ΗΠΑ: Οι Δημοκρατικοί ονειρεύονται σαρωτική νίκη τον Νοέμβριο - Τι δείχνουν τα δεδομένα

Οι προσδοκίες στο εσωτερικό του κόμματος είναι τόσο υψηλές, ώστε μια ενδεχόμενη αποτυχία των Δημοκρατικών να εξασφαλίσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου θα μπορούσε να προκαλέσει απογοήτευση 

Ενδιάμεσες εκλογές ΗΠΑ

Με τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν ισχυρό προβάδισμα των Δημοκρατικών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, το ενδεχόμενο να χάσουν οι Ρεπουμπλικανοί τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων γίνεται ολοένα πιο ορατό. 

Μάλιστα, όπως υπογραμμίζει σε ανάλυσή του το CNN, οι προσδοκίες στο εσωτερικό του κόμματος είναι τόσο υψηλές, ώστε μια ενδεχόμενη αποτυχία των Δημοκρατικών να εξασφαλίσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου θα μπορούσε να προκαλέσει απογοήτευση στις τάξεις τους και, αντίστοιχα, πανηγυρισμούς στους Ρεπουμπλικανούς.

«Πιστεύω ότι οι Δημοκρατικοί βρίσκονται αρκετά κοντά στη νίκη σε αρκετές πολιτείες ώστε να έχουν μια πραγματικά καλή εκλογική βραδιά», αναφέρει ο Ντέιβιντ Άξελροντ, πολιτικός σχολιαστής του CNN. 

«Ωστόσο, δεν θα με εξέπληττε αν τελικά δεν κατάφερναν να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της Γερουσίας», προσθέτει.

Από την άλλη πλευρά, ο Άξελροντ δήλωσε ότι δεν θα τον εξέπληττε ούτε το ενδεχόμενο οι Δημοκρατικοί να εξασφαλίσουν 53 έδρες στη Γερουσία. Όλα εξαρτώνται από το πόσο ισχυρό θα είναι αυτό το κύμα», ανέφερε.

Σε κάθε περίπτωση, η επικρατούσα εκτίμηση είναι ότι οι Δημοκρατικοί θα καταγράψουν εκλογικά κέρδη, με το ερώτημα να επικεντρώνεται πλέον στην έκταση της επικράτησής τους.

Όταν μια ήττα μοιάζει με νίκη

Το 2022, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου να ανατρέψει την ιστορική απόφαση Roe v. Wade για το δικαίωμα στην άμβλωση, οι Δημοκρατικοί και ο τότε πρόεδρος Τζο Μπάιντεν υποδέχθηκαν με ανακούφιση το εκλογικό αποτέλεσμα, καθώς έχασαν μόλις εννέα έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, παρότι απώλεσαν τον έλεγχό της.

«Παρότι ο Τύπος και οι πολιτικοί αναλυτές προέβλεπαν τεράστια νίκη των Ρεπουμπλικανών, αυτό δεν συνέβη», δήλωσε ο Μπάιντεν την επόμενη ημέρα, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα «μια καλή ημέρα για τη δημοκρατία», παρόλο που η ανάληψη του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων από τους Ρεπουμπλικανούς έβαλε φρένο στη νομοθετική  ατζέντα της κυβέρνησής του.

Το 2018, παρότι οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν 41 έδρες και την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο Τραμπ στάθηκε στο γεγονός ότι το κόμμα του διατήρησε τον έλεγχο της Γερουσίας, υποστηρίζοντας ότι η επίδοσή του ήταν «πολύ καλύτερη από ό,τι θα περίμενε κανείς με βάση τα ιστορικά δεδομένα».

Ανεξάρτητα από το φετινό αποτέλεσμα, ο Τραμπ είναι πιθανό να προβεί σε καταγγελίες για εκλογική νοθεία, ακόμη και χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, και να επιχειρήσει να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως νίκη των Ρεπουμπλικανών, έστω και σε κάποιο επίπεδο.

Οι δημοσκοπήσεις ευνοούν τους Δημοκρατικούς

Στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών επικρατεί αισιοδοξία ενόψει των εκλογών. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση των ABC News και Washington Post, οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν προβάδισμα σχεδόν 10 ποσοστιαίων μονάδων έναντι των Ρεπουμπλικανών.

