H Europol εξάρθρωσε διεθνές κύκλωμα ψευδοεπενδυτών με έδρα την Αλβανία - Πάνω από 50 εκατ. ευρώ η απάτη

Πάνω από δύο χρόνια κράτησε η έρευνα - Αρκετοί Έλληνες μεταξύ των θυμάτων, συνελήφθησαν δέκα άτομα στα Τίρανα, ενώ κατασχέθηκαν 891.735 ευρώ

απάτη στην Αλβανία
Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI toggle
  • Θύματα της συγκεκριμένης απάτης εντοπίστηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη αλλά και στην αμερικανική ήπειρο.
  • Κατασχέθηκαν 443 υπολογιστές, 238 κινητά τηλεφώνα και έξι φορητοί υπολογιστές.
  • Η αποξήλωση της υποδομής πληροφορικής και η ανάλυση των κατασχεθέντων αναμένεται να αποκαλύψουν περαιτέρω στοιχεία για τη λειτουργία του δικτύου.

Στην αποδόμηση ενός εκτεταμένου κυκλώματος επενδυτικής απάτης προχώρησαν οι ευρωπαϊκές διωκτικές αρχές, αποκαλύπτοντας μια πολυεπίπεδη επιχείρηση που λειτουργούσε μέσα από "call centers" στην πρωτεύουσα της Αλβανίας.

Η επιχείρηση, αποτέλεσμα διετούς συντονισμένης έρευνας από τις αρχές της Αυστρίας και της Αλβανίας με την υποστήριξη της Europol, κατέληξε σε δέκα συλλήψεις στα Τίρανα, εκτεταμένες εφόδους και την κατάσχεση 891.735 ευρώ σε μετρητά. Το παράνομο δίκτυο, που είχε υιοθετήσει δομή κανονικής επιχείρησης με 450 εργαζομένους, φέρεται να διαχειριζόταν πολλαπλά οργανωμένα τηλεφωνικά κέντρα. Η δράση του εκτιμάται ότι προκάλεσε ζημίες που ξεπερνούν τα 50 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η λειτουργία του ήταν πλήρως κατανεμημένη σε ρόλους και τμήματα, κατά τα πρότυπα νόμιμων εταιρειών.

δίκτυο στην Αλβανία

Η προσέγγιση των θυμάτων γινόταν μέσω παραπλανητικών διαφημίσεων στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, ή μέσω διαδικτυακών αναζητήσεων, που οδηγούσαν σε υποτιθέμενες επενδυτικές πλατφόρμες. Αφού εγγράφονταν, τα θύματα αναλάμβαναν «σύμβουλοι», οι οποίοι εμφανίζονταν ως ειδικοί στις επενδύσεις, καθοδηγώντας τα βήμα προς βήμα. Στην πράξη, οι λεγόμενοι "agents" διατηρούσαν για μεγάλο διάστημα τον έλεγχο των λογαριασμών των θυμάτων, συχνά αποκτώντας απομακρυσμένη πρόσβαση στις συσκευές τους. Μεθοδικά και με έντονη ψυχολογική πίεση, τα ωθούσαν να επενδύουν ολοένα και μεγαλύτερα ποσά, τα οποία όμως δεν κατευθύνονταν ποτέ σε πραγματικές αγορές, αλλά διοχετεύονταν μέσω διεθνούς δικτύου ξεπλύματος χρήματος.

Τα τηλεφωνικά κέντρα λειτουργούσαν σε μικρές ομάδες έξι έως οκτώ ατόμων, καθεμία εξειδικευμένη σε συγκεκριμένη γλώσσα – από γερμανικά και αγγλικά μέχρι ελληνικά και ισπανικά – ώστε να ενισχύεται η αίσθηση αξιοπιστίας. Η χρήση της μητρικής γλώσσας των θυμάτων αποδεικνυόταν κρίσιμο εργαλείο για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και την επιτυχία της απάτης.

κατάσχεση

Η εσωτερική δομή του δικτύου περιλάμβανε τμήματα πωλήσεων και διατήρησης πελατών, αλλά και υποστηρικτικές λειτουργίες όπως διοίκηση, οικονομικά, πληροφορική και ανθρώπινο δυναμικό. Κάθε ομάδα είχε τον επικεφαλής της, ενώ η συνολική λειτουργία συντονιζόταν από managers ανά call center. Οι εργαζόμενοι αμείβονταν με βασικό μισθό περίπου 800 ευρώ, συμπληρωμένο από προμήθειες για κάθε επιτυχημένη εξαπάτηση.

Ιδιαίτερα ανησυχητική ήταν η πρακτική της επαναστόχευσης θυμάτων: άτομα που είχαν ήδη χάσει χρήματα προσεγγίζονταν ξανά με υποσχέσεις ανάκτησης των απωλειών τους. Για να «ενεργοποιήσουν» τη διαδικασία, καλούνταν να ανοίξουν λογαριασμούς σε πλατφόρμες κρυπτονομισμάτων και να καταθέσουν αρχικά ποσά, πέφτοντας για δεύτερη φορά θύματα εξαπάτησης.

Η έρευνα ξεκίνησε το 2023 στη Βιέννη, όταν εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός θυμάτων, και επεκτάθηκε το 2024 με τη συνεργασία των αλβανικών αρχών, μετά από εντοπισμό κρίσιμων ψηφιακών στοιχείων. Με τη συνδρομή της Eurojust συγκροτήθηκε κοινή ερευνητική ομάδα, που οδήγησε στην επιχείρηση της 17ης Απριλίου 2026, κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν έφοδοι σε τρία call centers και εννέα κατοικίες, σφραγίζοντας τη δράση του κυκλώματος.
 

Πηγή: skai.gr
9 0 Bookmark