CNN: Ο Τραμπ δεν θα υποχωρήσει στο θέμα των δασμών, γιατί δεν μπορεί

Η στάση του Αμερικανού προέδρου ενέχει μεγάλους πολιτικούς κινδύνους για τον ίδιο και το κόμμα του, καθώς και νέες αβεβαιότητες για μια ασταθή οικονομία

Τραμπ
Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI toggle
  • Ο Ντόναλντ Τραμπ αρνείται να υποχωρήσει στους δασμούς παρά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.
  • Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει άλλους νόμους για να συνεχίσει τους δασμούς, ενώ οι Δημοκρατικοί προωθούν νομοθεσία για την επιστροφή χρημάτων σε καταναλωτές και επιχειρήσεις που επηρεάστηκαν από το υψηλότερο κόστος.
  • Οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί επικρίνουν την πολιτική των δασμών, ενώ ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ καταγγέλλει τον Τραμπ για οικονομική αναταραχή και «παιδαριώδη» συμπεριφορά, τονίζοντας ότι η χώρα πλήττεται σοβαρά.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δεν πρόκειται να αναζητήσει μια νέα «πιο όμορφη λέξη» στο λεξικό για να αντικαταστήσει τους δασμούς που τόσο συχνά υπερασπίζεται, όπως σημειώνει το CNN σε ανάλυσή του. Πιστός στη γνωστή του στάση να μην αποδέχεται ήττες, έχει ήδη αρχίσει να αντεπιτίθεται μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου να μπλοκάρει τους δασμούς του. Ενόψει της ομιλίας του για την Κατάσταση του Έθνους την Τρίτη, ο Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένος να απαντήσει στην πιο σοβαρή πολιτική ήττα της δεύτερης θητείας του, προαναγγέλλοντας ακόμη υψηλότερους δασμούς στις εισαγωγές. Ωστόσο, αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι προτιμούν αλλαγή πορείας, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές.

Όπως σχολιάζει το CNN, η προκλητική στάση του Αμερικανού προέδρου ενέχει μεγάλους πολιτικούς κινδύνους για τον ίδιο και το κόμμα του, καθώς και νέες αβεβαιότητες για μια ασταθή οικονομία. Επίσης, ανοίγει ένα νέο πεδίο για επιθέσεις από τους Δημοκρατικούς.

Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι πεπεισμένος ότι οι δασμοί θα οδηγήσουν σε άνθηση της ευημερίας, ακόμη και αν το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι να επιβαρυνθούν οικονομικά εκατομμύρια Αμερικανοί ψηφοφόροι.

«Αυτό που είπε το Ανώτατο Δικαστήριο είναι ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τον IEEPA, τον Νόμο για τις Έκτακτες Οικονομικές Εξουσίες, για να το κάνει αυτό», δήλωσε στο CNN ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σοτ Μπέσεντ. «Ο πρόεδρος έχει άλλες εξουσίες».

Ο Μπέσεντ πρόσθεσε ότι ο Τραμπ θα ενισχύσει τους δασμούς του χρησιμοποιώντας άλλους νόμους ως «γέφυρα» πέντε μηνών προς ένα πιο μόνιμο καθεστώς.

Ωστόσο, ο δημοκρατικός γερουσιαστής Άντι Κιμ δήλωσε στο CNN ότι το κόμμα του ήδη επεξεργάζεται νομοθεσία που θα υποχρεώνει τον Τραμπ να αποζημιώσει τους καταναλωτές για το υψηλότερο κόστος που τους επιβλήθηκε από τους δασμούς — σε μα πρώτη ενέργεια από μια σειρά πιθανών δράσεων που αποσκοπούν στο να φέρουν σε δύσκολη θέση τον πρόεδρο και να δυσκολέψουν τη ζωή των Ρεπουμπλικάνων νομοθετών.

Γιατί ο Τραμπ δεν μπορεί να υποχωρήσει από τους δασμούς

Αρχικά, πιστεύει βαθύτατα στους δασμούς. Η προσήλωσή του είναι τόσο ισχυρή που ουσιαστικά αγνοεί τα στοιχεία πως οι δασμοί λειτουργούν ως φόρος για τους καταναλωτές ή ότι συχνά δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Την αποβιομηχάνιση και την οικονομική παρακμή των βιομηχανικών περιοχών - όπου κέρδισε εκατομμύρια ψήφους- τη θεωρεί επιβεβαίωση των προστατευτικών απόψεων που διατηρεί ήδη από τη δεκαετία του 1980.

