ΗΠΑ και Ισραήλ στις κάλπες: Δύο εκλογικές αναμετρήσεις με παγκόσμιες συνέπειες

Οι Ισραηλινοί προσέρχονται στις κάλπες την Τρίτη για να εκλέξουν νέο κοινοβούλιο, ενώ μία εβδομάδα αργότερα οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα εκλέξουν τη νέα σύνθεση του Κογκρέσου

Τραμπ-Νετανιάχου
Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI toggle
  • Οι εκλογές σε ΗΠΑ και Ισραήλ, που διεξάγονται με διαφορά μόλις μίας εβδομάδας, ενδέχεται να αναδιαμορφώσουν τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και να επηρεάσουν ευρύτερα τη διεθνή πολιτική.
  • Στις 3 Νοεμβρίου, οι Ισραηλινοί ψηφίζουν για την εκλογή νέου κοινοβουλίου, ενώ μία εβδομάδα αργότερα οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα επιλέξουν τη νέα σύνθεση του Κογκρέσου.
  • Οι δύο αυτές εκλογικές αναμετρήσεις έχουν διαφορετικά εσωτερικά διακυβεύματα αλλά κοινές πιθανές επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.

Δύο εκλογικές αναμετρήσεις, με διαφορετικά εσωτερικά διακυβεύματα, ενδέχεται να αναδιαμορφώσουν τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και να επηρεάσουν ευρύτερα τη διεθνή πολιτική.

Ο λόγος για τις εκλογές σε ΗΠΑ και Ισραήλ, οι οποίες, αν και διεξάγονται σε διαφορετικές ηπείρους με διαφορά μόλις μίας εβδομάδας, ενδέχεται να έχουν σημαντικές συνέπειες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι Ισραηλινοί προσέρχονται στις κάλπες την Τρίτη για να εκλέξουν νέο κοινοβούλιο, ενώ μία εβδομάδα αργότερα οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα εκλέξουν τη νέα σύνθεση του Κογκρέσου.

Αν και οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις δεν συμπίπτουν χρονικά, συνδέονται στενά μεταξύ τους, καθώς η μελλοντική διακυβέρνηση του Ισραήλ θα έχει μακροχρόνιο αντίκτυπο στη Μέση Ανατολή και στους πολέμους που μαίνονται στην περιοχή.

Παράλληλα, οποιαδήποτε αλλαγή στους πολιτικούς συσχετισμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο την εξέλιξη των συγκεκριμένων συγκρούσεων, αλλά και το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας, όπως σημειώνει το BBC.

Υπάρχει, μάλιστα, και ένας άμεσος δεσμός μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων: σύμφωνα με εκτιμήσεις της οργάνωσης Republicans Overseas Israel, περίπου μισό εκατομμύριο Ισραηλινοί που διαθέτουν αμερικανικό διαβατήριο έχουν δικαίωμα ψήφου και στις δύο εκλογές.

Ενδεικτική της σύνδεσης των δύο εκλογικών αναμετρήσεων είναι και η επιρροή που θα μπορούσαν να ασκήσουν οι Ισραηλινοί με αμερικανική υπηκοότητα στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.

Όπως δήλωσε στο BBC ο πρόεδρος της οργάνωσης Republicans Overseas Israel, Μαρκ Ζελ, οι ψηφοφόροι αυτοί θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση αμφίρροπων εκλογικών αναμετρήσεων, όπως η μάχη για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν, όπου εκτίμησε ότι θα κατατεθούν περίπου 10.000 επιστολικές ψήφοι από το Ισραήλ.

«Μπορούν πραγματικά να κάνουν τη διαφορά», τόνισε.

Ωστόσο, η σύνδεση των δύο εκλογικών αναμετρήσεων σε επίπεδο πολιτικής είναι ίσως ακόμη βαθύτερη και γίνεται ιδιαίτερα αισθητή όσον αφορά τον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν.

Η μαζική αεροπορική επίθεση, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο, κατέστρεψε πολλούς στρατιωτικούς στόχους και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο μεγάλου μέρους της ιρανικής ηγεσίας. Δεν κατάφερε, όμως, να ανατρέψει το καθεστώς, το οποίο απάντησε με σφοδρές επιθέσεις σε ολόκληρο τον Κόλπο και κατέλαβε τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ, καθώς και των ενεργειακών ροών που διέρχονται από αυτό.

