Η ενισχυμένη θέση του Νετανιάχου
Αν ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν τελείωνε αύριο, μια ετυμηγορία είναι ήδη σαφής: Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου θα γινόταν ισχυρότερος, ενώ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα έπρεπε να διαχειριστεί το σοκ για τις παγκόσμιες αγορές και τους συμμάχους του Κόλπου, που έχουν επωμιστεί το βαρύτερο κόστος.
Για τον Νετανιάχου, λένε οι αναλυτές, ότι με τον πόλεμο έχει επανασχεδιάσει τον πολιτικό χάρτη του Ισραήλ με τους δικούς του όρους, στρέφοντας την προσοχή μακριά από τη Γάζα και προς το Ιράν, όπου η εθνική συναίνεση είναι ισχυρότερη και τo ειδικό βάρος της χώρας σε θέματα ασφάλειας και οικονομίας έχει μεγαλύτερη διεθνή απήχηση.
Το δίλημμα του Τραμπ και οι απώλειες των κρατών του Κόλπου
Για τον Τραμπ, έχει συμβεί το αντίθετο. Κατά τα φαινόμενα, είναι παγιδευμένος σε μια σύγκρουση χωρίς σαφή διέξοδο, εκθέτει τους Άραβες συμμάχους του στον Κόλπο σε αυξανόμενους κινδύνους και υπονομεύει το οικονομικό αφήγημα, που ώθησε την επιστροφή του στην εξουσία.
Οι έξι πρώτες ημέρες του πολέμου με το Ιράν κόστισαν στις ΗΠΑ 12,7 δισ. δολάρια, αλλά τώρα το Πεντάγωνο ζητά έως και 200 δισ. δολάρια σε στρατιωτική χρηματοδότηση.
Το πετρέλαιο στα 125 -130 δολάρια το βαρέλι δεν είναι πλέον μια ιρανική ή ρωσική φαντασίωση. Η μεγάλη πηγή εσόδων του Κατάρ, το Ras Laffan –το μεγαλύτερο κοίτασμα και εργοστάσιο υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο– ενδέχεται να μην λειτουργήσει πλήρως για πέντε χρόνια, με κόστος $ 20 δισ. ετησίως. Άλλες αποθήκες εύφλεκτων πετρελαιοειδών στον Κόλπο, από το Μπαχρέιν έως το Αμπού Ντάμπι, είναι εκτεθειμένες στα χαμηλού κόστους ιρανικά drones.
«Υπάρχει ένας σαφής νικητής και ένας σαφής ηττημένος», δήλωσε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην διαπραγματευτής των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή. «Ο Νετανιάχου είναι ο βασικός νικητής. Έχει αποδείξει τη στρατιωτική ικανότητα του Ισραήλ. Τα κράτη του Κόλπου είναι μακράν οι μεγαλύτεροι ηττημένοι».
Για τον Τραμπ, είπε ο Μίλερ, δεν υπάρχει κάποια δυνατότητα, που θα του επέτρεπε να κηρύξει τη νίκη και να αποχωρήσει.
Ρωσικά οφέλη
Το ρωσικό πετρέλαιο αναδεικνύεται σε βασικό ωφελούμενο του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, καθώς οι χώρες σπεύδουν να ναυλώσουν δεξαμενόπλοια για μεταφορά του, μετά την απόφαση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ να χαλαρώσει προσωρινά τις κυρώσεις.
Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν στις 10 Μαρτίου, ο Τραμπ δήλωσε, ότι οι ΗΠΑ θα άρουν τις ρωσικές κυρώσεις που σχετίζονται με το πετρέλαιο σε «ορισμένες χώρες», για να μετριάσουν την έλλειψη που προκλήθηκε από το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, από το Ιράν.
Σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου Έρευνας για την Ενέργεια (CREA), η Ρωσία κέρδισε επιπλέον 672 εκατομμύρια ευρώ ($777 εκατ.) από πωλήσεις πετρελαίου κατά τις δύο πρώτες εβδομάδες του πολέμου, κατά του Ιράν.
