Του Στέφανου Νικολαΐδη
Η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή επαναφέρει στο προσκήνιο τα ερωτήματα για το κατά πόσο η συμφωνία του 2019 μπορεί να επηρεάσει τις έρευνες της Chevron στα θαλάσσια οικόπεδα νότια της Κρήτης. Σε νομικό επίπεδο, πάντως, η επικύρωση από την πλευρά της Λιβύης δεν μεταβάλλει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας ούτε ακυρώνει τις άδειες που έχουν παραχωρηθεί για έρευνες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: μπορεί η πολιτική και διπλωματική αμφισβήτηση να δημιουργήσει ένα περιβάλλον αβεβαιότητας για την υλοποίηση των σχεδιαζόμενων επενδύσεων;
Η γεωγραφική θέση των δύο οικοπέδων, οι προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου και οι δυνατότητες αντίδρασης της Αθήνας αποτελούν βασικές παραμέτρους της υπόθεσης. Η Σίσσυ Αλιγιζάκη εξηγεί τι σημαίνει νομικά η κύρωση του μνημονίου, ποια περιθώρια επιρροής μπορεί να διατηρεί η Τουρκία στις επιλογές της Λιβύης και ποια εργαλεία διαθέτει η Ελλάδα σε περίπτωση παρεμπόδισης των ερευνών.
Από την πλευρά του, ο Γιάννης Μανιάτης εστιάζει στους πραγματικούς κινδύνους για την επένδυση, εκτιμώντας ότι η μεγαλύτερη πρόκληση δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκην στην τουρκική αντίδραση, αλλά και στη συνέπεια με την οποία η ίδια η Ελλάδα θα προχωρήσει τον σχεδιασμό της.
Μανιάτης: Δύσκολα η Τουρκία θα αμφισβητήσει τη Chevron
Μιλώντας στο skai.gr, ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός Ενέργειας Γιάννης Μανιάτης εκτιμά ότι η Τουρκία είναι δύσκολο να προχωρήσει σε ευθεία αμφισβήτηση επί του πεδίου των εργασιών που έχει αναλάβει μια μεγάλη αμερικανική εταιρεία όπως η Chevron, παρά τη νέα κινητικότητα γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Όπως επισημαίνει, σε μια γεωπολιτικά ρευστή περιοχή δεν είναι δυνατόν να γίνουν ασφαλείς προβλέψεις για τις μακροπρόθεσμες εξελίξεις. Ωστόσο, επικαλείται την πρόσφατη εμπειρία από την κυπριακή ΑΟΖ, σημειώνοντας ότι «αυτή δείχνει πως η Άγκυρα πιθανότατα δεν θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει στο πεδίο εργασίες που έχουν αναλάβει μεγάλες αμερικανικές εταιρείες».
Σχετικά με τους κινδύνους για την επένδυση, ο κ. Μανιάτης στρέφει την προσοχή στην εσωτερική διαχείριση της ενεργειακής πολιτικής. Κατά την εκτίμησή του, οι σημαντικότεροι κίνδυνοι δεν προέρχονται τόσο από την τουρκική στάση όσο από την αναποτελεσματικότητα των ελληνικών κυβερνήσεων την τελευταία δεκαετία, η οποία, όπως υποστηρίζει, οδήγησε στην αποχώρηση μεγάλων επενδυτών, όπως η Repsol και η Total.
«Στην περιοχή υπάρχουν εκτεταμένα σεισμικά δεδομένα που συλλέξαμε ήδη από το 2012, την τεράστια αξία των οποίων αποδεικνύει το γεγονός ότι η Chevron, αφού τα μελέτησε, από μόνη της ζήτησε το 2025 να της παραχωρηθούν οικόπεδα στις θαλάσσιες περιοχές» επισημαίνει. «Έχουμε το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο, αλλά και εμπειρία μεγάλων διαγωνισμών και παραχωρήσεων, ήδη από το 2014».
Ο πρώην υπουργός συνδέει, επιπλέον, την αυξημένη σημασία των ελληνικών ενεργειακών περιοχών με τις διεθνείς κρίσεις. Όπως εξηγεί, «οι γεωπολιτικές αναταράξεις δεν αυξάνουν μόνο τις τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, αλλά θέτουν υπό αμφισβήτηση και τις διαδρομές μεταφοράς τους». Αυτό, κατά τον ίδιο, ενισχύει την αξία και την ελκυστικότητα των πιθανών κοιτασμάτων της Ελλάδας, καθώς βρίσκονται σε περιοχές που η χώρα θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της ΑΟΖ και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να απαιτείται η μεταφορά τους μέσω εμπόλεμων περιοχών.