Το ζήτημα του Ιράν

Η ίδια η διεξαγωγή των εκλογών έχει ήδη επηρεάσει τη λήψη πολιτικών αποφάσεων.

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, έχει αξιοποιήσει την προεκλογική εκστρατεία για να προβάλλει το ενδεχόμενο μιας νέας επίθεσης κατά του Ιράν.

Παράλληλα, έχει διατυπώσει νέους ισχυρισμούς για την πυρηνική απειλή από το Ιράν, χωρίς να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία, επιμένοντας για ακόμη μία φορά ότι το ιρανικό καθεστώς πρέπει να ανατραπεί.

Στόχος του είναι να ενισχύσει εκ νέου την εικόνα του ως ηγέτη που εγγυάται την ασφάλεια του Ισραήλ, η οποία δέχθηκε ισχυρό πλήγμα μετά τις πολύνεκρες επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου υπό την ηγεσία της Χαμάς.

Από την πλευρά του, ο Τραμπ, ενίσχυσε τα σενάρια για νέες επιθέσεις κατά του Ιράν, εκφράζοντας τη στήριξή του στην προσπάθεια επανεκλογής του Μπενιαμίν Νετανιάχου και δηλώνοντας ότι οι δύο ηγέτες πρέπει «σύντομα να τελειώσουν τη δουλειά» στο Ιράν.

Ωστόσο, παρά την πολεμική ρητορική, έχουν υπάρξει και αντικρουόμενα δημοσιεύματα, σύμφωνα με τα οποία ο Τραμπ παρενέβη για να συγκρατήσει τον Νετανιάχου και να αποτρέψει μια νέα επίθεση κατά του Ιράν πριν από τις εκλογές, φοβούμενος ότι μια νέα εκτίναξη των τιμών της ενέργειας θα επηρεάσει αρνητικά τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.

Στην αντίπερα όχθη, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να επιχειρήσει να διασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση μέσω μιας νέας επίθεσης κατά του Ιράν, ακόμη και ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός μετά τις εκλογές, σύμφωνα με σενάρια που διακινούνται στα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης.

Σε μια τέτοια περίπτωση, θα υποστήριζε την ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας, στην οποία θα συμμετείχε και ο ίδιος, αντί μιας κυβέρνησης συνασπισμού των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Ο Νετανιάχου θεωρείται εδώ και χρόνια ένας από τους πιο ανθεκτικούς πολιτικά ηγέτες του Ισραήλ. Εάν χάσει την εξουσία, ο Νετανιάχου ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με επίσημη έρευνα για τους χειρισμούς του πριν από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου, καθώς και με τη συνέχιση της δίκης του για υποθέσεις διαφθοράς.

Οι εικασίες αυτές έχουν λάβει τέτοιες διαστάσεις, ώστε ο πολιτικός αντίπαλος του Νετανιάχου, πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού Γκάντι Άιζενκοτ, έχει ήδη αποκλείσει το ενδεχόμενο συμμετοχής του σε οποιαδήποτε κυβέρνηση εθνικής ενότητας.

Όπως και οι υπόλοιποι πολιτικοί του κυρίαρχου πολιτικού φάσματος στο Ισραήλ, ο Άιζενκοτ θεωρεί το Ιράν υπαρξιακή απειλή για τη χώρα του και υποστηρίζει τη στρατιωτική δράση κατά του ιρανικού καθεστώτος. Ωστόσο, έχει προειδοποιήσει ρητά κατά της κλιμάκωσης του πολέμου για πολιτικούς σκοπούς.

Η πολιτική υστεροφημία του Τραμπ

Ο Τραμπ ενδέχεται να εξετάσει σοβαρά τη διεξαγωγή μιας νέας επίθεσης κατά του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, όταν δεν θα δεσμεύεται πλέον από άμεσους εκλογικούς υπολογισμούς και καθώς θα επιδιώκει να απεμπλακεί από τον πόλεμο με μια τελευταία στρατιωτική επιχείρηση.

Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι το Ιράν έχει αποδυναμωθεί τόσο οικονομικά από τον πόλεμο και τις κυρώσεις, ώστε μία νέα επίθεση θα μπορούσε να ενθαρρύνει τους Ιρανούς να ανατρέψουν το καθεστώς.

