Η ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον, στα τέλη Ιουλίου, με αφορμή την παρουσίαση του σχεδίου «Winning the Race: America’s AI Action Plan», αποτελεί την πιο σαφή διατύπωση του πώς η κυβέρνησή του αντιλαμβάνεται τον 21ο αιώνα: ως έναν τεχνολογικό αγώνα δρόμου, ένα νέο ανταγωνισμό υπεροχής με γεωπολιτικές διαστάσεις, αντίστοιχο με την κούρσα προς τη Σελήνη τη δεκαετία του 1960.
Το σχέδιο των 28 σελίδων — που συνυπογράφει, μεταξύ άλλων, και ο Ελληνοαμερικανός τεχνολογικός σύμβουλος και επικεφαλής της στρατηγικής του Λευκού Οίκου για την επιστήμη και την τεχνολογία, Michael Kratsios — είναι διαθέσιμο στην επίσημη ιστοσελίδα της αμερικανικής προεδρίας. Αποτυπώνει με σαφήνεια τη στρατηγική επιλογή του Αμερικανού προέδρου να επιταχύνει με κάθε κόστος την ανάπτυξη τεχνητής νοημοσύνης. Προβλέπει τρεις βασικούς άξονες: την επιτάχυνση της καινοτομίας, την επέκταση της ενεργειακής και τεχνολογικής υποδομής και την ενίσχυση του αμερικανικού ρόλου στο παγκόσμιο σύστημα μέσω διπλωματικών και εμπορικών μέσων.
Η ομιλία του Προέδρου Τραμπ δεν άφησε περιθώρια παρερμηνείας. «Η Αμερική θα κερδίσει τον αγώνα της τεχνητής νοημοσύνης, ό,τι κι αν χρειαστεί», δήλωσε, υπογράφοντας ταυτόχρονα τρία εκτελεστικά διατάγματα: ένα για την επιτάχυνση της αδειοδότησης υποδομών (όπως data centers και εργοστάσια ημιαγωγών), ένα δεύτερο για την απαγόρευση χρήσης κυβερνητικής τεχνολογίας που ενσωματώνει «ιδεολογική προκατάληψη» και ένα τρίτο που περιορίζει την ισχύ της πνευματικής ιδιοκτησίας σε ό,τι αφορά τα δεδομένα εκπαίδευσης αλγορίθμων.
Η σύγκριση με την αποστολή του διαστημοπλοίου Απόλλων στη Σελήνη είναι εύλογη. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον Πρόεδρο στο ζήτημα της ενέργειας. Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου, επικαλούμενος τον διευθύνοντα σύμβουλο της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, η επερχόμενη γενιά τεχνητής νοημοσύνης θα απαιτεί περισσότερη ενέργεια από οποιαδήποτε προηγούμενη τεχνολογία. Η λύση που προτείνεται είναι ριζοσπαστική και όχι χωρίς ρίσκα: διπλασιασμός της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέσω κυρίως ορυκτών καυσίμων, παράκαμψη των περιβαλλοντικών κανονισμών και πλήρης κρατική υποστήριξη στην επέκταση του ηλεκτρικού δικτύου.
Ελάχιστος λόγος γίνεται για τις επιπτώσεις αυτής της στρατηγικής σε περιοχές με ήδη επιβαρυμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα καθώς και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα αυτής της προσέγγισης.
Παράλληλα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πρόβλεψη περί «ιδεολογικής ουδετερότητας» των αλγορίθμων. Το σχετικό εκτελεστικό διάταγμα απαγορεύει την προμήθεια από κρατικούς φορείς συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης που θεωρούνται «μεροληπτικά» ή «πολιτικά φορτισμένα» (“Woke”). Ωστόσο, δεν υπάρχει σαφής ορισμός της έννοιας της προκατάληψης. Στην πράξη, αυτό ενδέχεται να λειτουργήσει ως πολιτικό φίλτρο και να οδηγήσει σε αυτολογοκρισία όσους αναπτύσσουν αλγορίθμους για ευαίσθητους τομείς όπως η υγεία, η παιδεία και η δημόσια διοίκηση. Η «ουδετερότητα» γίνεται έτσι πολιτική θέση, όχι τεχνικό κριτήριο.
