Την τελευταία ημέρα του Αυγούστου, μια ομάδα Ελλήνων στρατιωτικών αξιωματούχων έφτασε στο Τελ Αβίβ, με επικεφαλής τον Υποστράτηγο Ιωάννη Μπούρα, για να υπογράψει τη συμφωνία που θα εξελισσόταν σε μία από τις μεγαλύτερες συμφωνίες εξαγωγής αμυντικού εξοπλισμού στην ιστορία των δύο χωρών, όπως σημειώνει το Politico. Η συμφωνία ύψους 3 δισεκατομμυρίων ευρώ - με την ονομασία «Ασπίδα του Αχιλλέα» - θα παρέχει ένα σύνολο ισραηλινών τεχνολογιών για την προστασία της Ελλάδας από ένα ευρύ φάσμα απειλών, όπως πύραυλοι, αεροσκάφη και drones.
Όπως σημειώνει το Politico, η συμφωνία αυτή αποτελεί το πιο πρόσφατο βήμα στην αναπτυσσόμενη συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και του ισραηλινού αμυντικού τομέα. Καθώς η ήπειρος προχωρά με γοργούς ρυθμούς στον επανεξοπλισμό της, έχει βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στις Ηνωμένες Πολιτείες για την προμήθεια πυροβόλων όπλων, αρμάτων μάχης και αεροσκαφών. Όσον αφορά πολλά από τα λιγότερο ορατά συστήματα που βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της σύγχρονης ασφάλειας - αισθητήρες, αναχαιτιστικά, τεχνολογία επιτήρησης - οι κυβερνήσεις στρέφονται όλο και περισσότερο προς το Ισραήλ.
Η εξάρτηση αυτή εντείνεται, παρά το γεγονός ότι οι πολιτικές σχέσεις της Ευρώπης με το Ισραήλ γίνονται όλο και πιο τεταμένες. Οι πόλεμοι στη Γάζα και στο Λίβανο έχουν πυροδοτήσει εντάσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ισραήλ, ενώ παράλληλα οι κυβερνήσεις της ΕΕ εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τη χώρα αυτή για κρίσιμα συστήματα - ωστόσο, αυτές οι διαμάχες δεν έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην επιβράδυνση της συνεργασίας μεταξύ του αμυντικού τομέα του Ισραήλ και μεμονωμένων χωρών.
«Αν εξετάσουμε αυτή τη στιγμή τις σχέσεις μας με την ΕΕ, ναι, υπάρχουν προκλήσεις», δήλωσε ο Άβι Νιρ-Φελντκλάιν, πρέσβης του Ισραήλ στην ΕΕ. «Όμως, αν κοιτάξουμε τι κάνουμε σε διμερές επίπεδο με τα κράτη μέλη της ΕΕ, η εποικοδομητική και πρακτική συνεργασία είναι εντατική και ακμάζουσα».
Το πλεονέκτημα του Ισραήλ ξεκινά από τον στρατό του. Νέοι μηχανικοί υπηρετούν σε ελίτ μονάδες πληροφοριών και κυβερνοασφάλειας, όπου ασχολούνται με πραγματικές απειλές για την ασφάλεια. Αφού αποστρατευτούν από τον ισραηλινό στρατό, πολλοί προσλαμβάνονται σε εταιρείες του τομέα της άμυνας ή ιδρύουν startups στον τομέα της ασφάλειας. Το αποτέλεσμα είναι μια αδιάλειπτη ροή μεταξύ του πεδίου της μάχης και της ανάπτυξης εμπορικών προϊόντων.
Οι τρεις μεγαλύτερες αμυντικές εταιρείες του Ισραήλ - η Israel Aerospace Industries, η Rafael Advanced Defense Systems και η Elbit Systems - είτε είναι κρατικές είτε διατηρούν στενούς δεσμούς με το ισραηλινό αμυντικό κατεστημένο, με υψηλόβαθμα στρατιωτικά στελέχη να εντάσσονται στις δομές διακυβέρνησής τους.
«Το Ισραήλ αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πόσο καλά είναι ενσωματωμένες οι αμυντικές ή οι ιδιωτικές εταιρείες», δήλωσε ο Kaupo Rosin, επικεφαλής της υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών της Εσθονίας. «Και αυτό τις καθιστά ιδιαίτερα ικανές».