Στις εκλογικές αναμετρήσεις για τη Γερουσία, υποψήφιοι των Δημοκρατικών διεκδικούν με αξιώσεις τη νίκη ακόμη και σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές πολιτείες, όπως η Αλάσκα, η Αϊόβα, το Κάνσας και το Τέξας.

Αμφίρροπες εκλογικές αναμετρήσεις καταγράφονται επίσης σε πολιτείες όπου οι δύο παρατάξεις έχουν παραδοσιακά ισχυρή παρουσία, όπως το Μίσιγκαν και η Τζόρτζια. Εκεί, οι Δημοκρατικοί ελπίζουν ότι η δυναμική που έχουν αναπτύξει θα τους επιτρέψει να διατηρήσουν τις έδρες που ήδη κατέχουν. Η αποτίμηση της αξιοπιστίας των δημοσκοπήσεων μετά τις εκλογές θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι δημοσκόποι αποτύπωσαν σωστά τον ενθουσιασμό των ψηφοφόρων των Δημοκρατικών ή τον υπερεκτίμησαν.

Τι δείχνει η ιστορία για το εκλογικό αποτέλεσμα;

Το κόμμα του εν ενεργεία προέδρου σχεδόν πάντα χάνει έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Μόνο δύο φορές τα τελευταία 100 χρόνια το κόμμα του προέδρου δεν έχασε έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις οι απώλειες ήταν τις περισσότερες φορές μεγάλες.

Οι δύο εξαιρέσεις ήταν το 2002, επί προεδρίας Τζορτζ Μπους του νεότερου, την περίοδο που προηγήθηκε της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, και το 1998, όταν η ραγδαία ανάπτυξη των εταιρειών τεχνολογίας και διαδικτύου έδινε ισχυρή ώθηση στην αμερικανική οικονομία. Παράλληλα, η διαδικασία παραπομπής του προέδρου Μπιλ Κλίντον με το ερώτημα της καθαίρεσης είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην αμερικανική κοινή γνώμη.

Πόσες έδρες χάνει συνήθως το κόμμα του προέδρου στη Βουλή των Αντιπροσώπων;

Οι απώλειες ποικίλλουν.

Ακόμη και μια μεταβολή λίγων εδρών μπορεί να έχει καθοριστική σημασία. Όταν οι Δημοκρατικοί έχασαν εννέα έδρες το 2022, απώλεσαν οριακά τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, γεγονός που συνιστούσε σαφή ήττα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα απείχε πολύ από τη σαρωτική ήττα που πολλοί ανέμεναν εκείνη τη χρονιά.

Οι ανατροπές, πάντως, μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερες. Το 1994, οι Δημοκρατικοί έχασαν 54 έδρες στη λεγόμενη «Ρεπουμπλικανική Επανάσταση», κατά τις πρώτες ενδιάμεσες εκλογές της προεδρίας Κλίντον. Το 2010, κατά την άνοδο του κινήματος Tea Party, έχασαν 63 έδρες, σε μια ήττα που ο τότε πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα χαρακτήρισε «συντριβή». Και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, οι Δημοκρατικοί έχασαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Στις πρώτες ενδιάμεσες εκλογές της προεδρίας Τραμπ, το 2018, οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν 41 έδρες και μαζί την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Ο εκλογικός χάρτης της Γερουσίας ευνοεί τους Ρεπουμπλικανούς

Το 2018, οι ψηφοφόροι ψήφισαν για 35 έδρες της Γερουσίας, καθώς οι γερουσιαστές έχουν εξαετή θητεία και σε κάθε εκλογική διαδικασία ανανεώνεται περίπου το ένα τρίτο των εδρών.

Από τις 35 έδρες που κρίνονται στις εκλογές του 2026, μόλις 10 περιλαμβάνονται στις σημαντικότερες εκλογικές αναμετρήσεις, σύμφωνα με το CNN. Οι Δημοκρατικοί πρέπει να κερδίσουν επτά από αυτές τις 10 έδρες για να φτάσουν τις 51 στη Γερουσία.

Από αυτές τις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, οι τρεις αφορούν έδρες που κατέχουν σήμερα οι Δημοκρατικοί, στην Τζόρτζια, το Μίσιγκαν και το Νιου Χάμσαϊρ. Οι υπόλοιπες επτά αφορούν έδρες των Ρεπουμπλικανών, στην Αλάσκα, την Αϊόβα, το Κάνσας, το Μέιν, τη Βόρεια Καρολίνα, το Οχάιο και το Τέξας.

