάζει, τονίζοντας πως «το hype δεν είναι ποτέ τυχαίο. Κατασκευάζεται μεθοδικά. Και αυτό δημιουργεί μια νέα ευθύνη: να υπάρχουν φωνές που εξηγούν, που βάζουν πλαίσιο. Γιατί ο καταναλωτής συχνά νομίζει ότι λαμβάνει μια  “γνώμη”, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για διαφημιστική στρατηγική».

Ο ενθουσιασμός στο TikTok μπορεί να εκτοξεύσει τις πωλήσεις ενός προϊόντος μέσα σε λίγες ημέρες.

«Το όριο ανάμεσα στην κριτική και στη διαφήμιση είναι λεπτό. Ένα βίντεο με πληρωμένη προβολή μπορεί να παρουσιαστεί ως γνώμη, και ο καταναλωτής δύσκολα το διακρίνει», επισημαίνει.

Οι τέσσερις μεγάλοι και ο συγκεντρωτισμός

Η βιομηχανία των αρωμάτων κινείται με τους δικούς της νόμους.

Οπως εξηγεί η κα Βοσνάκη, «τέσσερις μεγάλοι» οίκοι —Firmenich, Givaudan, IFF και Symrise— ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής αρωματικών μορίων και πρώτων υλών.

Τα εργαστήριά τους είναι αυτά που τροφοδοτούν τόσο τις πολυεθνικές πολυτελείας όσο και ανεξάρτητες εταιρείες.

Η κριτικός αρωμάτων επισημαίνει επίσης το όριο μεταξύ niche και mainstream είναι πλέον δυσδιάκριτο.

«Οι πρώιμοι niche οίκοι έχουν σχεδόν όλοι εξαγοραστεί από κολοσσούς. Ο καταναλωτής συχνά πιστεύει ότι αγοράζει κάτι ανεξάρτητο, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μέρος ενός μεγάλου χαρτοφυλακίου. Κι αν δούμε τις ίδιες τις συνθέσεις, τα ίδια μόρια και οι ίδιοι αρωματοποιοί εργάζονται για διαφορετικά brands».

«Οι ανεξάρτητοι που δεν υπόκεινται σε outsourcing είναι λίγοι. Αυτοί κρατούν τον δικό τους δρόμο, πιο ακριβό και πιο δύσκολο, αλλά αυθεντικό», συμπληρώνει.

Ο σκληρός διεθνής ανταγωνισμός και οι νέες συνήθειες

Η παγκόσμια βιομηχανία αρωμάτων, βίωνει, όπως παρατηρεί η κριτικός, μια πρωτοφανή ένταση.

Από τη μία, η ζήτηση αυξάνεται· από την άλλη, η πολυτέλεια δοκιμάζεται από οικονομικές αναταράξεις.

Η Gucci κατέγραψε κάμψη κοντά στο 20% το 2025, εν μέρει λόγω των συνεχών αλλαγών στη δημιουργική της διεύθυνση.

Η Chanel, με πιο σταθερή πορεία, σημείωσε πτώση 4% το πρώτο τετράμηνο της ίδιας χρονιάς.

Την ίδια στιγμή, οι κολοσσοί LVMH, L’Oréal και Puig μετατοπίζουν το ενδιαφέρον τους σε αγορές με δυναμική ανάπτυξη όπως η Κίνα, η Ινδία και ο Κόλπος, όπου η κατανάλωση πολυτελείας συνεχίζει να ανθίζει.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ισπανικής Eurofragrance: το 2024 οι πωλήσεις της εκτοξεύτηκαν στα 180 εκατομμύρια ευρώ, με ανάπτυξη 27% σε όλες τις κατηγορίες και περιοχές, χάρη στην άνοδο της ζήτησης σε Ινδία, Ινδονησία και Τουρκία.

«Αυτό που βλέπουμε είναι ότι το άρωμα παραμένει δείκτης status και πολιτισμικής ταυτότητας. Στις χώρες του Κόλπου οι πελάτες δεν διστάζουν να ξοδέψουν εκατοντάδες ευρώ σε μία μόνο επίσκεψη σε μπουτίκ. Στη Δύση, αντίθετα, το διαθέσιμο εισόδημα πιέζεται και οι καταναλωτές στρέφονται είτε σε πιο προσιτές επιλογές είτε σε “χύμα” λύσεις», συνοψίζει η κα Βοσνάκη.

