Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody's Ratings αναβάθμισε τις προοπτικές του ελληνικού αξιόχρεου σε θετικές από σταθερές, επιβεβαιώνοντάς το στην επενδυτική βαθμίδα Baa3.
Σύμφωνα με τον οίκο, η αλλαγή των προοπτικών σε θετικές αντανακλά τις ανοδικές προοπτικές για το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας. Υπάρχουν ολοένα και περισσότερες ενδείξεις ότι η διαρκής έμφαση των αρχών στις διαρθρωτικές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις αποδίδει καρπούς, ενισχύοντας την οικονομική και δημοσιονομική ανθεκτικότητα σε βαθμό που ενδέχεται να υπερβεί τις τρέχουσες εκτιμήσεις της Moody's. Αυτό, με τη σειρά του, θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς διαρθρωτικής ανάπτυξης.
Παράλληλα, η ενισχυμένη ανθεκτικότητα θα στήριζε την ικανότητα της κυβέρνησης να διατηρήσει τη μακροχρόνια πορεία αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, μεταξύ άλλων μέσω της συνέχισης της πρόωρης αποπληρωμής μέρους του χρέους που προέκυψε κατά την περίοδο της κρίσης.
Οι θετικές προοπτικές αντανακλούν επίσης την αυξανόμενη, αν και όχι ακόμη πλήρως εδραιωμένη, πεποίθηση ότι τα πρόσφατα δημοσιονομικά επιτεύγματα, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής συναίνεσης υπέρ της συνέχισης της πορείας μείωσης του δημόσιου χρέους, θα αποδειχθούν διατηρήσιμα καθ’ όλη τη διάρκεια των διακυμάνσεων του οικονομικού κύκλου.
Η επιβεβαίωση της αξιολόγησης της Ελλάδας στο Baa3, συνεχίζει ο οίκος, αντανακλά το ισχυρό ιστορικό της χώρας ως προς την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, τους διαρθρωτικά ευνοϊκούς δείκτες ως προς τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και τη σημαντική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Παράλληλα, λαμβάνονται υπόψη και οι διαρθρωτικές προκλήσεις που εξακολουθούν να επηρεάζουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας, όπως το ακόμη υψηλό δημόσιο χρέος, οι μεγάλες εξωτερικές ανισορροπίες, η σχετικά περιορισμένη αύξηση της παραγωγικότητας, καθώς και το σημαντικό απόθεμα μη εξυπηρετούμενου χρέους εκτός του τραπεζικού συστήματος, το οποίο επιβαρύνει υπερχρεωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Υπάρχουν ενδείξεις, συνεχίζει ο οίκος, ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζουν σταθερά οι αρχές συμβάλλουν σταδιακά στην άρση χρόνιων περιορισμών στις επενδύσεις και στην αποτελεσματικότερη κατανομή των πόρων, ενώ παράλληλα ενισχύουν τη μεταφορά περισσότερης οικονομικής δραστηριότητας στην επίσημη οικονομία. Οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα αυξάνονται, καθώς καταγράφονται βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση, στην αδειοδότηση επιχειρήσεων, στο πλαίσιο αφερεγγυότητας, στις δικαστικές διαδικασίες, στη διαχείριση της γης, στον χωροταξικό σχεδιασμό, στη φορολογία της εργασίας και στις πολιτικές για την ανάπτυξη δεξιοτήτων.
Παράλληλα, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις αναπτύσσονται και εντάσσονται στην επίσημη οικονομία. Η εξέλιξη αυτή έχει συμπέσει με την ενίσχυση της απασχόλησης και των εξαγωγών, καθώς και με τη βελτίωση της χρηματοοικονομικής θέσης των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα.
Η ισχύς των ενδείξεων διαφέρει ανάμεσα στους επιμέρους τομείς των μεταρρυθμίσεων και σε αρκετές περιπτώσεις τα στοιχεία παραμένουν ακόμη προκαταρκτικά. Ωστόσο, το εύρος των θετικών αυτών ενδείξεων αυξάνει την πιθανότητα το σωρευτικό αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων να αποδειχθεί ουσιαστικό για το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας.
Το αναπτυξιακό πρότυπο της Ελλάδας έχει καταστεί περισσότερο προσανατολισμένο στις επενδύσεις και ολοένα πιο ευνοϊκό για την ενίσχυση της παραγωγικότητας, προσθέτει ο οίκος. Η αύξηση των επενδύσεων είναι ευρύτερη και πιο διατηρήσιμη από μια προσωρινή ώθηση που θα μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά στη χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Οι ιδιωτικές επενδύσεις αντιστοιχούσαν σχεδόν στα δύο τρίτα της αύξησης κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του λόγου των επενδύσεων προς το ΑΕΠ από το 2020.
