Μιας και ο δημιουργός Λεξ έχει γίνει viral τα τελευταία χρόνια επέλεξα να ξεκινήσω αυτό το κείμενο «κλέβοντάς» του έναν στίχο.
Αυτός ο στίχος λοιπόν πάει κάπως έτσι: «Από μικρό παιδί μου λέγανε, κάτι δεν πάει καλά με μένανε, οι πιο πολλοί συμμαθητές μου χαίρονταν με μ…κιες μα εμένα υπήρχαν μέρες που όλα μου φταίγανε».
Δεν ξέρω πόσο κοινότυπο είναι αλλά πίσω στο όχι και τόσο μακρινό 2018 πήρα μία απόφαση. Μία απόφαση που θα μου άλλαζε τη ζωή χωρίς να γνωρίζω τότε πού θα με οδηγούσε.
Μεγαλωμένος μεν στα Βόρεια Προάστια, από μία οικογένεια δημοσιοϋπαλληλική δε, δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τον εαυτό μου να κυκλοφορεί ως διδακτορικός φοιτητής στους διαδρόμους ενός εκ των κορυφαίων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων του πλανήτη. Και αυτό για δύο λόγους.
Ο πρώτος διότι δεν ήμουν ποτέ ο μαθητής - διάνοια. Η μητέρα μου όταν ερχόταν στο σχολείο να ρωτήσει για τις επιδόσεις μου, οι περισσότεροι καθηγητές της έλεγαν «φέρτε τον να τον δούμε γιατί δεν ξέρουμε για ποιον μιλάτε». Βλέπεις τότε είχα άλλα πλάνα. Να γίνω επαγγελματίας αθλητής. Αυτό ήταν το όνειρό μου. Ο δεύτερος λόγος ήταν και ο πιο σοβαρός. Δεν προερχόμουν από μία οικογένεια με άκρες και τσέπες να στηρίξει σπουδές σε ένα Πανεπιστήμιο όπου για να σπουδάσει κάποιος χρειάζεται επταψήφιο νούμερο.
Ο στόχος βέβαια αυτού του κειμένου δεν είναι προσωποκεντρικός. Δεν ήθελα να κάτσω να αναλύσω τη ζωή μου σε υπέρτιτλους ή να επιδοθώ σε ένα λεκτικό ψυχογράφημα. Μου ζητήθηκε να παρουσιάσω την εμπειρία του να σπουδάζεις σε ένα Πανεπιστήμιο που ανήκει στην ελίτ και μέσα από αυτήν την εμπειρία να αναδείξω ίσως και τις διαφορές με άλλα ακαδημαϊκά ιδρύματα, στη δική μας πλευρά του πλανήτη, την ευρωπαϊκή, οπότε εστίασα σε μία μονάχα αλλά επαρκή εμπειρία.
Αυτό το ταξίδι, το επίπονο αλλά ταυτόχρονα και μαγικό, ξεκίνησε όπως προείπα το όχι μακρινό 2018. Δεν υπήρξα ποτέ ένας φοιτητής που είχε στρωμένο ένα έτοιμο πλάνο για τη ζωή του ακαδημαϊκά. Περισσότερο με πήγαινε η ζωή στο κάθε βήμα και για κάποιον λόγο, ακόμα δεν τον έχω βρει, την εμπιστευόμουν και την εμπιστεύομαι. Βρέθηκα λοιπόν στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού με μία υποτροφία που χωρίς αυτή θα μπορούσα να μπω στο Yale μονάχα ως επισκέπτης για να θαυμάσω τα κτίρια και τους περιβάλλοντες χώρους.
Στην πρώτη μου επίσκεψη στο Κονέκτικατ όπου εδράζει το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο, μία πόλη περί τις δυόμιση ώρες από τη Νέα Υόρκη, η ζωή η ίδια φρόντισε να με μπάσει στο κλίμα για τα καλά, με το … καλημέρα. Τι εννοώ με αυτό; Αφού ένα όχημα του Πανεπιστημίου με παρέλαβε από το αεροδρόμιο, με οδήγησε στη Hillhouse Avenue και στη συνέχεια, πάντοτε με τη βοήθεια του οδηγού, έφτασα στην κεντρική είσοδο. Εκεί αποβιβάστηκα και πριν καλά καλά ρωτήσω τον οδηγό πώς μπορώ να πάω στο κεντρικό κτίριο προκειμένου να βρω πληροφορίες για το πώς θα συναντηθώ με τους καθηγητές μου, εκείνος μου αποκρίθηκε: «μην ανησυχείς, απλά ακολούθα το drone».