Η ίδια μιλά για έναν κύκλο αβεβαιότητας που σκιάζει τη βιομηχανία:

«Μετά την πανδημία, οι τιμές έχουν εκτοξευθεί. Οι δασμοί και η πολιτική Τραμπ δημιούργησαν νέες ανασφάλειες. Ζούμε σε μια περίοδο όπου όλοι περιμένουν την επόμενη κρίση. Αυτό επηρεάζει και την πολυτέλεια».

Η Ελλάδα στον χάρτη της αρωματοποιίας

Η ιστορία της ελληνικής αρωματοποιίας είναι μακρά και συχνά παραγνωρίζεται. Από τον Επαμεινώνδα Μενούνο που λάνσαρε κολόνιες λεμόνι, γιασεμί και πεύκο ήδη από το 1900, μέχρι τις κλασικές «Μυρτώ» που σφράγισαν γενιές, το ελληνικό άρωμα, της νεότερης εποχής, έχει παρελθόν.

«Για δεκαετίες οι φιάλες του βρίσκονταν στα σπίτια των Ελλήνων, σαν καθημερινό αντικείμενο φροντίδας. Ήταν μια γέφυρα ανάμεσα στην παράδοση και στον εκσυγχρονισμό.»

«Η κολόνια λεβάντα της «Μυρτώ» δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από πολλά ακριβότερα αρώματα, σημειώνει. Αν λανσαριζόταν ως Lavanda d’Italia με δεκαπλάσια τιμή, θα πουλούσε εξίσου. Είναι θέμα αφηγήματος και προβολής», σχολιάζει με νόημα.

Η ΒΙΟΡΥΛ, από το 1946, παραμένει σημείο αναφοράς. Εκεί εργάζονται κορυφαίοι Έλληνες αρωματοποιοί όπως η Βάσω Ψαθά, η Χριστίνα Κουτσουδάκη και η Ιωάννα Τανιώνου.

Η κα Βοσνάκη τονίζει ότι πρόκειται για επιστήμονες με χρόνια σπουδών και εμπειρίας που συχνά δεν λαμβάνουν τη διεθνή αναγνώριση που αξίζουν.

Ο όμιλος Σαράντη υπήρξε ο μεγάλος σταθμός του κλάδου, εισάγοντας τα Clochard τις δεκαετίες ’80 και ’90, σε συνεργασία με τον αμερικανικό οίκο IFF και με κρυσταλλοποιία από την Pochet et du Courval.

Οι καμπάνιες με την Brooke Shields και την Katherine Kelly Lang άφησαν εποχή.

Σήμερα, ο όμιλος συνεχίζει με σειρές όπως οι B.U. και Elode, ενώ παραμένει κορυφαίος διανομέας διεθνών brands.

Τα ελληνικά brands στη «διεθνή αρένα»

«Τα ελληνικά brands, ιδιαίτερα μικρότερα και αναδυόμενα, χρειάζονται καινοτόμες ιδέες και τεχνική βελτιστοποίηση που θα τους επιτρέψει να αντιπαραβληθούν στο δύσκολο περιβάλλον του διεθνούς ανταγωνισμού. Για να προτιμήσει κάποιος ένα ελληνικό brand, πρέπει να προσφέρει αυτό που δεν προσφέρουν όλοι οι άλλοι», εκτιμά η διευθύντρια της ελληνικής έκδοσης της Fragrantica, υπογραμμίζοντας πως εφόσον έχουν να πουν κάτι δυνατό που θα τα ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα μπορούν να βρουν τη θέση τους στη διεθνή σκηνή.

«Μπορούν να σταθούν ωραιότατα κι αυτούσια ως ένα διεθνές brand, που εμπνέονται από ένα ευρύτερο κόνσεπτ κι όχι αναγκαστικά από την ελληνικότητα». «Ταυτόχρονα υπάρχουν brands που προωθούν την ελληνικότητα ως αυτούσιο brand».

Οι Έλληνες και το άρωμα

Η σχέση των Ελλήνων με το άρωμα έχει αλλάξει. Παλαιότερα κυριαρχούσε η ιδέα του «αρώματος-υπογραφής» – ένα μπουκάλι που σε συνοδεύει σε όλη σου τη ζωή.

Σήμερα, όλο και περισσότεροι διαμορφώνουν μια «γκαρνταρόμπα αρωμάτων» κι επιζητούν διαφορετικές επιλογές για διαφορετικές περιστάσεις.

Στις προτιμήσεις, οι γυναίκες δείχνουν αγάπη για γλυκές και καθαρές μυρωδιές, ενώ οι άνδρες στρέφονται κυρίως στα αρώματα με νότες φρεσκάδας και αυτοπεποίθησης.

Οι νεότερες γενιές πειραματίζονται, ενώ οι μεγαλύτερες επιστρέφουν σε νοσταλγικές επιλογές, που κουβαλούν μνήμες.