Ως εκ τούτου, η πιο πρόσφατη στήριξη μέσω του RRF, με τη μορφή επιχορηγήσεων, επιδοτούμενης δανειοδότησης και συμπληρωματικών δημόσιων υποδομών, είναι πιθανότερο να έχει ενισχύσει την ήδη εξελισσόμενη ανάκαμψη των επενδύσεων παρά να αποτέλεσε την αρχική αιτία της.
Η σύνθεση των άμεσων ξένων επενδύσεων γίνεται επίσης λιγότερο επικεντρωμένη στον τομέα των ακινήτων. Τον Σεπτέμβριο του 2026, τονίζει ο οίκος, η κυβέρνηση ανακοίνωσε αλλαγές στους κανόνες φορολογικών αποσβέσεων, οι οποίες παρέχουν πρόσθετα κίνητρα στις επιχειρήσεις να ενισχύσουν περαιτέρω το κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας. Η συνέχιση της ενίσχυσης του κεφαλαιακού αποθέματος και μετά την ολοκλήρωση των εκταμιεύσεων του RRF στο τέλος του έτους θα αποτελούσε ένδειξη ότι η δημόσια στήριξη έχει λειτουργήσει καταλυτικά για την προσέλκυση πρόσθετων παραγωγικών επενδύσεων και όχι απλώς για την επίσπευση επενδύσεων που ούτως ή άλλως θα πραγματοποιούνταν αργότερα.
Η διάρθρωση του επιχειρηματικού τομέα γίνεται ολοένα πιο υποστηρικτική για την αύξηση της παραγωγικότητας και των εξαγωγών, αν και τα σχετικά μεγέθη παραμένουν ακόμη σε μέτρια επίπεδα σε σύγκριση με άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ. Παράλληλα, το μερίδιο των μεγαλύτερων επιχειρήσεων, δηλαδή εκείνων με 50 ή περισσότερους εργαζομένους, στο ΑΕΠ αυξήθηκε περίπου στο 60% το 2024, από 45% το 2009, ενώ παράλληλα καταγράφηκε ανάπτυξη στη μεταποίηση υψηλής τεχνολογίας, καθώς και στις εξαγωγές χρηματοοικονομικών και επαγγελματικών υπηρεσιών.
Οι μεγαλύτερες και περισσότερο ενταγμένες στην επίσημη οικονομία επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να επενδύουν σε τεχνολογία και δεξιότητες, να αποκτούν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και σε διαφοροποιημένες πηγές χρηματοδότησης, καθώς και να απορροφούν το κόστος της κανονιστικής συμμόρφωσης. Η μετάβαση αυτή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, ωστόσο η σωρευτική της επίδραση αυξάνει την πιθανότητα ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας - τον οποίο ο οίκος εκτιμάει περίπου στο 1,5% - και η δημοσιονομική της ανθεκτικότητα να υπερβούν τις τρέχουσες εκτιμήσεις της Moody's.
Η βασική πορεία του δημόσιου χρέους της Ελλάδας παραμένει σε γενικές γραμμές ευθυγραμμισμένη με τις εκτιμήσεις του οίκου κατά τον χρόνο της αναβάθμισης του Μαρτίου 2025. Η συνεχιζόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η ενεργή αξιοποίηση των ταμειακών διαθεσίμων για την αποπληρωμή χρέους έχουν διατηρήσει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ σε έντονα πτωτική τροχιά: από 209,4% του ΑΕΠ στο ανώτατο σημείο του το 2020, υποχώρησε στο 154,2% το 2024 και περαιτέρω στο 146,1% το 2025. Η Moody's αναμένει ότι θα μειωθεί περαιτέρω, στο 120% του ΑΕΠ έως το 2030.
Η πορεία αποκλιμάκωσης του χρέους, καθώς και τα πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2,5%-3,0% του ΑΕΠ που τη στηρίζουν, εδράζονται πλέον σε ολοένα πιο σταθερές θεσμικές βάσεις. Αυτό υποδηλώνει ότι η μείωση του χρέους μπορεί να διατηρηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου, όταν ο πληθωρισμός και η ανάπτυξη επανέλθουν σε πιο φυσιολογικά επίπεδα και το δημόσιο χρέος δεν θα αποτελεί πλέον το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ.
Η ψηφιοποίηση των συναλλαγών και της απασχόλησης έχει περιορίσει τα περιθώρια απόκρυψης εισοδημάτων και δραστηριότητας σε κλάδους που διαχρονικά ήταν δύσκολο να φορολογηθούν, συμβάλλοντας παράλληλα στη διαρκή βελτίωση της είσπραξης των δημοσίων εσόδων. Το εκτιμώμενο φορολογικό κενό στον ΦΠΑ μειώθηκε σε περίπου 9% το 2024, από 24% το 2019, προσεγγίζοντας τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 9,5% το 2023.