Άλλοι, ωστόσο, θεωρούν ότι πρόκειται για μία ακόμη ευσεβή προσδοκία. Είναι μια στρατηγική που έχει αποτύχει επανειλημμένα, αλλά εξακολουθεί να βρίσκει υποστηρικτές στην Ουάσιγκτον.

«Μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, θα επικεντρωθεί στην πολιτική του υστεροφημία», δήλωσε δυτικός διπλωμάτης. «Θα θελήσει να δείξει ότι μπορεί να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες σε οποιοδήποτε ζήτημα δεν σχετίζεται με το αδιέξοδο που αντιμετωπίζει στο εσωτερικό της χώρας».

Στο Ισραήλ τα περισσότερα κόμματα συμφωνούν ως προς την απειλή που συνιστά το Ιράν και την ανάγκη περιορισμού της. Ωστόσο, εάν οι ψηφοφόροι αναδείξουν νέα κυβέρνηση, ο επόμενος πρωθυπουργός ενδέχεται να έχει μικρότερο πολιτικό και προσωπικό συμφέρον να προχωρήσει σε νέες επιθέσεις κατά του Ιράν.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να αλλάξει και η δική του στρατηγική. 

«Εάν το Ισραήλ έχει λάθος ηγέτη, δηλαδή οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον Μπίμπι, η Αμερική θα πρέπει να αναλάβει μόνη της αυτή τη δουλειά, και δεν είμαι διατεθειμένος να το κάνω», έγραψε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Τεχεράνη παρακολουθούν τις αμερικανικές δημοσκοπήσεις με την ίδια προσοχή που τις παρακολουθούν και οι αναλυτές στην Ουάσιγκτον.

Ο κίνδυνος, ωστόσο, είναι ότι μια νέα επίθεση κατά του Ιράν μετά τις εκλογές θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύκλο αποσταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή, εάν η Τεχεράνη απαντούσε με σφοδρά αντίποινα.

Τόσο δημόσια όσο και σε κατ' ιδίαν επαφές, Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν απειλήσει με πλήγματα σε αεροδρόμια, αγωγούς, υποθαλάσσια καλώδια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και μονάδες αφαλάτωσης, καθώς και σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις και πολεμικά πλοία.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, έγραψε στους Financial Times ότι νέες επιθέσεις θα έθεταν «σε σοβαρό κίνδυνο τις ζωές των αμάχων, την ευημερία όλων των κρατών της περιοχής και την παγκόσμια οικονομία».

Στο επίκεντρο η οικονομία

Οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις συνδέονται και μέσω της παγκόσμιας οικονομίας.

Η ακρίβεια και το κόστος ζωής έχουν κυριαρχήσει στην προεκλογική εκστρατεία για τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, με τα προβλήματα να έχουν επιδεινωθεί από τον πόλεμο του Τραμπ, ο οποίος οδήγησε σε αύξηση των τιμών, καθώς το Ιράν περιόρισε τη ροή ενεργειακών εξαγωγών μέσω του Στενού του Ορμούζ.

Η οικονομία αποτελεί επίσης βασικό ζήτημα της προεκλογικής εκστρατείας στο Ισραήλ, όπου οι ψηφοφόροι βρίσκονται αντιμέτωποι με το υψηλό κόστος ζωής και τους χαμηλούς μισθούς. Και εδώ, όμως, ο πόλεμος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς η εκτόξευση των αμυντικών δαπανών επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά.

Ο Τραμπ έχει επιχειρήσει να κατευνάσει τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Έχει άρει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, ελπίζοντας, μέχρι στιγμής μάταια, ότι οι εισαγωγές ντίζελ από τη Μόσχα θα οδηγούσαν σε σημαντική μείωση των τιμών.

Παράλληλα, έχει υιοθετήσει σκληρή στάση απέναντι στην Ουκρανία, καλώντας την ηγεσία της να προχωρήσει σε παραχωρήσεις, με την ελπίδα να παρουσιάσει μια επιτυχία στην εξωτερική πολιτική του, κάτι που επίσης δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής.

