Του Αντώνη Ζήβα
Η βράβευση του ισραηλινού ντοκιμαντέρ «NAZA» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας δεν αποτέλεσε μόνο μια σημαντική διεθνή διάκριση για τους δύο δημιουργούς του, Γιουβάλ Αμπραάμ και Ρέιτσελ Σορ.
Προκάλεσε έναν πολιτικό σεισμό στο Ισραήλ, με υπουργούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους να στρέφονται εναντίον των δύο Ισραηλινών κινηματογραφιστών και την κυβέρνηση να επιχειρεί να οργανώσει διεθνή απάντηση στους ισχυρισμούς της ταινίας.
“NAZA”, a documentary about Israel’s AI-powered mass killing in Gaza, received a 25-minute ovation at the Venice Film Festival.
It features Israeli intelligence personnel and whistleblowers discussing how Palestinians were targeted.
Al Jazeera’s Dmitry Medvedenko reports. pic.twitter.com/6aGRX8w4Ab— Al Jazeera English (@AJEnglish) September 11, 2026
Το «NAZA», που βασίζεται στην επί σχεδόν τρία χρόνια δημοσιογραφική έρευνα και μαρτυρίες 24 Ισραηλινών στρατιωτικών και στελεχών των υπηρεσιών πληροφοριών, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι επιχειρήσεις στη Γάζα και τις διαδικασίες επιλογής στόχων, με ιδιαίτερη αναφορά στη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και στην αποτίμηση των απωλειών αμάχων από τη πλευρά των ισραηλινών στρατιωτικών δυνάμεων.
Στη Βενετία η ταινία έγινε δεκτή με ενθουσιασμό, όπου και απέσπασε περίπου 25 λεπτά όρθιου χειροκροτήματος, ενώ επίσης έλαβε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής του 83ου Φεστιβάλ Βενετίας.
Η επιτυχία της, ωστόσο, προκάλεσε ακριβώς την αντίθετη αντίδραση στην πατρίδα των δημιουργών της.
Yuval Abraham and Rachel Szor look drawn and solemn amid strong applause for Golden Lion Contender ‘NAZA’ exposing Israeli targeting of civilians in Gaza #VeniceFilmFestival pic.twitter.com/hqyzoZhwHM
— Deadline (@DEADLINE) September 10, 2026
Από τη διεθνή αναγνώριση στις κατηγορίες για «προδοσία»
Ο υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού του Ισραήλ, Μίκι Ζοχάρ, έφτασε στο σημείο να ζητήσει την αφαίρεση της ισραηλινής υπηκοότητας από τον Γιουβάλ Αμπραάμ και τη Ρέιτσελ Σορ, ζητώντας επίσης να διωχθούν από τη χώρα, χαρακτηρίζοντας την ταινία «προδοσία κατά του κράτους».
Ο Ζοχάρ κατηγόρησε τους δύο δημιουργούς ότι βλάπτουν τη χώρα τους προκειμένου να αποσπάσουν διεθνή αναγνώριση, ενώ ανακοίνωσε ότι ξεκίνησε διαδικασία εξέτασης της δυνατότητας αφαίρεσης της υπηκοότητάς τους και διερεύνησης του τρόπου με τον οποίο αποκτήθηκε το υλικό της ταινίας.
Στο ίδιο κλίμα κινήθηκαν και άλλοι κυβερνητικοί και πολιτικοί παράγοντες, με τον ακροδεξιό υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ να επιτίθεται δημόσια στους δύο δημιουργούς και να τους κατηγορεί ότι υπηρετούν τους εχθρούς του Ισραήλ.
Η κριτική, πάντως, δεν γίνεται μόνο από μέλη της κυβέρνησης Νετανιάχου.
Ο πρώην υπουργός Άμυνας και αρχηγός του κόμματος «Ισραήλ Μπεϊτένου», Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, χαρακτήρισε την ταινία «μία συκοφαντική επίθεση εναντίον του Ισραήλ και του ισραηλινού στρατού».