Μια ευρύτερη και αποτελεσματικότερα οργανωμένη φορολογική βάση θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερα περιθώρια για τη μείωση των φορολογικών συντελεστών και την κάλυψη δαπανών προτεραιότητας, διατηρώντας παράλληλα τα πρωτογενή πλεονάσματα που απαιτούνται για τη διαρκή μείωση του δημόσιου χρέους, προσθέτει ο οίκος.
Η Ελλάδα, συνεχίζει η Moody's, έχει αξιοποιήσει τις ισχυρές δημοσιονομικές της επιδόσεις για να επιταχύνει την αποπληρωμή του επίσημου χρέους που προέκυψε κατά την περίοδο της κρίσης: η κυβέρνηση προχώρησε σε πρόωρη αποπληρωμή ύψους 5,3 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025 και σχεδιάζει να προεξοφλήσει επιπλέον 13 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 5,0% του ΑΕΠ, έως το τέλος του 2026.
Η πρόωρη αποπληρωμή μειώνει το συνολικό δημόσιο χρέος και τις μελλοντικές ανάγκες αποπληρωμής, ενώ παράλληλα καταδεικνύει τη συνεχιζόμενη προσήλωση στη μείωση του χρέους. Ως εκ τούτου, αποτελεί ένδειξη ότι ενδέχεται να βρισκόμαστε ενώπιον μιας πιο ουσιαστικής και διαρκούς ενίσχυσης των δημοσιονομικών θεσμών και της ανθεκτικότητας του πιστωτικού προφίλ της Ελλάδας.
Η αξιολόγηση της Ελλάδας στο Baa3 στηρίζεται στο ισχυρό ιστορικό υλοποίησης μεταρρυθμίσεων, στη δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας και στην ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, αντανακλά παράλληλα και τις διαρθρωτικές προκλήσεις που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η χώρα.
Η οικονομική ισχύς της Ελλάδας επηρεάζεται αρνητικά από την ιδιαίτερα αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση της χώρας, καθώς και από τις μακροπρόθεσμες δημογραφικές πιέσεις, οι οποίες αναμένεται να περιορίσουν την προσφορά εργασίας και τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμικότητα.
Παρότι οι τράπεζες δεν επιβαρύνονται πλέον από υψηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων, σημαντικό μέρος αυτού του προβληματικού χρέους εξακολουθεί να παραμένει στην οικονομία. Παρά τη συνολική βελτίωση των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα, η εκκρεμότητα αυτού του προβληματικού χρέους σε ορισμένους τομείς της οικονομίας εξακολουθεί να επιβαρύνει το αναπτυξιακό δυναμικό της χώρας.
Όσον αφορά τη δημοσιονομική ισχύ της κυβέρνησης, το επίπεδο του ελληνικού δημόσιου χρέους θα εξακολουθήσει να συγκαταλέγεται μεταξύ των υψηλότερων στο σύνολο των χωρών που αξιολογεί ο οίκος έως το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας, παρά τη συνεχιζόμενη πρόωρη αποπληρωμή του χρέους που προέκυψε κατά την περίοδο της κρίσης.
Ωστόσο, η διάρθρωση του χρέους περιορίζει επίσης την έκθεση της Ελλάδας στην άνοδο των διεθνών επιτοκίων. Η πολύ μεγάλη μέση διάρκεια του χρέους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι περίπου το 70% του συνολικού χρέους εξακολουθεί να βρίσκεται υπό ευνοϊκούς όρους, σημαίνει ότι οι μεταβολές των επιτοκίων της αγοράς μετακυλίονται στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους μόνο σταδιακά. Παράλληλα, οι ετήσιες ανάγκες αναχρηματοδότησης παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με το συνολικό ύψος του χρέους.
Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, η Ελλάδα δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει απότομη αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης των τόκων κατά την περίοδο πρόβλεψης, προσθέτει ο οίκος.
Η πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του επίσημου τομέα που χορηγήθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης μειώνει σταδιακά το ποσοστό του χρέους που βρίσκεται υπό ευνοϊκούς όρους. Ωστόσο, η αποπληρωμή αυτή χρηματοδοτείται από τα συσσωρευμένα ταμειακά διαθέσιμα, τα οποία ανέρχονταν κοντά στο 16% του ΑΕΠ το 2025, και όχι μέσω νέου δανεισμού από τις αγορές. Έτσι, περιορίζεται η επίδραση της πρόωρης αποπληρωμής στο μέσο κόστος και στη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους.
Παράλληλα, η περιβαλλοντική αξιολόγηση της Ελλάδας αντανακλά την έκθεση της χώρας σε διάφορους περιβαλλοντικούς κινδύνους. Ο αυξημένος κίνδυνος από τις φυσικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής οφείλεται κυρίως στη μεγάλη έκθεση της χώρας σε πυρκαγιές, ακραίες θερμοκρασίες και λειψυδρία.