Σε κίνδυνο περισσότερες έδρες των Ρεπουμπλικανών

Μια εκλογική ανατροπή αντίστοιχης κλίμακας με εκείνες του παρελθόντος είναι δύσκολο να σημειωθεί φέτος, καθώς οι αμφίρροπες έδρες είναι πλέον λιγότερες, έπειτα από χρόνια αναχάραξης των εκλογικών περιφερειών με κομματικά κριτήρια σε πολλές πολιτείες.

Σύμφωνα με το ανεξάρτητο Cook Political Report, μόλις 21 έδρες χαρακτηρίζονται «αμφίρροπες», δηλαδή χωρίς σαφές προβάδισμα για κάποιο από τα δύο κόμματα. Από αυτές, τις 15 τις έχουν σήμερα οι Ρεπουμπλικάνοι και μόλις έξι οι Δημοκρατικοί. 

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, οι Δημοκρατικοί έχουν το προβάδισμα σε δέκα έδρες που κατέχουν σήμερα οι Ρεπουμπλικανοί, με τις πιθανότητες νίκης τους να διαφέρουν από περιφέρεια σε περιφέρεια. Μία ακόμη έδρα κατέχεται από βουλευτή που αποχώρησε από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και είναι πλέον ανεξάρτητος.

Αντίστοιχα, οκτώ έδρες που κατέχουν σήμερα οι Δημοκρατικοί θεωρούνται είτε ασφαλείς για τους Ρεπουμπλικανούς είτε παρουσιάζουν ισχυρό ή μικρότερο προβάδισμα υπέρ τους.

Αυτό σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να χρειαστεί να κερδίσουν μόλις μία ή λίγες από τις αμφίρροπες έδρες για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Εάν, ωστόσο, οι Ρεπουμπλικανοί επικρατήσουν σε μεγάλο μέρος αυτών των αναμετρήσεων, θα μπορούν να υποστηρίξουν ότι κατάφεραν να ανακόψουν το εκλογικό κύμα υπέρ των Δημοκρατικών.

Διαφορετική η εκλογική δυναμική στη Γερουσία

Η εκλογική εικόνα στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία μπορεί να διαμορφωθεί εντελώς διαφορετικά.

Στις δύο πιο πρόσφατες ενδιάμεσες εκλογές, το 2018, κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, και το 2022, επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, το κόμμα του εν ενεργεία προέδρου έχασε αρκετές έδρες ώστε να απωλέσει τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, αλλά ταυτόχρονα αύξησε την εκπροσώπησή του στη Γερουσία.

Το 2018, οι Ρεπουμπλικανοί απέσπασαν τέσσερις έδρες της Γερουσίας από τους Δημοκρατικούς, ενώ οι Δημοκρατικοί κέρδισαν δύο έδρες από τους Ρεπουμπλικανούς. Έτσι, το κόμμα του Τραμπ αύξησε κατά δύο τις έδρες του στη Γερουσία, παρότι η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου βρισκόταν τότε σε αρκετά χαμηλά επίπεδα.

Το 2022, οι Δημοκρατικοί απέσπασαν μία έδρα από τους Ρεπουμπλικανούς, παρά το αρνητικό πολιτικό κλίμα για τον τότε πρόεδρο Τζο Μπάιντεν.

Σπάνια αλλάζουν ταυτόχρονα χέρια Βουλή και Γερουσία

Τα τελευταία χρόνια, ο έλεγχος είτε της Βουλής των Αντιπροσώπων είτε της Γερουσίας αλλάζει συχνά, σε τέτοιο βαθμό ώστε σχεδόν κάθε εκλογική αναμέτρηση να επιφέρει κάποια μεταβολή στους πολιτικούς συσχετισμούς.

Ωστόσο, μόνο δύο φορές τα τελευταία 100 χρόνια άλλαξε ταυτόχρονα ο έλεγχος και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου: το 1994, κατά τη λεγόμενη «Ρεπουμπλικανική Επανάσταση», και το 2006, όταν ένα ισχυρό εκλογικό κύμα υπέρ των Δημοκρατικών, εν μέσω της αντίθεσης στον πόλεμο του Ιράκ, τους έδωσε τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας.