Το συμπέρασμα του κ. Μανιάτη είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση καλείται να αξιοποιήσει τόσο την προετοιμασία που είχε γίνει κατά την περίοδο 2011-2014 όσο και τη θετική διεθνή συγκυρία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «πρέπει απλά να σκοράρει σε κενό τέρμα».
Αλιγιζάκη: Το Διεθνές Δίκαιο για τις έρευνες της Chevron νότια της Κρήτης είναι συγκεκριμένο
Η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων δεν μεταβάλλει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα ούτε καθιστά την Ελλάδα δεσμευμένη από μια συμφωνία στην οποία δεν συμμετέχει. Αυτό επισημαίνει στο skai.gr η δρ Σίσσυ Αλιγιζάκη, (καθηγήτρια Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών και ερευνήτρια σε θέματα διεθνών σχέσεων και ενεργειακών δικτύων), εξηγώντας ότι τα δικαιώματα της Ελλάδας στην υφαλοκρηπίδα υφίστανται αυτοδικαίως και εξαρχής, βάσει του διεθνούς δικαίου.
Όπως διευκρινίζει, τα δικαιώματα αυτά δεν εξαρτώνται από την πραγματοποίηση ερευνών ή από την αναγνώρισή τους από άλλο κράτος. «Αφορούν, μεταξύ άλλων, την έρευνα και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους», υπογραμμίζει. «Πρόκειται, επομένως, για κυριαρχικά δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας και όχι για κυριαρχία αντίστοιχη με εκείνη που ασκείται στα χωρικά ύδατα, όπως προβλέπει το άρθρο 77 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας».
Η ίδια υπογραμμίζει ότι η Κρήτη δικαιούται υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), καθώς τα νησιά διαθέτουν, με εξαίρεση την ειδική κατηγορία βράχων που προβλέπει η Σύμβαση, τις ίδιες κατηγορίες θαλάσσιων ζωνών με τις ηπειρωτικές ακτές. Το καθεστώς αυτό, όπως σημειώνει, έχει αναγνωριστεί από τη διεθνή νομολογία ως αποτύπωση εθιμικού διεθνούς δικαίου και, συνεπώς, δεν αφορά μόνο τα κράτη που έχουν κυρώσει τη Σύμβαση.
Η δρ Αλιγιζάκη επισημαίνει, ωστόσο, ότι πρέπει να διακρίνεται η ύπαρξη δικαιώματος σε θαλάσσιες ζώνες από την ακριβή χάραξη της οριοθέτησής τους. «Η διάκριση αυτή δεν επιτρέπει να παραμερίζεται η Κρήτη σαν να μην υφίσταται, όπως προκύπτει από το άρθρο 121 της Σύμβασης και τη σχετική διεθνή νομολογία, μεταξύ άλλων την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου στην υπόθεση Νικαράγουα κατά Κολομβίας το 2012».
Ιδιαίτερη σημασία έχει, σύμφωνα με την ίδια, και η ακριβής γεωγραφική θέση των δύο θαλάσσιων οικοπέδων. Όπως εξηγεί, «βρίσκονται δυτικά του συγκεκριμένου τμήματος οριοθέτησης που χαράσσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 και, επομένως, δεν τέμνονται με τη γραμμή αυτή».
Αυτό, εντούτοις, δεν σημαίνει ότι η Λιβύη δεν προβάλλει αντιρρήσεις για τις συγκεκριμένες περιοχές. Η ίδια τονίζει ότι πρέπει να διακρίνονται οι ευρύτερες λιβυκές αξιώσεις από τη συγκεκριμένη χάραξη του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Ενδεικτικά, αναφέρεται στο έγγραφο που διαβίβασε η λιβυκή πλευρά στον ΟΗΕ το 2025, στο οποίο υποστήριξε ότι περισσότερο από το 85% της έκτασης των δύο οικοπέδων βρίσκεται νοτίως της γραμμής που η ίδια επικαλείται ως όριο με την Ελλάδα. Πρόκειται, όπως διευκρινίζει, για λιβυκό ισχυρισμό και όχι για διεθνή αναγνώριση λιβυκής δικαιοδοσίας.