«Έχω αξιοποιήσει τους δασμούς με πολύ αποτελεσματικό τρόπο τον τελευταίο χρόνο για να κάνω την Αμερική ξανά σπουδαία», δήλωσε την Παρασκευή ο Τραμπ, αγνοώντας τα νεότερα στοιχεία που δείχνουν ότι το ετήσιο εμπορικό έλλειμμα παραμένει στάσιμο και ότι οι θέσεις εργασίας στη μεταποίηση μειώνονται.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο ο Τραμπ αρνείται να υποχωρήσει είναι ότι βλέπει τους δασμούς ως εργαλείο για την επίτευξη ευρύτερων στόχων: Την άσκηση σχεδόν απεριόριστης προεδρικής εξουσίας και την απόρριψη ενός συνταγματικού συστήματος που, από τη φύση του, κατανέμει την εξουσία ανάμεσα στα διάφορα όργανα της διακυβέρνησης.

Αυτό φάνηκε και από το πιο αποκαλυπτικό σχόλιό του στη φορτισμένη συνέντευξη Τύπου της Παρασκευής μετά την απόφαση του δικαστηρίου, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν συνεργάζεται απλώς με το Κογκρέσο για να εγκριθούν νέοι δασμοί. «Δεν είμαι υποχρεωμένος. Έχω το δικαίωμα να επιβάλλω δασμούς», δήλωσε.

Ο Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει τους δασμούς με πολύ πιο εκτεταμένο τρόπο από κάθε σύγχρονο πρόεδρο, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της καθαρά οικονομικής πολιτικής. Όταν έχει πρόβλημα με κάποια ξένη χώρα, επιβάλλονται κυρώσεις - όπως στην περίπτωση της Βραζιλίας, στην οποία επιβλήθηκαν δασμοί 50% λόγω της έρευνας σε βάρος του συμμάχου του, πρώην προέδρου Ζαΐχ Μπολσονάρου, για φερόμενη παρέμβαση στις εκλογές. Αντίστοιχα, όταν ένας παγκόσμιος ηγέτης δεν δείχνει την στάση που επιθυμεί ο Τραμπ, το τίμημα το πληρώνει η χώρα του. Ο ίδιος έχει αναφέρει, για παράδειγμα, ότι αύξησε τους δασμούς στην Ελβετία επειδή δυσαρεστήθηκε από τον τρόπο που η ηγεσία της «μάς μίλησε», προφανώς αναφερόμενος στην πρώην πρόεδρο Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Ωστόσο, η επίδειξη τέτοιας ισχύος αναμένεται να γίνει πιο δύσκολη από εδώ και στο εξής.

Οι εναλλακτικές εξουσίες που σκοπεύει πλέον να αξιοποιήσει ο Τραμπ για να διατηρήσει τους δασμούς συνοδεύονται από αυστηρότερες προϋποθέσεις συμμόρφωσης και πιο περιορισμένα περιθώρια δράσης, κάτι που ενδέχεται να του στερήσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τους δασμούς σαν έναν προσωπικό μοχλό πίεσης, αυξάνοντάς τους κατά βούληση.

Ο Τραμπ προσεγγίζει τα ζητήματα υπό μια ωμά συναλλακτική οπτική. Θεωρεί ότι οι περιορισμοί στη χρήση των δασμών αποδυναμώνουν τις ΗΠΑ απέναντι σε ανταγωνιστές, τους οποίους αντιλαμβάνεται ως χώρες που εκμεταλλεύονται διαρκώς την ισχυρότερη οικονομία του κόσμου. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ενδέχεται, μάλιστα, να πλήξει τη διαπραγματευτική του στρατηγική στον εμπορικό πόλεμο, ιδίως ενόψει πιθανών συναντήσεων με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ μέσα στη χρονιά.

«Οι ξένες χώρες που μας εκμεταλλεύονταν επί χρόνια πανηγυρίζουν, είναι ενθουσιασμένες και “χορεύουν στους δρόμους”, αλλά δεν θα χορεύουν για πολύ, σας το εγγυώμαι», δήλωσε την Παρασκευή ο Αμερικανός πρόεδρος.

Ένας δυσοίωνος οιωνός

Ο Μπέσεντ εξήγησε στο CNN ότι η κυβέρνηση σκοπεύει να αντιδράσει μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αξιοποιώντας άλλα νομικά εργαλεία. Σε αυτά περιλαμβάνονται δασμοί που επιβάλλονται για λόγους εθνικής ασφάλειας, γνωστοί ως «Section 232», καθώς και δασμοί βάσει του «Section 301», οι οποίοι στοχεύουν χώρες που κατηγορούνται για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.

Ωστόσο, ο Μπέσεντ απέφυγε να απαντήσει στο ερώτημα αν η κυβέρνηση θα πρέπει να επιστρέψει χρήματα σε εταιρείες και καταναλωτές που επιβαρύνθηκαν από τους υψηλότερους δασμούς, οι οποίοι στην πράξη λειτουργούν ως φόρος. Όπως είπε στο CNN, «αυτό δεν εξαρτάται από την κυβέρνηση, αλλά από τα κατώτερα δικαστήρια».