Οι Δημοκρατικοί διεκδικούν νίκες και σε προπύργια των Ρεπουμπλικανών

Η χαμηλή δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά τους υποψηφίους των Ρεπουμπλικανών, ενώ πρόσφατες δημοσκοπήσεις ενισχύουν τις ελπίδες των Δημοκρατικών ακόμη και σε πολιτείες όπου παραδοσιακά έχουν ελάχιστες πιθανότητες νίκης.

Στη Βόρεια Καρολίνα, οι Δημοκρατικοί στηρίζονται στη δημοτικότητα ενός πρώην κυβερνήτη, ενώ στην Τζόρτζια επιδιώκουν να διατηρήσουν την έδρα που ήδη κατέχουν στη Γερουσία. Στο Τέξας, τα σκάνδαλα που έχουν απασχολήσει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο δημιουργούν ευκαιρίες για τους αντιπάλους του, ενώ στο Κάνσας, όπου οι Δημοκρατικοί έχουν να εκλέξουν γερουσιαστή σχεδόν έναν αιώνα, επιχειρούν να ανατρέψουν τους συσχετισμούς με έναν μετριοπαθή υποψήφιο.

Κάνσας και Τέξας στο στόχαστρο των Δημοκρατικών

Δημοσκοπήσεις και στις δύο πολιτείες δείχνουν ότι οι εκλογικές αναμετρήσεις για τη Γερουσία και τη θέση του κυβερνήτη είναι αμφίρροπες. Οι Δημοκρατικοί εδώ και χρόνια προσπαθούν να δημιουργήσουν την προσδοκία ότι μια έδρα στη Γερουσία του Τέξας μπορεί να περάσει στα χέρια τους. Ωστόσο, αυτό δεν έχει συμβεί από το 1988.

Στο Κάνσας, ένας ανεξάρτητος υποψήφιος είχε προηγηθεί στις προεκλογικές δημοσκοπήσεις το 2014 απέναντι σε έναν αντιδημοφιλή Ρεπουμπλικανό, αλλά τελικά ηττήθηκε στις κάλπες. Επομένως, δεν θα ήταν πρωτοφανές να ανακάμψουν οι Ρεπουμπλικανοί και σε αυτές τις πολιτείες.

Εάν, ωστόσο, εκδηλωθεί ένα πραγματικά ισχυρό εκλογικό κύμα υπέρ των Δημοκρατικών, τότε το ενδιαφέρον θα μπορούσε να στραφεί ακόμη και σε πιο ρεπουμπλικανικές πολιτείες, όπως η Νότια Καρολίνα. Εκεί, η γιατρός Άνι Άντριους, υποψήφια των Δημοκρατικών που έχει δεχθεί προσβλητικά σχόλια από τον Τραμπ, διεκδικεί την έδρα της Ντάρλιν Γκράχαμ στη Γερουσία. Η τελευταία διορίστηκε στη θέση του αδελφού της, Λίντσεϊ Γκράχαμ, μετά τον θάνατό του νωρίτερα φέτος.

Πόσες έδρες χρειάζονται οι Δημοκρατικοί για τον έλεγχο της Βουλής και της Γερουσίας;

Οι συσχετισμοί δυνάμεων και στα δύο σώματα του Κογκρέσου είναι οριακοί. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται τέσσερις επιπλέον έδρες σε καθένα από τα δύο σώματα του Κογκρέσου για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία.

Στην πραγματικότητα, η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή των Αντιπροσώπων είναι η πιο οριακή στην ιστορία. Ενόψει των εκλογών, οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν 218 έδρες, δηλαδή την ελάχιστη απαιτούμενη πλειοψηφία στο σώμα των 435 μελών. Ωστόσο, ο μοναδικός ανεξάρτητος βουλευτής, Κέβιν Κάιλι από την Καλιφόρνια, συντάσσεται με τους Ρεπουμπλικανούς σε διαδικαστικά και διοικητικά ζητήματα.

Οι Δημοκρατικοί κατέχουν 214 έδρες, ενώ δύο παραμένουν κενές, μία από κάθε κόμμα. Εάν οι Δημοκρατικοί δεν καταφέρουν να κερδίσουν έστω και λίγες επιπλέον έδρες, το αποτέλεσμα θα αποτελέσει μεγάλη απογοήτευση για το κόμμα.