Στην αρχή, νόμιζα ότι επρόκειτο για κάποιο αστείο ή για κάποια συνθηματική φράση της οποίας δεν ήμουν γνώστης. Τελικά, ο οδηγός μιλούσε κυριολεκτικά. Αφού κατέβασε όλες μου τις αποσκευές και αποχώρησε με το όχημα, εμφανίστηκε από πάνω μου, κοντά στα δύο τρία μέτρα ψηλότερά μου, ένα drone το οποίο, αφού μου συστήθηκε, μου ζήτησε ονομαστικά να το ακολουθήσω. Άλλη επιλογή δεν είχα, ένας Έλληνας χαμένος στο New Haven θα ακολουθούσε τον οποιοδήποτε του φάνταζε έμπιστος, οπότε το ακολούθησα.
Μετά από ένα δεκάλεπτο περπάτημα, και αφού έφτασα στο κεντρικό κτίριο και πήρα όλες τις πληροφορίες, μην έχοντας ακόμα συνέλθει από αυτήν τη σουρεαλιστική εμπειρία, το drone με περίμενε απ’ έξω για να με οδηγήσει στο Yale School of Medicine - Department of Neuroscience, το κτίριο στο οποίο θα περνούσα αρκετό από το επόμενο διάστημα της ζωής μου. Μάλιστα, επειδή έπρεπε να επιβιβαστώ σε ένα άλλο όχημα που με περίμενε, καθώς τα δύο κτίρια είχαν απόσταση μεταξύ τους, το drone πετούσε πάνω από το όχημα καθ’ όλη τη διάρκεια και αφού φτάσαμε, με ακολούθησε μέχρι την είσοδο των εγκαταστάσεων δίνοντάς μου πλήρεις οδηγίες για το πού πρέπει να κατευθυνθώ και στη συνέχεια με οδήγησε και στο κτίριο όπου θα αποτελούσε το σπίτι μου σε μία καταπράσινη γειτονιά.
Κάπως έτσι κύλησε η πρώτη μου μέρα ως διδακτορικός φοιτητής στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο τέλος της είχα μείνει με μία απορία που ακόμα και τώρα, επτά χρόνια μετά, δεν έχω καταφέρει να λύσω.
Τι θα γινόταν εάν η Πολιτεία μας ενδιαφερόταν σε τέτοιον βαθμό για τα πανεπιστημιακά ιδρύματα; Το ακαδημαϊκό/διδακτικό μας επίπεδο, ως Ελλάδα, πιστέψτε με είναι πολύ υψηλό. Δεν το λέω ούτε για να χαϊδέψω τα αυτιά μας ούτε για να νομίζει ο κόσμος ότι ανήκουμε σε ένα ανώτερο είδος. Δεν είναι ο αυτοσκοπός τα drone πάνω από τα κεφάλια των φοιτητών ή οι ελίτ παροχές. Σκοπός είναι η αξιοποίηση των ανθρώπων που εισέρχονται στην ακαδημαϊκή κοινότητα και η εξέλιξή τους με απώτερο στόχο την εξέλιξη της ίδιας της κοινωνίας.
Το μαθησιακό μας επίπεδο είναι από τα πιο υψηλά όχι στην Ευρώπη αλλά στον κόσμο. Σε όλα τα υπόλοιπα υστερούμε όμως τόσο πολύ που το χάσμα μοιάζει γιγαντιαίο και τελικά η μόνη βιώσιμη λύση για ανθρώπους με ακαδημαϊκές δυνατότητες είναι να ακολουθούν αποσβολωμένοι ένα drone νομίζοντας ότι παίζουν στο Star Wars ή πιο ρεαλιστικά στο «άλλα κόλπα» του αείμνηστου Βλάση Μπονάτσου με τις διάσημες φάρσες του.
* Ο Νικόλαος Βόπης είναι ψυχοθεραπευτής και διδάκτωρ κλινικής ψυχολογίας στο Yale University.