ΚΑΙΡΟΣ

Πολιτική δίωξη καταγγέλλει η βουλευτής των Δημοκρατικών Ιλχάν Όμαρ μετά την έφοδο πρακτόρων στο σπίτι της

Οι αρχές ερευνούν έγγραφα μετανάστευσης της Δημοκρατικής βουλευτού - Σφοδρές αντιδράσεις τρεις εβδομάδες πριν από τις εκλογές

Σφοδρές πολιτικές αντιδράσεις προκαλεί στις Ηνωμένες Πολιτείες η έφοδος ομοσπονδιακών πρακτόρων στην κατοικία της Δημοκρατικής βουλευτού Ιλχάν Όμαρ στην Ουάσινγκτον, στο πλαίσιο έρευνας για ενδεχόμενες παρατυπίες σε έγγραφα μετανάστευσης, μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Η 44χρονη βουλευτής, η οποία γεννήθηκε στη Σομαλία και αποτελεί μία από τις εντονότερες επικρίτριες του Ντόναλντ Τραμπ, καταγγέλλει ότι η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποιεί τους ομοσπονδιακούς μηχανισμούς επιβολής του νόμου για να εκφοβίσει πολιτικούς αντιπάλους του προέδρου.

Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε τα ξημερώματα της Δευτέρας (12/10) από πράκτορες της Homeland Security Investigations (HSI), της ερευνητικής υπηρεσίας που υπάγεται στην αμερικανική Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE).

Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης επιβεβαίωσε ότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε κατόπιν δικαστικού εντάλματος, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει επισήμως το αντικείμενό της.

Στο επίκεντρο τα έγγραφα μετανάστευσης της οικογένειάς της

Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, οι αμερικανικές αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο απάτης σε έγγραφα μετανάστευσης που σχετίζονται με την άφιξη της Όμαρ και της οικογένειάς της στις ΗΠΑ.

Μέρος της έρευνας αφορά έγγραφα που είχε συμπληρώσει ο πατέρας της, ο οποίος έχει πλέον αποβιώσει, όταν η σημερινή βουλευτής ήταν ακόμη παιδί.

Η Όμαρ έφθασε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως πρόσφυγας και απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα το 2000. Εκπροσωπεί τη Μινεσότα στη Βουλή των Αντιπροσώπων και διεκδικεί την πέμπτη συνεχόμενη θητεία της στις εκλογές του Νοεμβρίου.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης περιορίστηκε να ανακοινώσει ότι οι πράκτορες εκτέλεσαν δικαστικό ένταλμα έρευνας στην περιοχή της Ουάσινγκτον, στο πλαίσιο εν εξελίξει ομοσπονδιακής έρευνας.

Ο Τομ Χόμαν, αρμόδιος της κυβέρνησης Τραμπ για την πολιτική ασφάλειας των συνόρων, επιβεβαίωσε στο Fox News την εκτέλεση του εντάλματος, αποφεύγοντας να δώσει περισσότερες πληροφορίες.

Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί απαγγελία ποινικών κατηγοριών σε βάρος της βουλευτού, η οποία έχει αρνηθεί οποιαδήποτε παρανομία.

Όμαρ: «Δεν θα με φιμώσουν»

Η Δημοκρατική βουλευτής αντέδρασε έντονα στην επιχείρηση, κατηγορώντας τον Αμερικανό πρόεδρο ότι συνεχίζει μια μακροχρόνια προσπάθεια πολιτικής στοχοποίησής της.

«Επί δέκα χρόνια ο Τραμπ με στοχοθετεί με αβάσιμα ψεύδη και εκστρατείες δυσφήμησης», ανέφερε σε ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Χαρακτήρισε την έρευνα νέα κλιμάκωση της εκστρατείας πολιτικού εκφοβισμού εναντίον της, διαμηνύοντας ότι δεν πρόκειται να σιωπήσει.

Η Όμαρ έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο επιθέσεων του Τραμπ, ο οποίος έχει χρησιμοποιήσει ιδιαίτερα επιθετική ρητορική απέναντι στη σομαλική κοινότητα της Μινεσότα.

Τον περασμένο Ιανουάριο, μάλιστα, η βουλευτής είχε δεχθεί επίθεση με άγνωστο υγρό κατά τη διάρκεια δημόσιας εκδήλωσης στη Μινεάπολη, ενώ έχει καταγγείλει ότι η ίδια και η οικογένειά της δέχονται απειλές για τη ζωή τους.