Για να προσθέσει λέγοντας:
«Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν ακυρώνει τις ελληνικές άδειες ερευνών. Μπορεί, όμως, να χρησιμοποιηθεί πολιτικά για να ενισχύσει την αμφισβήτηση και να αυξήσει την αβεβαιότητα για τις εταιρείες. Εκεί εντοπίζεται και η πρακτική πρόκληση για την Ελλάδα: να μην επιτρέψει μια αξίωση που θεωρεί νομικά αβάσιμη να μετατραπεί σε παράγοντα αποτροπής ή αναστολής της άσκησης των ελληνικών δικαιωμάτων».
Αναφορικά με τη νομική επίδραση της κύρωσης του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων, η δρ Αλιγιζάκη σημειώνει ότι αυτή αφορά την έγκριση του κειμένου από τη λιβυκή πλευρά και δεν θεραπεύει την προσβολή δικαιωμάτων τρίτων κρατών.
Όποια αποτελέσματα και αν έχει η συμφωνία στις σχέσεις Τουρκίας και Λιβύης, δεν μπορεί να καταστήσει την Ελλάδα δεσμευμένη από μια συμφωνία στην οποία δεν συμμετέχει. Όπως εξηγεί, «μια συνθήκη δεν δημιουργεί υποχρεώσεις ή δικαιώματα για τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του. Επομένως, δύο κράτη δεν μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους ότι θα ασκούν δικαιώματα που ανήκουν σε τρίτο κράτος. Η αρχή αυτή αποτυπώνεται και στο άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών».
Η ίδια, πάντως, δεν υποτιμά τη σημασία της κύρωσης στο εσωτερικό της Λιβύης. «Μπορεί να έχει συνέπειες στην εσωτερική λιβυκή έννομη τάξη και να ενισχύσει την πολιτική και διοικητική στήριξη για την εφαρμογή του μνημονίου. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η αδυναμία του να δεσμεύσει την Ελλάδα ή να της στερήσει δικαιώματα».
Ένα λιγότερο προβεβλημένο σημείο του τουρκολιβυκού μνημονίου, στο οποίο εστιάζει η δρ Αλιγιζάκη, είναι η πρόβλεψη του άρθρου IV, παράγραφος 3. Σύμφωνα με αυτή, πριν από την κατάληξη σε συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με άλλο κράτος, η μία πλευρά οφείλει να ενημερώσει και να διαβουλευτεί με την άλλη. Η υποχρέωση είναι αμοιβαία και, όπως σημειώνει, το κείμενο δεν την περιορίζει ρητά μόνο στη συγκεκριμένη γραμμή οριοθέτησης του μνημονίου.
«Η συγκεκριμένη διάταξη ενδέχεται να προσφέρει στην Τουρκία περιθώριο επιρροής στις λιβυκές επιλογές και σε μελλοντικές οριοθετήσεις της Λιβύης με άλλα κράτη. Δεν της παρέχει, όμως, δικαίωμα βέτο ούτε την καθιστά αυτομάτως μέρος μιας ενδεχόμενης ελληνολιβυκής διαπραγμάτευσης», σημειώνει.
«Η διαβούλευση δεν ταυτίζεται με υποχρέωση λήψης συναίνεσης. Επιπλέον, η συγκεκριμένη διάταξη αφορά συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ και δεν προβλέπει ότι απαιτείται τουρκική έγκριση για τις ελληνικές άδειες ερευνών».
Άλλο η αμφισβήτηση και άλλο το πραγματικό νομικό κώλυμα
Η δρ Αλιγιζάκη επιμένει στη διάκριση ανάμεσα στην αμφισβήτηση μιας θαλάσσιας περιοχής, στην ύπαρξη επικαλυπτόμενων διεκδικήσεων και σε ένα πραγματικό νομικό κώλυμα για τη διεξαγωγή ερευνών.
Όπως εξηγεί, «η αμφισβήτηση αποτελεί θέση που προβάλλει ένα κράτος και δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι αυτό έχει δίκιο. Συνεπώς, μια λιβυκή διαμαρτυρία δεν ακυρώνει αυτομάτως μια ελληνική άδεια».
«Επικάλυψη διεκδικήσεων υπάρχει όταν δύο κράτη προβάλλουν αξιώσεις στην ίδια περιοχή. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι αξιώσεις τους είναι εξίσου βάσιμες. Για την αξιολόγησή τους πρέπει να εξετάζονται οι ακτές, οι συντεταγμένες και οι εφαρμοστέοι κανόνες του διεθνούς δικαίου. Αντίστοιχα, μια άδεια έρευνας ορίζει πού επιτρέπεται σε μια εταιρεία να εργαστεί βάσει του δικαίου του κράτους που την εκδίδει, χωρίς να αποτελεί από μόνη της διεθνή οριοθέτηση».