Την ίδια στιγμή, όμως, περισσότεροι από 700 άνθρωποι του ισραηλινού κινηματογραφικού χώρου υπέγραψαν κείμενο στήριξης υπέρ των Αμπραάμ και Σορ, καταγγέλλοντας την εκστρατεία εναντίον τους και προειδοποιώντας για επικίνδυνη διολίσθηση του δημόσιου λόγου.
Η απάντηση Νετανιάχου: «σοκαριστική υποκίνηση»
Στην αντιπαράθεση παρενέβη προσωπικά και ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του χαρακτήρισε το «NAZA» «σοκαριστική υποκίνηση» και υποστήριξε ότι η ταινία συμβάλλει στη διεθνή αντισημιτική ρητορική.
«Αγωνιζόμαστε εναντίον της αντισημιτικής υποκίνησης σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά όταν αυτή προέρχεται από τις δικές μας τάξεις, είναι απλώς απαράδεκτη», ανέφερε ο Νετανιάχου.
Ο αρχηγός του ισραηλινού στρατού, Εγιάλ Ζαμίρ, έχει επίσης καταγγείλει την ταινία ως συκοφαντική και παραπλανητική, υποστηρίζοντας ότι διαστρεβλώνει την πραγματικότητα και αποδίδει στον ισραηλινό στρατό εγκλήματα πολέμου που δεν διέπραξε.
Παράλληλα, έχει ζητήσει να εξεταστούν πιθανές νομικές κινήσεις εναντίον της ταινίας και των δημιουργών της.
Η ισραηλινή κυβέρνηση ετοιμάζει γραμμή άμυνας στο εξωτερικό
Η αντίδραση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις δημόσιες δηλώσεις υπουργών.
Σύμφωνα με το ισραηλινό Channel 12, κυβερνητικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και το υπουργείο Εξωτερικών, πραγματοποίησαν συσκέψεις για τη διαμόρφωση οργανωμένης απάντησης στην ταινία, καθώς στην κυβέρνηση εκτιμάται ότι το «NAZA» μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημιά στην εικόνα του Ισραήλ στις δυτικές χώρες.
Σε Ισραηλινούς διπλωμάτες στο εξωτερικό στάλθηκαν συγκεκριμένα «σημεία συζήτησης», ώστε να χρησιμοποιούνται στις δημόσιες τοποθετήσεις τους για την ταινία.
Με βάση την αναφορά του Channel 12, τα βασικά επιχειρήματα που καλούνται να προβάλλουν οι Ισραηλινοί διπλωμάτες είναι ότι:
στις δημοκρατίες υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι που δημοσιεύουν ψευδείς ή ανακριβείς πληροφορίες,
δεν υπάρχει γενοκτονία στη Γάζα και όσοι χρησιμοποιούν τον όρο δεν κατανοούν τη σημασία του,
οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις επενδύουν σημαντικούς πόρους για τον περιορισμό των απωλειών μεταξύ των αμάχων,
το ντοκιμαντέρ περιέχει, σύμφωνα με την ισραηλινή πλευρά, σημαντικές ασυνέπειες,
και ο ισραηλινός στρατός έχει ακυρώσει εκατοντάδες επιχειρήσεις στη Γάζα όταν υπήρχε φόβος ότι θα προκαλούσαν απώλειες σε Παλαιστίνιους αμάχους.
Παράλληλα, σύμφωνα με άλλη ισραηλινή αναφορά, εξετάζεται ευρύτερη επικοινωνιακή εκστρατεία, με στρατιωτικές ενημερώσεις, εμφανίσεις σε μέσα ενημέρωσης και ακόμη και ψηφιακή διαφήμιση με στόχο το διεθνές κοινό.