«Η Ρωσία έχει αναδειχθεί ως ο κύριος ωφελημένος από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, λόγω του τεράστιου κενού εφοδιασμού που δημιουργήθηκε από το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ», δήλωσε ο ανεξάρτητος αναλυτής Voloshin. «Τα παγκόσμια διυλιστήρια αναζητούν απεγνωσμένα εναλλακτικά αργά πετρέλαια μέτριας οξύτητας, μια ανάγκη που καλύπτει ειδικά η ρωσική ποιότητα των Ουραλίων». Ένα ακόμη έμμεσο ρωσικό όφελος, το οποίο θα μπορούσε να προστεθεί, είναι ότι ο πόλεμος στο Ιράν έχει απορροφήσει σε μεγάλο βαθμό την προσοχή της κοινής γνώμης από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Υποεκτίμηση της ιρανικής ηγεσίας
Ο Τραμπ, ο οποίος απαίτησε την άνευ όρων παράδοση του Ιράν, ανάμενε ενδεχομένως να συνδιαλλγεί με τον αντίστοιχο της Βελεζουελανής Ντέλσι Ροντρίγκεζ, δηλ. κάποιον ευέλικτο διαμεσολαβητή εξουσίας, όπως στη Βενεζουέλα, δήλωσε ο ειδικός σε θέματα Ιράν, Καρίμ Σαντζαντπούρ, αλλά αντ' αυτού «βρήκε έναν 'Ιρανό' Κιμ Γιονγκ Ουν», κατά το προκλητικό αυταρχικό μοντέλο της Βόρειας Κορέας.
Η στόχευση του Ισραήλ
Σε αντίθεση με την Ουάσινγκτον, ο πόλεμος κατά του Ιράν θεωρείται ευρέως στο Ισραήλ, όχι ως πόλεμος επιλογής αλλά ως πόλεμος ανάγκης, δήλωσε ο Νάταν Σακς, ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο Μέσης Ανατολής. «Ακόμα κι αν δεν συμβεί αλλαγή καθεστώτος», είπε ο Σακς, «η αποδυνάμωση του Ιράν και της ομάδας -Φρουροί της Επανάστασης- που ηγείται της χώρας, είναι ένας μεγάλος στόχος και διακύβευμα για τον Νετανιάχου».
Για τον Τραμπ, μόνο δύσκολες επιλογές
Ισραηλινοί αξιωματούχοι λένε, ότι ο αεροπορικός πόλεμος έχει διχαστεί σε μεγάλο βαθμό, με το Ισραήλ να επικεντρώνεται στο δυτικό και βόρειο Ιράν, επιτιθέμενο σε σημεία εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων και πυρηνικές εγκαταστάσεις, ενώ οι ΗΠΑ επικεντρώνονται στα ανατολικά και νότια, συμπεριλαμβανομένου του Στενού του Ορμούζ, για να αποδυναμώσουν τις ναυτικές δυνατότητες του Ιράν, με αόριστους και ρευστούς απώτερους στόχους, όπως πχ η κατάληψη των νήσων στο στενό του Ορμούζ και της Καργκ βορειότερα, και ο έλεγχος του Στενού και τελικά όλου του Κόλπου.
Η αναμενομένη κατάπλευση του ειδικού πολεμικού αμφιβίων επιχειρήσεων Τripoli και η ενδεχόμενη εμπλοκή του, θα καταδείξουν τις αμερικανικές προθέσεις, ίσως εναργέστερα. Παράλληλα, μια επιπλέον μονάδα τουλάχιστον 2.200 πεζοναυτών (11th Marine Expeditionary Unit -MEU), απέπλευσε από το San Diego επί του πλοίου αμφιβίων επιχειρήσεων USS Boxer την Τετάρτη (18/3), 3 εβδομάδες νωρίτερα (Reuters) από το αναμενόμενο. Επίσημος του Pενταγώνου αρνήθηκε να σχολιάσει «μελλοντικές ή υποθετικές κινήσεις».
Το Ισραήλ ηγήθηκε των δολοφονιών της ανώτερης ηγεσίας του Ιράν, υποστηρίζουν αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου του επικεφαλής ασφαλείας του Ιράν Αλί Λαριτζανί την Τρίτη (17/3) και του υπουργού Πληροφοριών Εσμαΐλ Χατίμπ την Τετάρτη. Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατζ δήλωσε, ότι αυτός και ο Νετανιάχου εξουσιοδότησαν τον στρατό να επιτεθεί σε οποιονδήποτε ανώτερο Ιρανό αξιωματούχο εντοπίσει, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω έγκριση. Υπάρχει η μακρινή εικασία, ότι δολοφονήθηκαν όσοι δυνητικά θα μπορούσαν να παίξουν κάποιο διαπραγματευτικό ρόλο μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ.
Αυτές οι επιτυχίες, ωστόσο, δεν έχουν φέρει τον πόλεμο πλησιέστερα στο τέλος του.
Ο Τραμπ αντιμετωπίζει τρεις κακές επιλογές. Να παρατείνει τις επιθέσεις, να κηρύξει τη νίκη και να ελπίζει ότι η Τεχεράνη θα υποχωρήσει, ή να κλιμακώσει δραματικά την κατάσταση - καμία από τις οποίες δεν προσφέρει σαφή προοπτική, σύμφωνα με αναλυτές και σχολιαστές.