Στη Γερουσία, οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν σήμερα 53 έδρες, οι Δημοκρατικοί 45 και δύο έδρες κατέχουν ανεξάρτητοι γερουσιαστές που συντάσσονται με τους Δημοκρατικούς.

Οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να φτάσουν τις 51 έδρες για να αποκτήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας των 100 μελών, καθώς ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, με την ιδιότητά του ως προέδρου της Γερουσίας, διαθέτει την καθοριστική ψήφο σε περίπτωση ισοψηφίας.

Τι θα σήμαινε για τον Τραμπ η απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου;

Ο Τραμπ έχει φροντίσει καθ' όλη τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του να διαμορφώσει τις προσδοκίες για τις ενδιάμεσες εκλογές, αναγνωρίζοντας ότι, ιστορικά, το κόμμα του εν ενεργεία προέδρου συνήθως χάνει έδρες.

Παράλληλα, έχει κυβερνήσει με ιδιαίτερα επιθετικό τρόπο, επιδιώκοντας να προωθήσει όσο το δυνατόν περισσότερες από τις πολιτικές του, σαν να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα λιγότερο φιλικό Κογκρέσο κατά το δεύτερο μισό της θητείας του.

Εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο είτε της Βουλής των Αντιπροσώπων είτε της Γερουσίας, θα μπορούν να ασκήσουν πολύ πιο εντατικό κοινοβουλευτικό έλεγχο στην κυβέρνηση Τραμπ, μέσω ερευνών και ακροάσεων. Πρόκειται για ισχυρά εργαλεία που μπορούν να φέρουν στο φως ενέργειες της κυβέρνησης και να επηρεάσουν τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί θα αποκτούσαν μεγαλύτερο έλεγχο επί του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού των ΗΠΑ. Ο Τραμπ έχει επιλέξει να μην εκταμιεύει κονδύλια που έχουν ήδη εγκριθεί από το Κογκρέσο, ωστόσο μια  πλειοψηφία των Δημοκρατικών τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία θα μπορούσε να επιβάλει νέους περιορισμούς στην κυβέρνηση μέσω των νομοσχεδίων για τις δημόσιες δαπάνες. Η δυνατότητα αυτή θα ήταν πιο περιορισμένη εάν οι Δημοκρατικοί εξασφάλιζαν τον έλεγχο μόνο του ενός σώματος.

Ωστόσο, ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία, θα πρέπει να διαχειριστούν σημαντικούς περιορισμούς. Σε κανένα ρεαλιστικό εκλογικό σενάριο δεν αναμένεται κάποιο από τα δύο κόμματα να εξασφαλίσει την ενισχυμένη πλειοψηφία που απαιτείται για να ξεπεράσει τη διαδικασία του filibuster, δηλαδή τη δυνατότητα της μειοψηφίας να εμποδίζει την προώθηση νομοσχεδίων μέσω της παράτασης της συζήτησης.

Αυτό σημαίνει ότι τα νομοσχέδια για τις δημόσιες δαπάνες θα χρειάζονται τελικά διακομματική στήριξη, καθώς και τη συναίνεση του Λευκού Οίκου, προκειμένου να εγκριθούν.

Ο Τραμπ έχει δείξει ότι είναι διατεθειμένος να αφήσει να διακοπεί η χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ακόμη και όταν οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν τόσο τη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και τη Γερουσία.

Οι Ρεπουμπλικανοί επιχείρησαν να προστατεύσουν ορισμένες από τις βασικές προτεραιότητες του Τραμπ από μελλοντικές αντιπαραθέσεις για τον προϋπολογισμό. Για παράδειγμα, νωρίτερα φέτος παρέκαμψαν τη διαδικασία του filibuster, αξιοποιώντας τον μηχανισμό της δημοσιονομικής συμφιλίωσης (budget reconciliation), προκειμένου να εξασφαλίσουν πολυετή χρηματοδότηση για την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE), έως το τέλος της θητείας του Τραμπ.

Γνώριζαν, άλλωστε, ότι η ιστορική εμπειρία έδειχνε πως ενδεχομένως ερχόταν ένα ισχυρό εκλογικό κύμα υπέρ των Δημοκρατικών.
 

Πηγή: skai.gr
0 0 Bookmark

Απόρρητο