Τι απαντούν οι δημιουργοί
Οι Αμπραάμ και Σορ απορρίπτουν την εικόνα μιας ταινίας που βασίζεται σε ατεκμηρίωτες καταγγελίες.
Το «NAZA» αποτελεί συνέχεια της δημοσιογραφικής δουλειάς των δύο δημιουργών, οι οποίοι είχαν κερδίσει το Όσκαρ το 2025 για το «No Other Land», το ντοκιμαντέρ που είχαν συνδημιουργήσει με τους Παλαιστίνιους κινηματογραφιστές Μπασέλ Άντρα και Χαμντάν Μπαλάλ.
Η νέα ταινία βασίζεται σε συνεντεύξεις 24 Ισραηλινών στρατιωτικών και στελεχών των υπηρεσιών πληροφοριών, οι οποίοι εμφανίζονται ανώνυμα και με αλλοιωμένη εικόνα και φωνή. Η ανωνυμία, σύμφωνα με τους δημιουργούς, ήταν απαραίτητη για την προστασία των πηγών τους.
Ο Αμπραάμ έχει υποστηρίξει ότι οι μαρτυρίες ελέγχθηκαν στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής έρευνας και ότι οι δύο δημιουργοί θέλουν το έργο να προβληθεί και στο Ισραήλ.
«Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε» για να προβληθεί η ταινία στη χώρα, έχει δηλώσει ο Αμπραάμ, επιμένοντας ότι στόχος τους είναι να ανοίξει μια συζήτηση και μέσα στην ισραηλινή κοινωνία.
NAZA, Hebrew military shorthand for "collateral damage," is a documentary about AI-assisted targeting and the civilian-casualty thresholds calculated before Israeli strikes in Gaza.
— Max 📟 (@MaxNordau) September 14, 2026
Yuval Abraham, co-director of NAZA, did an interview on Israeli TV with veteran investigative… pic.twitter.com/C2GZM5pw3D
«Γιατί δεν το ερεύνησες εσύ;». Η έντονη αντιπαράθεση στον αέρα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η συνέντευξη του Γιουβάλ Αμπραάμ στο Channel 13 με τον δημοσιογράφο Ραβίβ Ντράκερ, η οποία εξελίχθηκε αρκετές φορές σε έντονη αντιπαράθεση.
Ο Ντράκερ, ένας από τους λίγους Ισραηλινούς δημοσιογράφους που έχουν παρακολουθήσει ολόκληρο το «NAZA», αμφισβήτησε επανειλημμένα τον τρόπο με τον οποίο οι δημιουργοί της ταινίας μπόρεσαν να επαληθεύσουν τις μαρτυρίες 24 ανώνυμων στρατιωτικών και στελεχών των υπηρεσιών πληροφοριών, ιδιαίτερα σε σχέση με τους ισχυρισμούς για επιχειρήσεις στις οποίες οι ισραηλινές δυνάμεις γνώριζαν εκ των προτέρων ότι θα μπορούσαν να σκοτωθούν μεγάλοι αριθμοί αμάχων.
Ο Ντράκερ υποστήριξε ότι σε άλλες περιπτώσεις, όταν είχε ερευνήσει αντίστοιχες μαρτυρίες στρατιωτικών, είχε διαπιστώσει ότι δεν μπορούσαν να επιβεβαιωθούν ή ότι περιείχαν ανακρίβειες.
Ο Αμπραάμ απάντησε ότι οι ισχυρισμοί της ταινίας έχουν ελεγχθεί και διασταυρωθεί, επισημαίνοντας ότι το ντοκιμαντέρ δημιουργήθηκε σε συνεργασία με τον Guardian και ότι η δημοσιογραφική ομάδα είχε πρόσβαση στο πρωτογενές υλικό.
«Πρόκειται για μια ταινία του Guardian, που γυρίστηκε σε συνεργασία με ένα κορυφαίο δημοσιογραφικό μέσο, με μια συντακτική ομάδα που είχε πρόσβαση στο ακατέργαστο υλικό», είπε, υπογραμμίζοντας ότι «οι ταυτότητες των ανθρώπων επαληθεύτηκαν και οι υποθέσεις που περιέγραψαν ελέγχθηκαν».