Νέα επίθεση Τραμπ από το Οχάιο

Ο Ντόναλντ Τραμπ επανήλθε στο θέμα κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης στο Γιάνγκσταουν του Οχάιο, εξαπολύοντας προσωπική επίθεση εναντίον της Όμαρ και επικρίνοντας τη χώρα καταγωγής της.

«Πιστεύω ότι είναι ένας φρικτός άνθρωπος», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, προσθέτοντας ότι η βουλευτής προέρχεται από «μία από τις χειρότερες χώρες του πλανήτη».

Οι αναφορές του στη Σομαλία προκάλεσαν την αντίδραση υποστηρικτών του, οι οποίοι άρχισαν να φωνάζουν «Απελάστε την!».

Ο Τραμπ συνέδεσε στη συνέχεια τη μεταναστευτική πολιτική με τις επερχόμενες εκλογές, καλώντας τους ψηφοφόρους να στηρίξουν τους Ρεπουμπλικάνους ώστε, όπως υποστήριξε, το Οχάιο να μην ακολουθήσει την πορεία της Μινεσότα.

Η στάση του απέναντι στους Σομαλούς μετανάστες έχει προκαλέσει επανειλημμένα αντιδράσεις οργανώσεων υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα μετά τις επιχειρήσεις των μεταναστευτικών αρχών στη Μινεάπολη.

Δημοκρατικοί: «Βαθιά ανησυχητική» η έφοδος

Την επιχείρηση καταδίκασαν ηγετικά στελέχη των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, κάνοντας λόγο για ενδεχόμενη εργαλειοποίηση των ομοσπονδιακών υπηρεσιών εναντίον πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης.

Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Δημοκρατικών, Χακίμ Τζέφρις, μαζί με την Κάθριν Κλαρκ και τον Πιτ Αγκιλάρ, χαρακτήρισαν την έφοδο «βαθιά ανησυχητική», υποστηρίζοντας ότι εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο άσκησης της ομοσπονδιακής εξουσίας.

Σε κοινή ανακοίνωσή τους κατηγόρησαν τους Ρεπουμπλικάνους ότι στοχοποιούν συστηματικά την Όμαρ και δεσμεύτηκαν να επιδιώξουν πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και απόδοση ευθυνών.

Ανάλογη ήταν η αντίδραση του κυβερνήτη της Μινεσότα, Τιμ Γουόλτς, ο οποίος υποστήριξε ότι ο Τραμπ καταχράται την εξουσία του για να στραφεί εναντίον πολιτικών αντιπάλων του λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές.

Από την πλευρά των Ρεπουμπλικάνων, η βουλευτής Νάνσι Μέις υποστήριξε ότι, εφόσον αποδειχθεί απάτη, η Όμαρ θα πρέπει να χάσει την αμερικανική υπηκοότητα και να απελαθεί.

«Κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου», ανέφερε σε ανάρτησή της.

Ερωτήματα για τη χρονική στιγμή της έρευνας

Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί το γεγονός ότι η έφοδος πραγματοποιήθηκε μόλις 22 ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, στις οποίες η Όμαρ είναι υποψήφια για επανεκλογή.

Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης εφαρμόζει παραδοσιακά πολιτική αποφυγής ερευνητικών ενεργειών που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εκλογική διαδικασία ή να δημιουργήσουν την εντύπωση ευνοϊκής μεταχείρισης συγκεκριμένων υποψηφίων.

Στο πλαίσιο αυτής της πρακτικής, οι ομοσπονδιακές αρχές αποφεύγουν συνήθως ενέργειες που ενδέχεται να δημοσιοποιηθούν κατά τις περίπου 60 ημέρες πριν από μια εκλογική αναμέτρηση.

Ο καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου Τζορτζ Ουάσινγκτον και πρώην ομοσπονδιακός εισαγγελέας Ράνταλ Ελίασον εκτίμησε, μιλώντας στο Reuters, ότι η έρευνα φαίνεται να αποκλίνει από την καθιερωμένη πρακτική του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει μηχανισμός που να επιβάλλει υποχρεωτικά την τήρηση αυτής της πολιτικής.

Η υπόθεση εξελίσσεται σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ, με τους Δημοκρατικούς να καταγγέλλουν πολιτικά κίνητρα και τη Ρεπουμπλικανική πλευρά να επικαλείται την ανάγκη διερεύνησης ενδεχόμενων παρανομιών.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