Αυτό που απουσιάζει εντελώς από το σχέδιο είναι η πρόνοια για διαφάνεια, λογοδοσία και ασφάλεια. Δεν υπάρχουν πρότυπα αξιολόγησης των συστημάτων, δεν προβλέπεται ανεξάρτητος έλεγχος πριν ή μετά την ανάπτυξή τους, ούτε μηχανισμοί προστασίας των δικαιωμάτων πολιτών και καταναλωτών. Η φιλοσοφία που το διαπνέει είναι καθαρά τεχνοκρατική χωρίς επαρκή πρόβλεψη για θεσμικά αντίβαρα ή διαδικασίες λογοδοσίας: όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο.
Ο γεωπολιτικός προσανατολισμός του σχεδίου είναι εξίσου αποκαλυπτικός. Η Τεχνητή Νοημοσύνη παρουσιάζεται ως πεδίο ανταγωνισμού με την Κίνα. Οι ΗΠΑ, σύμφωνα με την οπτική του Προέδρου Τραμπ, πρέπει να διασφαλίσουν την ηγεμονία τους σε όλα τα επίπεδα: στρατιωτικό, εμπορικό, τεχνολογικό.
Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει την τεχνητή νοημοσύνη ως το νέο όχημα για την αμερικανική υπεροχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν την τεχνολογική υποδομή, την ερευνητική πρωτοπορία και ένα δυναμικό επιχειρηματικό οικοσύστημα που τις καθιστούν ικανές να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο στη νέα εποχή.
Αυτό μεταφράζεται σε επιθετική εμπορική πολιτική, διπλωματικές πιέσεις προς συμμάχους και σταδιακή επέκταση του αμερικανικού ελέγχου επί κρίσιμων τεχνολογιών. Ωστόσο, η εικόνα της κυριαρχίας δεν είναι τόσο καθαρή. Παρότι η Κίνα στερείται, θεωρητικά, πρόσβασης στους πιο προηγμένους επεξεργαστές της NVIDIA, παραμένει ισχυρός διεκδικητής στην παγκόσμια κούρσα, αξιοποιώντας τον κρατικά καθοδηγούμενο σχεδιασμό, τον όγκο δεδομένων και την ενίσχυση της εγχώριας τεχνολογικής αυτάρκειας.
Σε έναν παγκοσμιοποιημένο ψηφιακό χώρο με διασυνοριακές επιπτώσεις, η απουσία διεθνούς συνεργασίας και κοινών ρυθμιστικών πλαισίων ενέχει σοβαρούς κινδύνους — όχι μόνο για την ισορροπία ισχύος, αλλά και για τη σταθερότητα του ίδιου του τεχνολογικού οικοσυστήματος. Η έννοια της επιστημονικής άμιλλας, που άλλοτε προβαλλόταν ως θεμέλιο της παγκοσμιοποίησης, κινδυνεύει να εγκαταλειφθεί πλήρως, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο ανταγωνισμού μηδενικού αθροίσματος.
Και σε αντίθεση με την κούρσα για τη Σελήνη, δεν πρόκειται να υπάρξει μία και μόνη θεαματική στιγμή θριάμβου — ένα στιγμιότυπο όπου φυτεύεται μια νάιλον αμερικανική σημαία στο έδαφος ενός ξένου κόσμου. Η κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης θα είναι παρατεταμένη, αόρατη στις περισσότερες φάσεις της, και με διακυβεύματα που δεν θα αποτυπώνονται σε φωτογραφίες, αλλά σε πρότυπα εξουσίας, ελέγχου και επιρροής.
* Ο Θάνος Παπαδημητρίου διδάσκει επιχειρηματικότητα στο NYU Stern της Νέας Υόρκης και εφοδιαστική αλυσίδα στο SDA Bocconi της Μουμπάι. Είναι συνιδρυτής της τεχνολογικής startup, Moveo AI.