Πραγματικός νομικός περιορισμός, σύμφωνα με την ίδια, υπάρχει όταν προκύπτει από εφαρμοστέο κανόνα, δεσμευτική συμφωνία ή απόφαση αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου.
Στο σημείο αυτό υπογραμμίζει ότι έχει σημασία και το είδος της δραστηριότητας που πρόκειται να πραγματοποιηθεί. Μια σεισμική έρευνα δεν εξομοιώνεται αυτομάτως με μια γεώτρηση που επεμβαίνει στον βυθό.
Ως παράδειγμα επικαλείται τη διαιτησία μεταξύ Γουιάνας και Σουρινάμ το 2007, στην οποία το δικαστήριο αντιμετώπισε διαφορετικά τις σεισμικές έρευνες και τη μονομερή διερευνητική γεώτρηση, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες της δεύτερης στον βυθό. Παράλληλα, έκρινε παράνομη την απειλή στρατιωτικής βίας που είχε χρησιμοποιηθεί για την απομάκρυνση της εξέδρας. Κατά την ίδια, το παράδειγμα αναδεικνύει ότι ούτε όλες οι εργασίες κρίνονται με τον ίδιο τρόπο ούτε η επίκληση μιας διεκδίκησης νομιμοποιεί στρατιωτικό εξαναγκασμό.
Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει, επίσης, ότι όσο εκκρεμεί μια οριοθέτηση, τα κράτη οφείλουν να καταβάλλουν προσπάθεια για πρακτικές προσωρινές διευθετήσεις και να μην εκθέτουν σε κίνδυνο ή παρεμποδίζουν την επίτευξη της τελικής συμφωνίας. «Αυτό δεν συνεπάγεται υποχρεωτική συνεκμετάλλευση ούτε γενική αναστολή κάθε έρευνας», διευκρινίζει.
Η ίδια επισημαίνει, ωστόσο, ότι η Λιβύη έχει υπογράψει αλλά δεν έχει κυρώσει τη Σύμβαση. «Συνεπώς, οι υποχρεώσεις της πρέπει να θεμελιώνονται στους κανόνες που πράγματι τη δεσμεύουν, ιδίως στο εφαρμοστέο εθιμικό διεθνές δίκαιο».
Τα νομικά και διπλωματικά εργαλεία της Ελλάδας
Σε περίπτωση που η Λιβύη επιχειρήσει να παρεμποδίσει τις δραστηριότητες ή να προχωρήσει σε δικές της αδειοδοτήσεις στην ίδια περιοχή, η δρ Αλιγιζάκη υποστηρίζει ότι η ελληνική αντίδραση πρέπει να είναι συγκεκριμένη και να αντιστοιχεί στη φύση της κάθε ενέργειας. Όπως σημειώνει, «διαφορετική είναι η περίπτωση μιας διαμαρτυρίας, διαφορετική μιας ανταγωνιστικής αδειοδότησης και διαφορετική η παρεμπόδιση πλοίου ή η πραγματοποίηση γεώτρησης».
Πρώτον, θεωρεί αναγκαία την άμεση και επίσημη απόρριψη κάθε πράξης που προσβάλλει ελληνικά δικαιώματα, με ακριβείς συντεταγμένες και τεκμηρίωση. «Η ελληνική θέση πρέπει να γνωστοποιείται και στις εταιρείες που ενδεχομένως θα λάβουν λιβυκές άδειες, καθώς και στα κράτη στα οποία αυτές εδρεύουν. Μια λιβυκή παραχώρηση δεν μπορεί να δημιουργήσει δικαιώματα σε βάρος της Ελλάδας, ενώ η έγκαιρη ενημέρωση των εμπλεκομένων καθιστά σαφή την ελληνική θέση και τους νομικούς κινδύνους μιας τέτοιας δραστηριότητας».
Δεύτερον, προτείνει να εξεταστεί η δυνατότητα δημιουργίας ειδικού ευρωπαϊκού πλαισίου στοχευμένων κυρώσεων, με σαφή κριτήρια για πρόσωπα και εταιρείες που αποδεδειγμένα συμμετέχουν σε παράνομες δραστηριότητες ή παρεμποδίζουν την άσκηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
«Τα μέτρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, απαγόρευση διάθεσης κεφαλαίων και περιορισμούς εισόδου για φυσικά πρόσωπα. Περιορισμοί στη χρηματοδότηση, στην ασφάλιση ή στην τεχνική υποστήριξη συγκεκριμένων δραστηριοτήτων θα απαιτούσαν αντίστοιχη και σαφώς διατυπωμένη ευρωπαϊκή ρύθμιση».