Ο ευρύτερος τομέας της ασφάλειας του Ισραήλ έχει επίσης εξελιχθεί σε πόλο έλξης για επενδύσεις: οι εταιρείες του προσελκύουν σχεδόν το ένα τέταρτο των παγκόσμιων επενδύσεων στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, σύμφωνα με την Έκθεση Υψηλής Τεχνολογίας 2025 της Αρχής Καινοτομίας του Ισραήλ, ενώ η εξαγορά της ισραηλινής νεοφυούς επιχείρησης Wiz από την Google φέτος, έναντι 32 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αναδεικνύει την ελκυστικότητα του τομέα.
Η Χίμπα Ταρίφ, εκπρόσωπος της αποστολής του Ισραήλ στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, ανέφερε ότι το ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο μοντέλο βασίζεται στη στενή συνεργασία μεταξύ κράτους, ακαδημαϊκής κοινότητας και ιδιωτικού τομέα, αλλά και στην ανάπτυξη τεχνολογιών που έχουν δοκιμαστεί και διαμορφωθεί μέσα από πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες. «Αξιοποιώντας την εμπειρία που έχουμε αποκτήσει σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες και τη δυνατότητα να αντιδρούμε σε πραγματικό χρόνο, βοηθάμε τους εταίρους μας να περάσουν από μια αμυντική και εκ των υστέρων αντίδραση σε μια πιο προληπτική στάση, ενισχύοντας σημαντικά τη συλλογική μας ανθεκτικότητα και την αμυντική μας ικανότητα», δήλωσε.
Ενίσχυση της εξάρτησης
Είναι δύσκολο να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα του ρόλου του Ισραήλ στην ευρωπαϊκή άμυνα. Πολλές συμβάσεις δεν δημοσιοποιούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, ενώ ορισμένες ισραηλινές εταιρείες δραστηριοποιούνται μέσω ευρωπαϊκών θυγατρικών. Ωστόσο, δεκάδες καταχωρήσεις στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων διαγωνισμών που εξέτασε το Politico δείχνουν ότι οι ισραηλινές εταιρείες έχουν καταστεί οι βασικοί προμηθευτές στον τομέα των στρατιωτικών επικοινωνιών, της επιτήρησης και του ηλεκτρονικού πολέμου.
Πολλές από τις δημόσιες συμβάσεις - συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής συμφωνίας ύψους 3 δισ. ευρώ - ανατέθηκαν απευθείας σε ισραηλινές εταιρείες χωρίς να ανοίξει ο διαγωνισμός σε ανταγωνιστικές προσφορές, όπως προτιμά η νομοθεσία της ΕΕ, σύμφωνα με τις προκηρύξεις των διαγωνισμών.
Οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις θεωρούν τον ανταγωνισμό ως τον κανόνα, ακόμη και στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας. Οι απευθείας αναθέσεις επιτρέπονται μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις - για παράδειγμα, σε περιπτώσεις πραγματικής τεχνικής αποκλειστικότητας ή στενά καθορισμένων ζητημάτων εθνικής ασφάλειας.
«Οι διαδικασίες “χωρίς διαγωνισμό” αποτελούν εξαίρεση, βασίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία και πρέπει να αιτιολογούνται με σαφήνεια», δήλωσαν οι Ανέτ Ρόζενκότερ και Αντρέα Πομάνα, εταίροι της δικηγορικής εταιρείας FPS Law στη Γερμανία, η οποία ειδικεύεται στις δημόσιες συμβάσεις και στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.
Αυτή η τάση έχει σημασία, επειδή οι απευθείας αναθέσεις μπορούν να εντείνουν την εξάρτηση, καθώς οι κυβερνήσεις καθίστανται εξαρτημένες από έναν συγκεκριμένο παραγωγό. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε τον Ιανουάριο του 2025 ότι τα εξαιρετικά εξειδικευμένα συστήματα μπορούν να δεσμεύσουν έναν αγοραστή, εάν έχουν σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε μόνο ο αρχικός προμηθευτής να μπορεί να τα συντηρεί ή να τα αναβαθμίζει.