Νομικά, προς το παρόν, αυτή η στάση μπορεί να έχει βάση. Πολιτικά όμως θεωρείται ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη.

«Αυτή η κυβέρνηση πήρε χρήματα από τις τσέπες των αμερικανικών οικογενειών, έως και 1.700 δολάρια ανά οικογένεια. Πρέπει να τα επιστρέψει», δήλωσε ο Άντι Κιμ στο CNN, προσθέτοντας ότι προωθείται νομοθετική πρωτοβουλία ώστε να επιστραφούν τα ποσά στους πολίτες.

Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο Τραμπ κινήθηκε άμεσα, επιβάλλοντας παγκόσμιο δασμό 10% σε όλα τα αγαθά, τον οποίο στη συνέχεια αύξησε στο 15%, επικαλούμενος το Section 122. Ωστόσο, για να παραταθεί ένα τέτοιο μέτρο πέραν των 150 ημερών απαιτείται η έγκριση του Κογκρέσου και λίγοι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές θα ήταν πρόθυμοι να στηρίξουν μια ψηφοφορία στα μέσα Ιουλίου για ένα ζήτημα που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι είναι βαθιά αντιδημοφιλές.

Μια μακροπρόθεσμη επιλογή που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση είναι να επικαλεστεί τον νόμο Smoot-Hawley του 1930 για να επιβάλει νέους δασμούς. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση θα άνοιγε τον δρόμο για νομικές προσφυγές από όσους υποστηρίζουν ότι μεταγενέστερη νομοθεσία του Κογκρέσου έχει ουσιαστικά αντικαταστήσει εκείνες τις εξουσίες.

Παράλληλα, δεν θεωρείται πολιτικά συνετό να ενεργοποιηθεί ένας αμφιλεγόμενος νόμος που έχει κατηγορηθεί ότι επιδείνωσε τη Μεγάλη Ύφεση, ιδίως σε μια περίοδο που οι ψηφοφόροι εμφανίζονται ήδη επιφυλακτικοί απέναντι στην οικονομική πολιτική του Τραμπ.

Ήδη, ο Τραμπ έχει βρεθεί αντιμέτωπος με εσωκομματικές αντιδράσεις από Ρεπουμπλικανούς για το ζήτημα των δασμών. Πλέον, κάθε σχετική ψηφοφορία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Μετά το τέλος της εσωκομματικής προεκλογικής περιόδου, θα έχει λιγότερα μέσα πίεσης απέναντι σε ανυπάκουους βουλευτές. Ήδη, περισσότεροι νομοθέτες ενδέχεται να ακολουθήσουν το παράδειγμα του βουλευτή του Κολοράντο Τζεφ Χερντ, ο οποίος συντάχθηκε με τους Δημοκρατικούς καταψηφίζοντας τους δασμούς στον Καναδά, υποστηρίζοντας ότι πλήττουν τους ψηφοφόρους και τις επιχειρήσεις της περιφέρειάς του.

Οι επικριτές επιμένουν ότι οι δασμοί προκαλούν σημαντικές ζημιές χωρίς να αποφέρουν ουσιαστικά οφέλη.

Ο ρόλος του Νιούσομ

Οι Δημοκρατικοί απολαμβάνουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Τραμπ.

Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ, πιθανός υποψήφιος για την προεδρία το 2028, έχει εξαπολύσει σκληρή κριτική που στοχεύει τόσο στις ανησυχίες των ψηφοφόρων για την οικονομία όσο και τον χαρακτήρα του Τραμπ.

«Η προεδρία του καταστρέφει τα πάντα. Καταστρέφει αυτή την οικονομία. Ολόκληρο το οικονομικό του μοντέλο βασίζεται σε μαζικές απελάσεις, φοροαπαλλαγές για δισεκατομμυριούχους και δασμούς. Και τώρα έχει εκτεθεί. Είναι απατεώνας», είπε ο Νιούσομ.

«Μιλάω για παιδαριώδη συμπεριφορά. Δύο μέρες πριν ήταν 10%, αύριο ίσως 20%. Είναι παρανοϊκό. Προκαλεί αναταράξεις. Είναι σαν μποξέρ που έχιε δεχτεί πολλά χτυπήματα. Προσπαθεί απλώς να χτυπήσει κάτι, μια σκιά. Και είναι μια σκιά του εαυτού του», πρόσθεσε ο κυβερνήτης.

Ωστόσο, ο Τραμπ δεν πρόκειται να αλλάξει. Δεν μπορεί. Για να το κάνει, θα έπρεπε να απορρίψει όσα πιστεύει για την εξουσία, την προεδρία και τον ίδιο του τον εαυτό. «Ειλικρινά, αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει εδώ και πολλά χρόνια από τους προέδρους. Άφησαν τη χώρα μας να καταστραφεί ολοσχερώς», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ την Παρασκευή.

Πηγή: skai.gr
141 0 Bookmark