Ωστόσο, οι αντιδράσεις στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για την αμφιλεγόμενη στρατηγική του εντείνονται.

Ο γερουσιαστής της Βόρειας Καρολίνας Τομ Τίλις, ο οποίος ασκεί συχνά κριτική στον Τραμπ, δήλωσε στο CBS News: «Εάν ο πρόεδρος θέλει πραγματικά να μειώσει τις τιμές της ενέργειας, μπορεί να το πετύχει επιλύοντας το πρόβλημα με το Ιράν, όχι κάνοντας χάρη στον Βλαντίμιρ Πούτιν».

Μία από τις συνέπειες του πολέμου κατά του Ιράν, σε συνδυασμό με τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα και την κατεχόμενη Δυτική Όχθη, είναι ότι έχει κλονιστεί η παραδοσιακή διακομματική στήριξη προς το Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ, υποψήφιος της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν, έχει θέσει στο επίκεντρο της προεκλογικής του εκστρατείας τη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.

«Ένας σύμμαχος που παίρνει τα χρήματά σου για να σε παρασύρει σε πολέμους στους οποίους δεν θα έπρεπε να συμμετέχεις, δεν είναι σύμμαχος», δήλωσε στο ABC News.

Ο Μπραντ Λάντερ, υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Βουλή των Αντιπροσώπων στη Νέα Υόρκη, ο οποίος επίσης ανήκει στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος, επέλεξε μάλιστα να επισκεφθεί τη Δυτική Όχθη λίγες μόλις ημέρες πριν από τις εκλογές.

Εκεί βοήθησε Παλαιστινίους στη συγκομιδή της ελιάς και τέθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα υπό κράτηση από τις ισραηλινές δυνάμεις. Και τα δύο περιστατικά αποτέλεσαν υλικό που αξιοποίησε στην προεκλογική του προβολή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Για τα δεδομένα της αμερικανικής πολιτικής ιστορίας, τέτοιες κινήσεις είναι ασυνήθιστες.

Ακόμη και ο ίδιος ο Νετανιάχου προειδοποιεί πλέον ότι το Ισραήλ ενδέχεται στο μέλλον να χρειαστεί να επιβιώσει χωρίς την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.

Βεβαίως, εάν ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έχανε τις εκλογές, η αποχώρησή του θα σήμαινε και το τέλος μιας ιδιότυπης πολιτικής φιλίας, που χαρακτηρίζεται από συχνές εντάσεις και μεταπτώσεις στη στάση του Τραμπ.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τον Ισραηλινό ομόλογό του «σπουδαίο πρωθυπουργό και πολεμιστή». Το καλοκαίρι, ωστόσο, είχε δηλώσει ότι ο Νετανιάχου είναι «εντελώς τρελός».

Ένας νέος ηγέτης στο Ισραήλ θα έπρεπε να οικοδομήσει από την αρχή τη σχέση του με έναν Αμερικανό πρόεδρο που διανύει την τελευταία του θητεία, διαμορφώνοντας μια εντελώς διαφορετική πολιτική δυναμική.

Εάν οι Δημοκρατικοί αποκτούσαν μεγαλύτερο έλεγχο στο Κογκρέσο, θα μπορούσαν να θέσουν ορισμένους περιορισμούς στην άνευ όρων αμερικανική υποστήριξη προς το Ισραήλ.

Το Κογκρέσο διαθέτει θεσμικές εξουσίες που του επιτρέπουν να περιορίζει τις στρατιωτικές δαπάνες. Θα μπορούσε επίσης να μειώσει τη στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ.

Ωστόσο, ως πρόεδρος, ο Τραμπ θα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εκτελεστικές εξουσίες, καθώς και το δικαίωμα άσκησης βέτο, ώστε να συνεχίσει τη διεξαγωγή του πολέμου σύμφωνα με τις δικές του επιλογές.

Η απόφαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ να εξαπολύσουν πόλεμο κατά του Ιράν νωρίτερα φέτος ανέτρεψε τις ισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία και το διεθνές γεωπολιτικό σκηνικό.

Πλέον, οι επιλογές των ψηφοφόρων στις δύο χώρες ενδέχεται να καθορίσουν όχι μόνο την επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή, αλλά και τις ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις.


 

Πηγή: skai.gr
11 0 Bookmark

Απόρρητο