Η Ολλανδία προσφέρει μια εικόνα του πώς λειτουργεί αυτό στην πράξη. Το 2025, η C4I and Cyber της Elbit Systems - το τμήμα κυβερνοασφάλειας της εταιρείας - κέρδισε σύμβαση ύψους 25 εκατ. ευρώ για την προμήθεια συστημάτων διαχείρισης πεδίου μάχης στο ολλανδικό Υπουργείο Άμυνας. Πρόκειται για άμεση ανάθεση, χωρίς διαγωνισμό, η οποία δικαιολογήθηκε με το σκεπτικό ότι το υπουργείο χρειάζονταν πρόσθετες υπηρεσίες από την εταιρεία με την οποία είχε αρχικά συνάψει σύμβαση.
Το ολλανδικό Υπουργείο Άμυνας δεν απάντησε σε αίτημα του Πολιτιψο για σχόλιο.
Ομοίως, το 2024, το ισπανικό Υπουργείο Άμυνας ανέθεσε στην Rafael Advanced Defense Systems σύμβαση ύψους 1,17 εκατ. ευρώ χωρίς ανοιχτό διαγωνισμό, αναφέροντας ότι η ισραηλινή εταιρεία ήταν ο μόνος προμηθευτής ικανός να παράσχει τον απαιτούμενο εξοπλισμό.
Άλλες άμεσες συμφωνίες περιλαμβάνουν σύμβαση ύψους 6,5 εκατ. ευρώ της Elbit Systems Deutschland με το Υπουργείο Άμυνας της Δανίας τον Σεπτέμβριο του 2025 για μια συσκευή που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία και ανάλυση ηλεκτρονικών σημάτων.
«Παρά την πολιτική κατάσταση και την εχθρότητα μεταξύ του Ισραήλ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά την ασφάλεια, το εκπληκτικό είναι ότι η συνεργασία ήταν πάντα πολύ καλή», δήλωσε η Σάρον Πάρντο, καθηγήτρια διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν του Νεγκέβ στο Ισραήλ.
Αντιδράσεις
Οι επικριτές προειδοποιούν ότι η Ευρώπη ενδέχεται να δημιουργεί μια νέα εξάρτηση την ίδια στιγμή που ισχυρίζεται ότι επιδιώκει μεγαλύτερη αυτονομία, τη στιγμή που οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή επηεάζουν τις σχέσεις με το Ισραήλ.
Η Γαλλία έχει περιορίσει επανειλημμένα τη συμμετοχή της ισραηλινής κυβέρνησης σε μεγάλες εκθέσεις όπλων, ενώ η φινλανδική κυβέρνηση δέχτηκε κριτική τον Μάιο για τη συνδιοργάνωση ενός σεμιναρίου αμυντικής τεχνολογίας με το ισραηλινό Υπουργείο Άμυνας.
«Αν ο στόχος είναι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτονομίας και κυριαρχίας, τότε δεν μπορείς να αντικαταστήσεις έναν τύπο εξάρτησης με έναν άλλο», δήλωσε η Λι Άντερσον, Φινλανδή ευρωβουλευτής της Αριστεράς.
Η Hannah Neumann, Γερμανίδα βουλευτής του Κόμματος των Πρασίνων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προειδοποίησε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες κινδυνεύουν να αποδυναμωθούν γεωπολιτικά. Όσο περισσότερο βασίζονται οι κυβερνήσεις στο Ισραήλ, τόσο πιο δύσκολο θα γίνεται να επιβάλλουν περιορισμούς στην εξωτερική πολιτική του, ανέφερε. «Θα προτιμούσα οι πόροι και η πολιτική ενέργεια της Γερμανίας να αξιοποιηθούν για την ενίσχυση της αυτονομίας της Ευρώπης», πρόσθεσε.
Ασφάλεια
Ωστόσο, οι πολιτικές αντιδράσεις δεν έχουν επιβραδύνει σημαντικά τις συμφωνίες.
Τον Ιανουάριο, η Γερμανία και το Ισραήλ υπέγραψαν μνημόνιο για την ανάπτυξη ενός «κυβερνοθόλου» με ισραηλινή τεχνολογία στο γερμανικό έδαφος. Έναν μήνα αργότερα, το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος εγκαινίασαν ένα Κέντρο Θαλάσσιας Κυβερνοασφάλειας στη Λευκωσία, προσθέτει το Politico.