Μια περαιτέρω αύξηση της συχνότητας και της έντασης αυτών των φαινομένων θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την οικονομία της χώρας και, μέσω του συνδυασμού χαμηλότερων εσόδων και υψηλότερων δαπανών, να επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τα δημόσια οικονομικά.
Σημαντικό αντισταθμιστικό παράγοντα αποτελεί η ισχυρή χρηματοδοτική στήριξη από την ΕΕ, η οποία περιορίζει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των φυσικών καταστροφών και στηρίζει την πράσινη μετάβαση, μετριάζοντας έτσι τους κινδύνους που απορρέουν από την αυξημένη έκθεση της χώρας στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Η κοινωνική αξιολόγηση της Ελλάδας αντανακλά κυρίως το δυσμενές δημογραφικό προφίλ της χώρας, το οποίο αναμένεται να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη δυνατότητα της οικονομίας να παράγει υψηλότερο επίπεδο προϊόντος. Οι σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια περιορίζουν τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων. Ωστόσο, τα ποσοστά ανεργίας παραμένουν υψηλά, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, δημιουργώντας σημαντικές κοινωνικές προκλήσεις.
Παράλληλα, οι βελτιωμένες οικονομικές προοπτικές, σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και την εκπαίδευση, αναμένεται να βελτιώσουν τη λειτουργία της αγοράς εργασίας και να λειτουργήσουν ως σημαντικοί αντισταθμιστικοί παράγοντες έναντι των προαναφερόμενων κοινωνικών κινδύνων.
Η αξιολόγηση της Ελλάδας ως προς το προφίλ διακυβέρνησης αντανακλά τους περιορισμένους κινδύνους που απορρέουν από παράγοντες διακυβέρνησης. Η θέση της Ελλάδας σε διεθνείς δείκτες διακυβέρνησης έχει βελτιωθεί, ιδιαίτερα όσον αφορά την ποιότητα του κανονιστικού πλαισίου και το κράτος δικαίου. Παράλληλα, η δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας έχει ενισχυθεί σημαντικά. Η Ελλάδα, τονίζει ο οίκος, εξακολουθεί να υπόκειται σε μηχανισμούς παρακολούθησης και εποπτείας της ΕΕ, γεγονός που συμβάλλει στην περαιτέρω εδραίωση των βελτιώσεων στη διακυβέρνηση και στους θεσμούς.
Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση ή υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης
Η αξιολόγηση της Ελλάδας στο Baa3 θα μπορούσε να αναβαθμιστεί εάν υιοθετούνταν ένα αξιόπιστο, πολυετές πρόγραμμα διαρθρωτικών οικονομικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων, το οποίο θα οικοδομούσε πάνω στην πρόοδο που έχει σημειωθεί κατά την τελευταία δεκαετία, τονίζει ο οίκος.
Παρότι θα απαιτούνταν χρόνος έως ότου οι μεταρρυθμίσεις αυτές έχουν απτό αντίκτυπο στην ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, μια τέτοια πολιτική επιλογή θα αύξανε την πιθανότητα διατηρήσιμης βελτίωσης του μεσοπρόθεσμου αναπτυξιακού δυναμικού, σε επίπεδα υψηλότερα από τις τρέχουσες εκτιμήσεις της Moody's.
Η συνέχιση της προσήλωσης στη μείωση του δημόσιου χρέους θα λειτουργούσε επίσης υποστηρικτικά για μια αναβάθμιση της αξιολόγησης. Ωστόσο, από μόνη της, πιθανότατα δεν θα ήταν επαρκής προϋπόθεση για την άνοδο της πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Τέλος, ο οίκος σημειώνει ότι οι θετικές προοπτικές για την αξιολόγηση της Ελλάδας στο Baa3 υποδηλώνουν ότι το ενδεχόμενο υποβάθμισης της αξιολόγησης είναι περιορισμένο. Ωστόσο, οι προοπτικές θα μπορούσαν να επανέλθουν σε σταθερές, εάν οι μελλοντικές κυβερνήσεις δεν συνεχίσουν την πορεία διαρθρωτικών οικονομικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων ή εάν αποδυναμωθεί η προσήλωσή τους στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων που συμβάλλουν στη μείωση του δημόσιου χρέους.
Παρότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται απίθανο στο προβλεπτό μέλλον, καθοδικές πιέσεις στο πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας θα μπορούσαν να προκύψουν σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης των γεωπολιτικών κινδύνων, ιδίως σε ένα σενάριο ρωσικής επιθετικότητας εναντίον χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.
Στάθης Κετιτζιάν
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.