Η επικεφαλής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, Τούλσι Γκάμπαρντ, δήλωσε στο Κογκρέσο την Τετάρτη (18/3), ότι ενώ η κυβέρνηση του Ιράν έχει αποδυναμωθεί με απώλειες αξιωματούχων και ηγετών από την έναρξη του πολέμου, παραμένει στην ουσία ενεργή, με την Τεχεράνη και τους αντιπροσώπους της (Χεζμπολάχ) να εξακολουθούν να είναι ικανοί να επιτίθενται σε αμερικανικά και συμμαχικά συμφέροντα, σε όλη τη Μέση Ανατολή.
Χώρες του Κόλπου: Το μεγαλύτερο θύμα;
Ο ενδεχομένως λανθασμένος υπολογισμός του Τραμπ αντηχεί έντονα στον Κόλπο. Καθώς το Ιράν εκτοξεύει πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε εμπορικούς κόμβους και δημιουργεί ασφυξία στο Ορμούζ, την αρτηρία μέσω της οποίας διακινείται το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, ο κίνδυνος είναι τα κράτη του Κόλπου να καταλήξουν τα μεγαλύτερα θύματα του πολέμου, σύμφωνα με αναλυτές.
«Η κοινή απειλή που αντιλαμβάνονται τώρα τα εμιράτα, δεν είναι τίποτε λιγότερο από την απειλή για τη μελλοντική ασφάλεια και σταθερότητα του Κόλπου», δήλωσε ο Μίλερ, ανώτερος συνεργάτης στο Carnegie Endowment for International Peace. «Η ιδέα ότι ο Κόλπος αντιπροσωπεύει το μέλλον της περιοχής διακυβεύεται τώρα, και μαζί με αυτήν, το όραμα των κρατών του Κόλπου για τον εαυτό τους».
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ λειτουργούν με διαφορετικές αντιλήψεις για τον κίνδυνο
Αναλυτές αναφέρουν, ότι το Ισραήλ μπορεί να είναι προθυμότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες να ανεχθεί την αστάθεια στο Ιράν, υπολογίζοντας ότι θα αντιμετωπίσει πολύ λιγότερες περιφερειακές επιπτώσεις, ειδικά μετά την αποδυνάμωση της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, τα τελευταία τρία χρόνια.
Ταυτόχρονα, η Ουάσινγκτον και οι εταίροι της στον Κόλπο είναι πολύ περισσότερο εκτεθειμένοι σε επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, που αυξάνουν τις τιμές του πετρελαίου, διαταράσσουν τη ναυτιλία και έχουν άμεση επίπτωση στις εθνικές οικονομίες τους. Η μείωση του ΑΕΠ των κρατών του Κόλπου εκτιμάται ότι θα μπορούσε να είναι διψήφια.
Ο Άσαφ Όριον, πρώην επικεφαλής στρατηγικής στον ισραηλινό στρατό, δήλωσε, ότι τα περιφερειακά κράτη διερωτώνται, για το κατά πόσον το Ισραήλ επιδιώκει το χάος στο Ιράν, προσθέτοντας, ότι το Ισραήλ θα επηρεαζόταν λιγότερο από μια τέτοια αστάθεια από τους γείτονές του, σε σχέση με την Ουάσινγκτον.
Κατά μια κυνική εκδοχή, ένα Ιράν βυθισμένο στο χάος και ενδεχομένως έναν εμφύλιο πόλεμο, θα είχε όλη την εσωστρέφεια, η οποία δεν θα του επέτρεπε την επιδίωξη περιφερειακού ρόλου.
Στην ουσία, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, οι δύο σύμμαχοι εμφανίζονται με διαφορετικές αντιλήψεις για τον κίνδυνο.
Το Ισραήλ βλέπει το Ιράν ως μια δυνητικά υπαρξιακή απειλή, ενώ η Ουάσινγκτον επικεντρώνεται περισσότερο στην αποφυγή ενός παρατεταμένου πολέμου, ο οποίος θα μπορούσε να επιβάλει βαρύ οικονομικό κόστος στις ΗΠΑ και να βλάψει τις συμμαχίες, ενώ βασική επιθυμία της είναι ο έλεγχος επί του πετρελαίου, αρχής γενομένης από την Βενεζουέλα. Απώτερος στόχος η ενεργειακή πίεση επί της Κίνας.
