Τα ιστορικά τενεκετζίδικα της Κομοτηνής

Μία από τις πιο γραφικές γειτονιές της πόλης και μία παράδοση που τείνει να σβήσει μια για πάντα

Τενεκετζίδικα

Του Νικόλα Μπάρδη

Περιπλανώμενοι στα γραφικά σοκάκια της Κομοτηνής, πίσω από το ξακουστό Ρολόι, θα βρεθείτε σε μία γειτονιά όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει. Πρόκειται για τα λεγόμενα «Τενεκετζίδικα» που αποτελούν μία από τις πιο παλιές γωνιές της κοσμοπολίτικης αυτής πόλης και εξακολουθούν να διατηρούν αναλλοίωτο το παραδοσιακό τους χρώμα. Πριν από μερικές δεκαετίες σ’ αυτήν την περιοχή υπήρχαν δεκάδες μαγαζάκια με τεχνίτες που έφτιαχναν με τα ίδια τους τα χέρια από σόμπες και μπουριά, μέχρι διάφορα οικιακά σκεύη. Ήδη από τις πρώτες πρωινές ώρες οι μάστορες έπιαναν δουλειά, για να βγάλουν το εμπόρευμα στο παζάρι, και οι ήχοι από τα χτυπήματα έσπαγαν την σιωπή του ξημερώματος.

Ο κ. Αχμέτ Μουσταφά, ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες τενεκετζήδες της Κομοτηνής, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να λειτουργεί το μαγαζί του, με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο που δούλευε και ο πατέρας του. Τα φτιάχνει όλα με τα χέρια του, με μπόλικο μεράκι και σχεδόν καθόλου κούραση, παρότι είναι ένα αρκετά απαιτητικό επάγγελμα.

Το κάνει, όμως, με αγάπη, κι αυτό ισορροπεί κάπως την κούραση. Ο ίδιος θυμάται κάποτε σ’ αυτήν τη γειτονιά περισσότερους από 20 τενεκετζήδες που δούλευαν μέρα – νύχτα για να καλύψουν τις ανάγκες του κόσμου. Πλέον, συναντούμε εκεί μόλις δύο μαγαζιά που συνεχίζουν την παραδοσιακή αυτή τέχνη, κόντρα στις επιταγές της σύγχρονης ζωής.

Η ολοένα αναπτυσσόμενη τεχνολογία άνοιξε τον δρόμο για τη μαζική παραγωγή, και έπληξε ανεπανόρθωτα τα τενεκετζίδικα, τα περισσότερα από τα οποία έκλεισαν οριστικά ή άλλαξαν χρήση. Η ιδιαίτερη αυτή τέχνη ξεκίνησε στην περιοχή πριν από περίπου έναν αιώνα και οι τελευταίοι τενεκετζήδες, ή λευκοσιδηρουργοί όπως αλλιώς ονομάζονται, προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή μία παράδοση που κληρονόμησαν από τους πατέρες και τους παππούδες τους. Τα παλιά χρόνια η λαμαρίνα είχε την τιμητική της, καθώς δεν υπήρχαν άλλα υλικά, όπως το πλαστικό, το εμαγιέ και το ανοξείδωτο. Το αλουμίνιο χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά και μόνο σε ορισμένα σημεία, κι έτσι ο τενεκές ήταν κάτι πολύτιμο.

Η ανάπτυξη στην περιοχή άργησε να έρθει, κι έτσι οι τεχνίτες έφτιαχναν τα πάντα αποκλειστικά με τα χέρια τους. Μάλιστα, τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 υπήρχε τόσο μεγάλη ζήτηση, που δεν έπεφτε καρφίτσα στην αγορά, ενώ πουλούσαν όλο το εμπόρευμα. Τα χρόνια πέρασαν, οι σόμπες αντικαταστάθηκαν με τα καλοριφέρ, και τα τενεκετζίδικα άρχισαν να χάνουν μαζικά πελατεία. Κάποιοι, προκειμένου να επιβιώσουν στο επάγγελμα, άρχιζαν να βγάζουν και άλλα προϊόντα, όπως τουριστικά είδη, οικιακά σκεύη, μπρίκια, σιδηρικά και γεωργικά, για να μη βάλουν λουκέτο στις επιχειρήσεις τους. Άλλωστε, οι μάστορες της λαμαρίνας είναι τόσο ικανοί και επιδέξιοι, που οτιδήποτε τους ζητήσεις, μπορούν να το φτιάξουν από μία πλάκα.

Οι τενεκετζήδες τρίτης γενιάς δεν είναι τόσο αισιόδοξοι για τη συνέχιση της τέχνης τους. Ελπίζουν βαθιά μέσα τους να γίνει κάτι, και να περάσει η παράδοση και στις επόμενες γενιές, αν και οι ίδιοι νιώθουν πως είναι οι τελευταίοι που την υπηρετούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η κάμερα του Όπου Υπάρχει Ελλάδα βρέθηκε στα ιστορικά τενεκετζίδικα της Κομοτηνής και συνομίλησε με τους τελευταίους τενεκετζήδες, που κουβαλούν στα χέρια τους την ιστορία ενός τόπου.


 

Πηγή: skai.gr
70 0 Bookmark