«Οι τουρίστες που έρχονται στην Αθήνα, κυρίως από τις αραβικές χώρες, ξοδεύουν 700–800 ευρώ σε μία μόνο αγορά. Ο Έλληνας δεν έχει τέτοιο περιθώριο· γι’ αυτό και στρέφεται στα “χύμα” αρώματα. Δεν είναι ντροπή – είναι ανάγκη. Και δείχνει ότι η αγάπη για το άρωμα υπάρχει, απλώς δεν ακολουθεί πάντα τους κανόνες του επίσημου λιανεμπορίου.»

Πού κατευθύνεται όμως ο κόσμος της αρωματοποιίας;

Η Έλενα Βοσνάκη βλέπει τρεις μεγάλες κατευθύνσεις — και ήδη προσθέτει την επόμενη γενιά στο κάδρο.

Πρώτον, η Generation Z. Δεν βλέπει το άρωμα ως απλή πολυτέλεια, αλλά ως στοιχείο ταυτότητας και στάσης ζωής. 

«Η Gen Z δεν εντυπωσιάζεται από λαμπερές καμπάνιες. Θέλει να ξέρει την ιστορία πίσω από το προϊόν, το κοινωνικό του αποτύπωμα».

Δεν τους αρκεί το όνομα του brand ή η εικόνα. Αναζητούν αυθεντικότητα, συμπερίληψη, ιστορίες με νόημα. Γι’ αυτούς, το άρωμα είναι μια γλώσσα για να δηλώσουν ποιοι είναι και σε τι πιστεύουν.

Δεύτερον, η βιωσιμότητα. Το sustainability έχει μετατραπεί από περιφερειακό ζήτημα σε απόλυτη προτεραιότητα. «Ο καταναλωτής θα ρωτήσει από πού προέρχεται το γιασεμί, ποιος το μάζεψε, αν πληρώνεται δίκαια. Δεν είναι λεπτομέρειες, είναι το νέο mainstream», εξηγεί.

Από τις πρώτες ύλες έως την ανακύκλωση των συσκευασιών, η διαφάνεια στην παραγωγή έχει γίνει προϋπόθεση. Το sustainability δεν είναι «πράσινο πρόσχημα», αλλά απαίτηση που καθορίζει αν μια μάρκα θα επιβιώσει.

Τρίτον, η τεχνητή νοημοσύνη και η εξατομίκευση.

Εφαρμογές που προτείνουν αρώματα με βάση το προφίλ του χρήστη ή αλγόριθμοι που συνθέτουν νέους συνδυασμούς περνούν από το στάδιο του πειράματος στην πράξη. «Μπορεί να ακούγεται ψυχρό, αλλά η AI θα αλλάξει το τοπίο», λέει η Βοσνάκη.

Υπενθυμίζει μάλιστα το πρόσφατο παράδειγμα του Paco Rabanne, που χρησιμοποίησε big data και τεχνητή νοημοσύνη για να δημιουργήσει ένα concept αρώματος βασισμένο σε προτιμήσεις και συμπεριφορές καταναλωτών.

«Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η τεχνολογία συνδυάζει εμπορικές πληροφορίες με δημιουργικό αποτέλεσμα. Όμως το θέμα είναι να μη χαθεί η ανθρώπινη διάσταση, η μνήμη και η συγκίνηση».

«Υπάρχουν ήδη συστήματα AI που προτείνουν συνθέσεις ή συνδυασμούς υλικών. Αυτό βελτιώνει την ταχύτητα και την ακρίβεια, αλλά δεν αντικαθιστά τη δημιουργικότητα. Το άρωμα παραμένει μια τέχνη που θέλει μνήμη, εμπειρία, πολιτισμικά συμφραζόμενα. Το AI μπορεί να δώσει εργαλεία, όχι έμπνευση», επισημαίνει ωστόσο.

Ολα αυτά ενώ ήδη στον ορίζοντα διαφαίνεται η Generation Alpha.

Πρόκειται για τη γενιά που θα μεγαλώσει εξοικειωμένη όχι μόνο με την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και με την ίδια τη μυρωδιά ως εμπειρία.

«Η Gen A θα είναι η πρώτη που θα θεωρεί αυτονόητο το να έχει άρωμα φτιαγμένο ειδικά για εκείνη, προσωποποιημένο μέσα από αλγόριθμους. Για αυτούς, η όσφρηση δεν θα είναι “υποτιμημένη αίσθηση”, αλλά μέρος της καθημερινότητας, από το σχολείο μέχρι το σπίτι».

Πηγή: skai.gr