Η συζήτηση πήρε ακόμη πιο πολιτική διάσταση όταν ο Ντράκερ ρώτησε γιατί η ταινία δεν αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και στην κακομεταχείριση των Ισραηλινών ομήρων στη Γάζα.
Ο Αμπραάμ απάντησε ότι και τα δύο ζητήματα περιλαμβάνονται στην ταινία και στη συνέχεια έστρεψε την ερώτηση προς τον ίδιο τον δημοσιογράφο, θέτοντας ένα ευρύτερο ζήτημα για την ισραηλινή δημοσιογραφία.
«Γιατί δεν το μεταδώσατε;» τον ρώτησε. «Τρία χρόνια στα ερευνητικά προγράμματα της ισραηλινής τηλεόρασης, δεν υπήρχε, αν δεν κάνω λάθος, ούτε ένα θέμα που να ασχολείται με τους κανόνες εμπλοκής στη Γάζα, με την πολιτική των παράπλευρων απωλειών ή που να ερευνά σε βάθος τη ζημιά στις ζωές αθώων Παλαιστινίων στη Λωρίδα».
Και όταν ο Ντράκερ επέμεινε ότι η ταινία δεν παρουσιάζει την υπόθεση με την απαιτούμενη πολυπλοκότητα, ο Αμπραάμ του απάντησε με μια ερώτηση που έμεινε αναπάντητη: «Λες ότι η ταινία μας δεν ήταν αρκετά περίπλοκη. Εντάξει. Γιατί λοιπόν δεν μετέδωσες ο ίδιος κάτι περίπλοκο;»
Τι υποστηρίζει ο ισραηλινός στρατός
Ο IDF απορρίπτει τις βασικές καταγγελίες της ταινίας, υποστηρίζοντας ότι βασίζονται σε μαρτυρίες που δεν μπορούν να επαληθευτούν και ότι το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει με παραπλανητικό τρόπο τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ο στρατός έχει επαναλάβει ότι οι επιχειρήσεις πραγματοποιούνται με διαδικασίες που αποσκοπούν στον περιορισμό των απωλειών αμάχων και ότι οι τελικές αποφάσεις για τα πλήγματα λαμβάνονται από ανθρώπους και όχι «αυτόνομα από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης».
Ένα από τα πιο σοβαρά σημεία της ταινίας αφορά μαρτυρία σύμφωνα με την οποία είχε εγκριθεί επίθεση στην οποία αναμένονταν έως και 500 απώλειες αμάχων, για να εξουδετερωθεί ένα μόνο στέλεχος της Χαμάς.
Ο IDF αρνείται ότι έχει σχεδιάσει ή εγκρίνει επίθεση με αναμενόμενο αριθμό θυμάτων που πλησιάζει αυτό το μέγεθος και αμφισβητεί την αξιοπιστία της συγκεκριμένης μαρτυρίας.
Οι ισχυρισμοί αυτοί, επομένως, παραμένουν αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης και δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως αδιαμφισβήτητα αποδεδειγμένα γεγονότα.
Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το δημοσιογραφικό ερώτημα που θέτει η ταινία: τι συμβαίνει όταν η τεχνολογία, η στρατιωτική ισχύς και οι αποφάσεις για τις ζωές αμάχων μετατρέπονται σε μια απρόσωπη διαδικασία;
Μια ταινία που η ισραηλινή κοινωνία καλείται να δει πριν την καταδικάσει
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η δημόσια κατακραυγή εναντίον του «NAZA» εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό πριν ακόμη η ταινία γίνει ευρέως διαθέσιμη στο ισραηλινό κοινό.
Αυτό έχει επισημανθεί και από τους υποστηρικτές των δημιουργών.