Ως σχετικό προηγούμενο αναφέρει το ευρωπαϊκό πλαίσιο του 2019 για τις μη αδειοδοτημένες από την Κυπριακή Δημοκρατία γεωτρήσεις. Διευκρινίζει, πάντως, ότι «το συγκεκριμένο πλαίσιο δεν εφαρμόζεται αυτομάτως στην περίπτωση της Ελλάδας ή της Λιβύης, αλλά αποδεικνύει ότι η ΕΕ διαθέτει τέτοιου είδους εργαλεία». Για τη λήψη νέων μέτρων απαιτούνται η προβλεπόμενη ευρωπαϊκή διαδικασία, επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και, κατά κανόνα, ομοφωνία για την αρχική απόφαση εξωτερικής πολιτικής.
Τρίτον, εκτιμά ότι η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει και το οικονομικό βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις σχέσεις της με τη Λιβύη. «Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 2025 η ΕΕ απορρόφησε περίπου το 78% των λιβυκών εξαγωγών αγαθών, ενώ οι εισαγωγές της από τη Λιβύη σε πετρέλαιο και πετρελαιοειδή πλησίασαν τα 19,7 δισ. ευρώ».
«Η συμμετοχή της ΕΕ στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας ενισχύει τη θεσμική βάση για την υπεράσπιση των κανόνων της, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτόματη υποχρέωση επιβολής κυρώσεων», συμπληρώνει.
Στο ίδιο πλαίσιο, προτείνει να εξεταστεί η σύνδεση συγκεκριμένης μελλοντικής, μη ανθρωπιστικής χρηματοδότησης προς εμπλεκόμενους λιβυκούς φορείς με σαφείς όρους σεβασμού του διεθνούς δικαίου. «Μια τέτοια προσέγγιση θα απαιτούσε έλεγχο του αντίστοιχου χρηματοδοτικού εργαλείου και αρμόδια ευρωπαϊκή απόφαση, καθώς δεν αποτελεί εξουσία που μπορεί να ασκήσει μονομερώς η Ελλάδα».
Τέταρτον, σε περίπτωση παράνομης πράξης που αποδίδεται στη Λιβύη, η Ελλάδα μπορεί να επικαλεστεί τη διεθνή ευθύνη της και να απαιτήσει την παύση της παραβίασης και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, επανόρθωση. Για τη διεκδίκηση χρηματικής αποζημίωσης απαιτούνται αποδεδειγμένη ζημία και αιτιώδης σύνδεσμος με την παράνομη πράξη.
Για τον λόγο αυτό, θεωρεί κρίσιμο να καταγράφονται εξαρχής οι ενέργειες, οι επικοινωνίες, οι καθυστερήσεις και το κόστος που ενδεχομένως προκαλείται. Επισημαίνει, παράλληλα, ότι «οι αξιώσεις του ελληνικού κράτους πρέπει να διακρίνονται από τυχόν αυτοτελείς αξιώσεις της εταιρείας».
Τέλος, σε περίπτωση σοβαρής παρεμπόδισης ή απειλής βίας, η Ελλάδα μπορεί να θέσει το ζήτημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας ή στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση της Λιβύης. «Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι εξασφαλισμένη η έκδοση απόφασης ή ότι ο ΟΗΕ θα αναλάβει τη χάραξη των θαλάσσιων ορίων, αλλά ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά μπορεί να τεθεί επισήμως υπό διεθνή εξέταση».
Η δρ Αλιγιζάκη αναφέρεται, τέλος, και στην κοινή δήλωση της 26ης Οκτωβρίου, στην οποία συμμετείχαν η Ελλάδα, η Αίγυπτος, η Κύπρος, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως σημειώνει, «η συμμετοχή αυτή δεν προεξοφλεί κοινή αποδοχή κυρώσεων, προσφέρει όμως στην Αθήνα τη δυνατότητα να επιδιώξει συγκεκριμένες δεσμεύσεις».
Το συμπέρασμά της είναι ότι η ελληνική θέση πρέπει να στηρίζεται ταυτόχρονα στην ακρίβεια του διεθνούς δικαίου και στη συνέπεια στην εφαρμογή του. «Τα ελληνικά δικαιώματα δεν εξαρτώνται από την αποδοχή τρίτων κρατών, αλλά η αποτελεσματική προστασία τους απαιτεί τεκμηρίωση, συμμαχίες και συγκεκριμένες αποφάσεις», καταλήγει.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.