Επίθεση στο κοίτασμα South Pars
Σαν να ήθελε να αποδείξει αυτήν την εκδοχή, μια ισραηλινή επίθεση στο τεράστιο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars του Ιράν, το μεγαλύτερο υπεράκτιο κοίτασμα φυσικού αερίου στον κόσμο, μέρος του οποίου ανήκει στο Κατάρ, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Τραμπ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ότι οι ΗΠΑ «δεν γνώριζαν τίποτα για αυτή τη συγκεκριμένη επίθεση» και ότι το Κατάρ, ένας σύμμαχος των ΗΠΑ ο οποίος έχει ήδη υποστεί ιρανικές επιθέσεις στις δικές του εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, δεν αντιμετώπιζε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Το σοκ θα είναι πιθανότατα μεγαλύτερο για την παγκόσμια αγορά του φυσικού αερίου καθώς, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, η εξαγωγική δυναμικότητα του Κατάρ, που αντιστοιχεί στο 20% της παγκόσμιας προσφοράς, θα είναι μειωμένη κατά 17% τα επόμενα 3-5 χρόνια λόγω των ζημιών που υπέστη από τους ιρανικούς πυραύλους.
Είναι σημαντικό, ότι η αγορά του φυσικού αερίου είναι περισσότερο ευάλωτη, επειδή δεν υπήρχε αδρανής παραγωγική δυναμικότητα πριν τον πόλεμο και δεν υπάρχουν στρατηγικά αποθέματα για αποδέσμευση. Αντίθετα, η αγορά πετρελαίου βρισκόταν σε κατάσταση πλεονάζουσας προσφοράς πριν τον πόλεμο, και υπάρχει συμφωνία για αποδέσμευση 400 εκατ. βαρελιών από τα παγκόσμια στρατηγικά αποθέματα.
Μετά το μπαράζ των επιθέσεων του Ιράν στις ενεργειακές υποδομές των γειτονικών χωρών, αναλυτές της Citi προβλέπουν, ότι η τιμή του μπρεντ θα αυξηθεί ενδεχομένως και άνω των 120 δολαρίων το βαρέλι τους επόμενους έναν έως τρεις μήνες, αλλά θα υποχωρήσει στη συνέχεια σταδιακά και θα φτάσει στα 70 - 80 δολάρια έως το τέλος του 2026. Κατ΄άλλη εκτίμηση, σε ένα δυσμενές σενάριο που υποθέτει περαιτέρω διαταραχές σε ενεργειακές υποδομές στον Κόλπο, η Citi βλέπει τις τιμές του μπρεντ στα 150 δολάρια, επίπεδο που θα αποτελούσε νέο ιστορικό ρεκόρ μετά τα 147,5 δολάρια, που σημειώθηκε το 2008. Υπάρχουν εκτιμήσεις και για ανώτερα επίπεδα τιμών.
Εξισορρόπηση απόψεων ΗΠΑ-Ισραήλ
Η ανάρτηση του Τραμπ την Τετάρτη (18/3) υπογράμμισε την ευαίσθητη πρακτική, του να ισορροπεί μεταξύ της στενής στρατιωτικής συμμαχίας των ΗΠΑ με το Ισραήλ και των σημαντικών σχέσεων των ΗΠΑ με τους πλούσιους σε πετρέλαιο αραβικούς εταίρους του Κόλπου.
Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου έχουν τηλεφωνική επικοινωνία σχεδόν καθημερινά από την έναρξη του πολέμου, υποστηρίζουν Ισραηλινοί αξιωματούχοι. Ωστόσο, η άρνηση του Τραμπ, ότι γνώριζε εκ των προτέρων την ισραηλινή επίθεση στο κοίτασμα Παρς, έρχεται σε αντίφαση με προηγούμενους ισχυρισμούς, τόσο του ίδιου όσο και του Νετανιάχου, ότι οι στρατοί τους πολεμούν από κοινού.
Το Ισραήλ δεν έχει αναγνωρίσει δημόσια την ευθύνη για την επίθεση στο South Pars, η οποία πυροδότησε ιρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις του Αραβικού Κόλπου. Τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ευρέως, ότι η ισραηλινή επίθεση πραγματοποιήθηκε με τη συγκατάθεση των ΗΠΑ.
Η υπολογισμένη κλιμάκωση του Ιράν
Ιρανοί αξιωματούχοι φέρονται να υποστηρίζουν, ότι η Τεχεράνη προσαρμόζει την κλιμάκωσή των επιθέσεών της προκειμένου να επιβάλει υψηλό κόστος στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, να ανοικοδομήσει την αποτρεπτική της ικανότητα και να επιτύχει άρση των κυρώσεων.
Ποιο όμως θα ήταν το όφελος για τους αντιπάλους της σε μια τέτοια περίπτωση;
Η πολιτική λογική των Ιρανών στερείται, κατά τα φαινόμενα, κάποιου βάθους προοπτικής και φαίνεται να αγνοεί τον αντίπαλο εμπνεόμενη μάλλον από υπερφίαλες επιδιώξεις και φανατισμό.
Είναι η περίπτωση, όπου αντίπαλοι - με εγωκεντρικές ηγεσίες - επιδιώκουν επιβολή δια της ισχύος και μόνο. Το μείγμα είναι εκρηκτικό και καταλύει τις ισορροπίες στην περιοχή.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής