Σχέδιο μόνιμης αποκλιμάκωσης του ενεργειακού κόστους, με στόχο οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος να μειωθούν σταδιακά κατά 30% έως το 2029, παρουσίασε το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εξειδικεύοντας την εξαγγελία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από την 90ή ΔΕΘ.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, ξεκαθάρισε ότι η κυβερνητική παρέμβαση «δεν είναι ένα επιδοματικό σχέδιο», αλλά ένα πακέτο διαρθρωτικών αλλαγών που στηρίζεται στις ΑΠΕ, στα δίκτυα, στην αποθήκευση και στην εξοικονόμηση ενέργειας.
«Το σχέδιο δεν είναι επιδοματικό, μια προσωρινή βελτίωση ή ένα μέτρο που θα διαρκέσει έναν χειμώνα. Είναι ένα ολοκληρωμένο ολιστικό σχέδιο δομικών, μόνιμων αλλαγών που αντιμετωπίζει τις πραγματικές αιτίες που κρατούν το ενεργειακό κόστος ψηλά. Είναι ρεαλιστικό, μετρήσιμο και εφαρμόσιμο. Με αυτό το σχέδιο περνάμε σε νέο επίπεδο ενεργειακή στρατηγικής, από την άμυνα απέναντι στην ενεργειακή κρίση και την ακρίβεια, στη δημιουργία των προϋποθέσεων για μόνιμα, διαρθρωτικά χαμηλότερες τιμές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Κατά την παρουσίαση του κυβερνητικού σχεδίου, στην οποία συμμετείχε και ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, ο κ. Παπασταύρου υποστήριξε ότι η μείωση των τιμών κατά 30% έως το 2029 αποτελεί «τη φυσική συνέχεια μιας πολιτικής που ξεκίνησε από το 2019», σημειώνοντας ότι τα αποτελέσματα των επενδύσεων των τελευταίων ετών έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνονται στην ενεργειακή αγορά.
«Η χώρα μας τα τελευταία χρόνια επένδυσε συστηματικά στις ΑΠΕ, στις διασυνδέσεις και στον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου. Από το 2019 εργαστήκαμε πάνω σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, όχι αποσπασματικά», ανέφερε.
Όπως τόνισε, το αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής είναι ότι η Ελλάδα, από χώρα εισαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, έχει μετατραπεί σε εξαγωγική δύναμη, ενώ πλέον οι τιμές κινούνται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
«Το ενεργειακό πλεονέκτημα πρέπει να μετατραπεί και σε οικονομικό όφελος, ώστε να φτάσει και στον πολίτη», σημείωσε χαρακτηριστικά.
ΑΠΕ, δίκτυα και επενδύσεις στη βάση του σχεδίου
Περνώντας στην εξειδίκευση του σχεδίου, ο Σταύρος Παπασταύρου παρουσίασε τα στοιχεία στα οποία, σύμφωνα με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στηρίζεται η δυνατότητα περαιτέρω αποκλιμάκωσης του ενεργειακού κόστους τα επόμενα χρόνια.
Ο υπουργός έδωσε έμφαση στην ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, στις επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα και στη μεταβολή του ενεργειακού ισοζυγίου της χώρας, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για παρεμβάσεις που έχουν ήδη αλλάξει τη θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Όπως ανέφερε ο υπουργός, στόχος είναι το ενεργειακό πλεονέκτημα που έχει δημιουργηθεί να μεταφραστεί πλέον σε χαμηλότερο κόστος για καταναλωτές και επιχειρήσεις, ενώ σημείωσε ότι οι επενδύσεις αυτές λειτουργούν και ως «ανάχωμα» έναντι των διεθνών εξελίξεων και παραγόντων που επηρεάζουν την αγορά.
«Χτίζουμε ένα ανάχωμα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι η ενεργειακή αγορά δεν είναι απομονωμένη από τις διεθνείς συγκυρίες, τους πολέμους, τις κρίσεις σε όλα τα σημεία του πλανήτη. Το έχουμε βιώσει άλλωστε και το είδαμε και πρόσφατα με την κρίση στη Μέση Ανατολή. Οι επιπτώσεις στη δική μας αγορά ήταν πιο ήπιες σε σχέση με το παρελθόν και σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ακριβώς επειδή έχουμε ήδη επενδύσει στις εγχώριες ανανεώσιμες πηγές, στον ήλιο και στον άνεμο. Αυτό δεν είναι τυχαίο προφανώς, αλλά αποτέλεσμα του σχεδιασμού».
Ένα από τα βασικά στοιχεία που παρουσίασε ο υπουργός ήταν η σημαντική αύξηση της ισχύος από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η εγκατεστημένη ισχύς από ΑΠΕ έχει σχεδόν τριπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια και έχει ήδη ξεπεράσει τα 18 GW. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στις υψηλότερες θέσεις διεθνώς ως προς τη διείσδυση των φωτοβολταϊκών και της αιολικής ενέργειας. Συγκεκριμένα, όπως τόνισε, είμαστε τρίτοι στον κόσμο σε διείσδυση από φωτοβολταϊκά και ένατοι από αιολικά.
Ο κ. Παπασταύρου στάθηκε ιδιαίτερα και στη συμμετοχή μικρότερων παραγωγών στην ανάπτυξη των ΑΠΕ, σημειώνοντας ότι στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ έχουν πραγματοποιηθεί σχεδόν 100.000 συνδέσεις.
«Εμείς θέλουμε η ενέργεια που παράγεται από τον ήλιο και τον άνεμο να φτάνει και να παράγεται από τους πολλούς. Όχι από τους λίγους», ανέφερε, κάνοντας λόγο για «ενεργειακή δημοκρατία».
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης. Όπως είπε, επικαλούμενος εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο απαιτούμενος χρόνος για έργα ΑΠΕ έχει περιοριστεί από περίπου πέντε χρόνια σε ενάμιση χρόνο, μετά τις αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο.
Από εισαγωγέας, εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας
Κεντρικό σημείο της παρουσίασης αποτέλεσε και η αλλαγή του ενεργειακού ισοζυγίου της χώρας.
Σύμφωνα με τον κ. Παπασταύρου, το 2024 η Ελλάδα έγινε για πρώτη φορά από το 2000 καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ έως τον Ιούλιο του 2026 οι εξαγωγές είχαν σχεδόν διπλασιαστεί σε σύγκριση με το 2025.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η αλλαγή αυτή έχει μετρήσιμο οικονομικό αποτέλεσμα, το οποίο προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ από τη βελτίωση του ενεργειακού ισοζυγίου.
Την εξέλιξη συνέδεσε τόσο με την αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα όσο και με τις επενδύσεις στα δίκτυα. Όπως ανέφερε, από το 2019 καταγράφεται συστηματική αύξηση των σχετικών επενδύσεων, οι οποίες το 2024 είχαν σχεδόν τετραπλασιαστεί σε ετήσια βάση σε σχέση με τα προηγούμενα επίπεδα.
Από ακριβότερη αγορά στην ΕΕ στην πρώτη δεκάδα των χωρών με τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής
Στη συνέχεια, ο υπουργός παρουσίασε στοιχεία για τη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι η θέση της Ελλάδας έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Όπως ανέφερε, από την αρχή του 2026 η Ελλάδα βρίσκεται στην ένατη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής, ενώ το 2019 βρισκόταν μεταξύ των ακριβότερων αγορών.
Κατά τον κ. Παπασταύρου, η εξέλιξη αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη μεγαλύτερη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην ηλεκτροπαραγωγή.
Παρουσιάζοντας στοιχεία και για τις τιμές που φτάνουν στους καταναλωτές, ανέφερε ότι κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025 η Ελλάδα βρισκόταν περίπου 18% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ σε όρους αγοραστικής δύναμης κινούνταν κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ.
Το κρίσιμο ζητούμενο πλέον, σύμφωνα με την παρουσίαση του ΥΠΕΝ, είναι η βελτίωση που καταγράφεται στην παραγωγή, στη χονδρεμπορική αγορά και στο ενεργειακό ισοζύγιο να περάσει με πιο μόνιμο τρόπο στους λογαριασμούς νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Διευκρίνισε, μάλιστα, ότι η εικόνα για τον καταναλωτή δεν εξαρτάται μόνο από τη χονδρεμπορική τιμή, καθώς στον τελικό λογαριασμό προστίθεται σειρά επιμέρους χρεώσεων. Συνυπολογίζοντας το σύνολο αυτών, όπως είπε, η τελική επιβάρυνση στην Ελλάδα βρίσκεται περίπου στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ο υπουργός στάθηκε και στην εξέλιξη των τιμών λιανικής μετά το 2019, αναγνωρίζοντας ότι η ενεργειακή κρίση άφησε σημαντικό αποτύπωμα στους λογαριασμούς.
Όπως ανέφερε, η μέση τιμή λιανικής ηλεκτρικής ενέργειας έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 50% από το 2019, εξέλιξη η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, κινείται στην ίδια τάξη μεγέθους με τη συνολική αύξηση που καταγράφεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο στόχος πλέον, όπως είπε, είναι αυτή η αύξηση να αντιστραφεί σταδιακά. «Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε [...] είναι ουσιαστικά να σβήσουμε, να ξαναγυρίσουμε στα επίπεδα τα οποία υπήρχαν πριν την κρίση», σημείωσε, προσθέτοντας ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από «συστηματική και σημειακή παρέμβαση σε όλες τις πτυχές που επηρεάζουν το κόστος».
Στο σημείο αυτό, ο κ. Παπασταύρου ανέλυσε τις διαφορετικές συνιστώσες που διαμορφώνουν τον τελικό λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος.
Πέρα από τη χονδρεμπορική τιμή, η οποία επηρεάζεται από το ενεργειακό μείγμα αλλά και από τις διεθνείς εξελίξεις και τις κρίσεις, στο τελικό κόστος συνυπολογίζονται οι δαπάνες για την ευστάθεια του συστήματος και τις απαραίτητες εφεδρείες, οι χρεώσεις συστήματος και δικτύου, οι απώλειες του δικτύου, οι χρεώσεις που σχετίζονται με τις ΑΠΕ και τη στήριξη ευάλωτων καταναλωτών και νησιωτικών περιοχών, καθώς και οι προμήθειες και οι φόροι.
Η κυβερνητική προσέγγιση, σύμφωνα με τον υπουργό, είναι να υπάρξουν παρεμβάσεις σε όσο το δυνατόν περισσότερους από αυτούς τους παράγοντες, ώστε η μείωση του κόστους να μην εξαρτάται μόνο από τη διακύμανση της χονδρεμπορικής τιμής.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας, μεγαλύτερη ευελιξία στην κατανάλωση, αλλά και η δυνατότητα παραγωγής και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας για ίδια χρήση.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην αυτοκατανάλωση, επισημαίνοντας ότι επιχειρήσεις αλλά και νοικοκυριά θα μπορούν να αξιοποιούν περισσότερο την ενέργεια που παράγουν από τον ήλιο, είτε καταναλώνοντάς την άμεσα είτε αποθηκεύοντάς την για μεταγενέστερη χρήση.
Τρία χρηματοδοτικά εργαλεία
Στην παρουσίαση έγινε εκτενής αναφορά και στα χρηματοδοτικά εργαλεία που, σύμφωνα με τον κ. Παπασταύρου, θα αναπτυχθούν τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας μια χρηματοδοτική «δύναμη πυρός» περίπου 5 δισ. ευρώ για παρεμβάσεις που συνδέονται με τη μείωση του ενεργειακού κόστους.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, με δράσεις που αφορούν μεταξύ άλλων προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας, αντλίες θερμότητας και στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών.
Ο υπουργός αναφέρθηκε επίσης στο Ταμείο για τα νησιά, το οποίο, όπως είπε, εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και περιλαμβάνει έργα ύψους 2,3 δισ. ευρώ. Σε αυτά εντάσσονται παρεμβάσεις για τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και αποθήκευσης, αλλά και ποσό για φράγματα και για σημεία φόρτισης.
Παράλληλα, παρουσίασε πακέτο περίπου 600 εκατ. ευρώ, στο οποίο προβλέπονται, μεταξύ άλλων, 200 εκατ. ευρώ για την αποθήκευση ενέργειας, 200 εκατ. ευρώ για δράσεις εξοικονόμησης και αντλίες θερμότητας, 50 εκατ. ευρώ για δράσεις μετάβασης και 162 εκατ. ευρώ για ενεργειακές παρεμβάσεις σε δημόσια κτίρια.
«Τα τρία αυτά εργαλεία είναι μια πολύ σημαντική χρηματοδοτική δύναμη για να μπορέσουμε να βοηθήσουμε στη μείωση του ενεργειακού κόστους», σημείωσε.
«Κλειδί» οι ΑΠΕ
Στο ερώτημα πώς μπορεί να επιτευχθεί φθηνότερο ρεύμα, ο κ. Παπασταύρου παρουσίασε ως πρώτο κρίσιμο παράγοντα την περαιτέρω αύξηση της συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα.