Η βρετανική εφημερίδα The Guardian, που συμμετέχει στην παραγωγή της ταινίας, κατήγγειλε ως «αυταρχική» την αντίδραση απέναντι στους δύο δημοσιογράφους και υπογράμμισε ότι πολλές από τις επιθέσεις εναντίον τους προέρχονται από ανθρώπους που δεν έχουν δει την ταινία.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ουσιαστικό σημείο της υπόθεσης.
Το «NAZA» μπορεί να αμφισβητηθεί, να ελεγχθεί, να κριθεί αυστηρά και να απορριφθούν τα συμπεράσματά του. Αυτό είναι μέρος της δημοκρατικής συζήτησης. Οι μαρτυρίες των πηγών μπορούν επίσης να ελεγχθούν και να τεθούν υπό αμφισβήτηση.
Αυτό που είναι πολύ δυσκολότερο να δικαιολογηθεί, όμως, είναι η μετατροπή δύο δημοσιογράφων και κινηματογραφιστών σε «προδότες», η απειλή αφαίρεσης της υπηκοότητας τους και η οργανωμένη κρατική προσπάθεια αντιμετώπισης μιας ταινίας ως επικοινωνιακού εχθρού, με τελικό αποτέλεσμα την ίδια την ελευθερία του Λόγου.
Οι Αμπραάμ και Σορ δεν είναι ξένοι επικριτές του Ισραήλ. Είναι Ισραηλινοί δημιουργοί που επέλεξαν να κοιτάξουν μέσα από τις δικές τους κοινωνικές και πολιτικές δομές και να καταγράψουν μαρτυρίες ανθρώπων που υπηρέτησαν στον ισραηλινό στρατό και στις υπηρεσίες ασφαλείας.
Και η ταινία τους έχει ήδη κερδίσει ένα σημαντικό διεθνές βραβείο, ενώ στο ίδιο το Ισραήλ εκατοντάδες άνθρωποι του κινηματογράφου έχουν πάρει δημόσια θέση υπέρ τους, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε και τη μερίδα της ισραηλινής κοινωνίας που εξ αρχής ήταν αντίθεση στον πόλεμο και στη συνέχεια διαμαρτυρήθηκε για τις απώλειες αμάχων, κάτι που δεν έχει προβληθεί και τόσο πολύ.
Η υπόθεση του «NAZA» δεν αφορά μόνο μια ταινία για τον πόλεμο στη Γάζα.
Αφορά το κατά πόσο μια δημοκρατική κοινωνία είναι διατεθειμένη να ακούσει ακόμη και εκείνους που την αναγκάζουν να κοιτάξει μια πλευρά του εαυτού της που θα προτιμούσε να μην βλέπει.
Ένα ολόκληρο κρατικό σύστημα, μαζί με ένα σημαντικό κομμάτι της ισραηλινής δημόσιας συζήτησης, έχει στραφεί εναντίον δύο καλλιτεχνών επειδή επέλεξαν να παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή της αλήθειας.
Και η αλήθεια, ειδικά όταν αφορά τον πόλεμο, τις απώλειες αμάχων και τις ευθύνες μιας κοινωνίας, συνήθως δεν είναι εύκολο να την ακούσεις και ακόμη λιγότερο εύκολο να την κοιτάξεις κατάματα.
Και ίσως γι’ αυτό, έναν αιώνα μετά, η φράση που αποδίδεται στον Αμερικανό γερουσιαστή Χάιραμ Τζόνσον: «σε έναν πόλεμο, το πρώτο θύμα είναι η αλήθεια», να παραμένει τόσο επίκαιρη: γιατί όταν η αλήθεια γίνεται ενοχλητική, εκείνος που την αποκαλύπτει είναι συχνά ο πρώτος που καλείται να σιωπήσει και όταν δεν το κάνει χαρακτηρίζεται ως ο μεγαλύτερος εχθρός.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.