Η Ισπανία αποτελεί ένα ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης. Παρόλο που η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ ακύρωσε αμυντικές συμβάσεις ύψους 1 δισ. ευρώ με το Ισραήλ, στο πλαίσιο αυτού που ο ίδιος χαρακτήρισε «πλήρες εμπάργκο όπλων» λόγω της «γενοκτονίας» στη Γάζα, η περιφερειακή διοίκηση της Μαδρίτης ζήτησε και έλαβε βοήθεια τον Ιανουάριο από τη Διεύθυνση Κυβερνοασφάλειας του Ισραήλ για την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Ούτε η Περιφερειακή Διοίκηση της Μαδρίτης ούτε οι κυπριακές αρχές απάντησαν στα αιτήματα του Politico για σχολιασμό. Το ισπανικό Υπουργείο Άμυνας ανέφερε ότι «δεν έχει συνάψει καμία σύμβαση σχετικά με την κυβερνοασφάλεια με οποιαδήποτε εταιρεία στο Ισραήλ».
Η Ιταλία, εν τω μεταξύ, έχει δώσει επίσημα προτεραιότητα στην ισραηλινή τεχνολογία. Το 2024, η αρμόδια υπηρεσία κυβερνοασφάλειας της χώρας θέσπισε κίνητρο στις δημόσιες προμήθειες, βάσει του οποίου τα ισραηλινά λογισμικά κυβερνοασφάλειας αντιμετωπίζονται ισότιμα με τα αντίστοιχα προϊόντα από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ στους δημόσιους διαγωνισμούς.
Για τις μικρές χώρες που συνορεύουν με τη Ρωσία, το δίλημμα αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα περίπλοκο, δήλωσε ο Juha Martelius, διευθυντής της Φινλανδικής Υπηρεσίας Ασφάλειας και Πληροφοριών.
«Σε μια χώρα όπως η Φινλανδία, δεν είχαμε ποτέ την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουμε τόσο μεγάλες ποσότητες όσο ίσως θα χρειαζόμασταν ή ακόμα και θα θέλαμε», είπε. «Πάντα δίνουμε έμφαση στην ποιότητα. Δηλαδή, αγοράζουμε τα καλύτερα, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους».
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, σημειώνει το Politico, προσπάθησε να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισραήλ. Στη συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ο ελληνικός στρατός φρόντισε να επιμείνει στην πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα του συστήματος, ώστε να μπορεί να συντηρεί και να αναβαθμίζει την τεχνολογία ανεξάρτητα.
«Το να γίνουμε “όμηροι”, ακόμη και της πιο φιλικής ξένης χώρας ή συμμάχου, είναι απολύτως αδύνατο», δήλωσε τον Ιούλιο ο υπουργός Άμυνας Νίκος Δένδιας.
Ο Niclas Herbst, Γερμανός βουλευτής του κεντροδεξιού χώρου που συμμετέχει στην Επιτροπή της Αντιπροσωπείας για το Ισραήλ στο Κοινοβούλιο, δήλωσε ότι το Ισραήλ προσφέρει ό,τι λείπει από την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, ειδικά όσον αφορά τις απειλές στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και της αεροπορικής άμυνας.
«Είναι προς όφελος της Ευρώπης να διατηρεί μια σταθερή και αξιόπιστη σχέση με το Ισραήλ σε αυτό το πλαίσιο», δήλωσε ο Herbst στο Politico.
Όσον αφορά τις επικρίσεις ότι η Ευρώπη χρησιμοποιεί τεχνολογία που έχει δοκιμαστεί σε Παλαιστινίους, σημείωσε ότι οι κυβερνήσεις επενδύουν κυρίως σε «πολύ εξειδικευμένο λογισμικό και συστοιχίες αισθητήρων» που προορίζονται για αμυντική χρήση.
«Το ερώτημα είναι: τι θέλουμε να αγοράσουμε;», είπε. «Θέλουμε να αγοράσουμε καλή συνείδηση ή θέλουμε να αγοράσουμε αμυντικά προϊόντα;».
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.