Επικαλούμενος στοιχεία από την 1η Ιανουαρίου 2026 έως τις αρχές Σεπτεμβρίου, ανέφερε ότι τις ημέρες κατά τις οποίες η διείσδυση των ΑΠΕ ήταν ιδιαίτερα υψηλή, η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφωνόταν στα 73 ευρώ, έναντι μέσης τιμής 101 ευρώ. Η διαφορά, όπως επισήμανε, αντιστοιχεί σε περίπου 27%.
Για τον υπουργό, το συγκεκριμένο στοιχείο αποτελεί ένδειξη του πώς η μεγαλύτερη συμμετοχή των ΑΠΕ μπορεί να επηρεάσει τη μέση τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.
Το πρόβλημα είναι ότι η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές δεν είναι σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας ή του έτους. Τις ημέρες και τις ώρες κατά τις οποίες η συμμετοχή τους μειώνεται, οι τιμές κινούνται αισθητά υψηλότερα.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, η περαιτέρω ενίσχυση των ΑΠΕ και η επίτευξη του στόχου για πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή τους στο ενεργειακό μείγμα μπορούν να οδηγήσουν τη μέση τιμή σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα.
Στο επίκεντρο η αποθήκευση
Εδώ ακριβώς, σύμφωνα με τον υπουργό, εισέρχεται στην εξίσωση η αποθήκευση ενέργειας. Η μεγάλη παραγωγή από φωτοβολταϊκά μπορεί να συμπιέζει δραστικά τις τιμές τις ώρες της έντονης ηλιοφάνειας. Όταν όμως η παραγωγή μειώνεται το απόγευμα και το βράδυ, ενώ η ζήτηση παραμένει υψηλή, δημιουργούνται σημαντικές αιχμές στις τιμές και αυξάνεται η ανάγκη για ακριβότερες εφεδρείες.
Η αποθήκευση έχει στόχο να περιορίσει αυτή τη διακύμανση: η φθηνή ενέργεια που παράγεται τις ώρες υψηλής συμμετοχής των ΑΠΕ να αποθηκεύεται και να αξιοποιείται όταν η παραγωγή από ήλιο και άνεμο υποχωρεί.
Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την παρουσίαση, μπορούν να μειωθούν τόσο οι απογευματινές αιχμές όσο και το κόστος που απαιτείται για τις εφεδρείες και τη διατήρηση της ευστάθειας του συστήματος.
«Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Παπασταύρου. Όπως εξήγησε, ζητούμενο είναι έως το 2029-2030 να αυξηθούν όσο γίνεται περισσότερο οι περίοδοι υψηλής συμμετοχής των ΑΠΕ και να περιοριστούν αντίστοιχα οι περίοδοι κατά τις οποίες το σύστημα αναγκάζεται να στηρίζεται σε ακριβότερη παραγωγή.
600 εκατ. ευρώ για την αποθήκευση – Ο στόχος έως το 2030
Σύμφωνα με τον κ. Παπασταύρου, για την επιτάχυνση των έργων αποθήκευσης έχουν ήδη διατεθεί 400 εκατ. ευρώ, ενώ προβλέπονται επιπλέον 200 εκατ. ευρώ μέσω της ρήτρας διαφυγής.
Ο υπουργός ανέφερε ότι έχουν ολοκληρωθεί τρεις διαγωνισμοί για έργα συνολικής ισχύος 900 MW, ενώ προχωρούν φωτοβολταϊκά με αποθήκευση, αυτόνομες μπαταρίες, συστήματα αποθήκευσης για επιχειρήσεις, έργα αποθήκευσης που συνδέονται με ΑΠΕ και λύσεις για αυτοκατανάλωση.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το έργο αντλησιοταμίευσης στην Αμφιλοχία.
Από τα επιπλέον 200 εκατ. ευρώ της ρήτρας διαφυγής, σύμφωνα με την παρουσίαση, προβλέπονται μεταξύ άλλων 50 εκατ. ευρώ για επιχειρήσεις και οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και χρηματοδότηση για αυτοκατανάλωση, μεγάλα έργα αυτόνομων μπαταριών και συστήματα αποθήκευσης συνδεδεμένα με ΑΠΕ.
Ο οδικός χάρτης που παρουσίασε το υπουργείο προβλέπει η συνολική ισχύς αποθήκευσης να φτάσει το 1 GW έως το τέλος του 2026, το 1,5 GW έως τα μέσα του 2027, τα 3 έως 4 GW έως το τέλος του 2028 και τα 5 GW έως το 2030.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.