
Μια από αυτές ήταν και η αδυναμία της Επιτροπής Δεοντολογίας να καταδικάσει ομόφωνα τα περιστατικά βίας από βουλευτές της Χρυσής Αυγής, τη στιγμή που το συγκεκριμένο μόρφωμα επιμένει να συμπεριφέρεται ως (παρα)κράτος εν κράτει, επιχειρώντας να υποκαταστήσει την πολιτεία στα καθήκοντά της (ένα ιδιότυπο... outsourcing).
Το εντυπωσιακότερο όμως είναι ότι για την παράγραφο της Επιτροπής που καταδικάζει τις πρακτικές των Χρυσαυγιτών, ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε “λευκό”, ενώ το ΚΚΕ ψήφισε επίσης “λευκό” για όλες ανεξαιρέτως τις προτάσεις με το αίολο αιτιολογικό ότι δεν πρέπει να συναχθούν “βεβιασμένα συμπεράσματα”!
Ο βουλευτής που εκπροσωπεί το ΣΥΡΙΖΑ στην επιτροπή αιτιολόγησε την απόφασή του λέγοντας ότι στη συγκεκριμένη πρόταση δε γίνεται αναφορά στο κείμενο περί ρατσιστικής βίας κι ότι υπάρχει απόπειρα γενίκευσης.
Και λοιπόν; Δεν είναι αυτονόητο ότι πρέπει να καταδικάζεται κάθε μορφή και πρακτική -όχι μόνο εξωθεσμικής, αλλά και κρατικής βίας- όταν κάποιοι υπερβαίνoυν τα συνταγματικά προδιαγεγραμμένα όρια;
Νομίζω ότι η στάση της Κουμουνδούρου (και δευτερευόντως) του Περισσού στο επίμαχο θέμα θα μπορούσε κάλλιστα να ερμηνευτεί, αν όχι ως προσπάθεια νομιμοποίησης, τουλάχιστον ως προσπάθεια επίδειξης ανοχής σε συγκεκριμένες μορφές και πρακτικές βίας (εκτός βεβαίως αυτής που πηγάζει από ρατσιστικό μίσος), τη στιγμή που ορισμένα στρώματα της κοινωνίας συνεχίζουν να βλέπουν με καχυποψία τον "κινηματικό" βολονταριστικό ακτιβισμό της Αριστεράς (εξωκοινοβουλευτικής και μη) σε αρκετές περιπτώσεις.
Υπάρχουν ποικίλες μορφές βίας: σωματική, ψυχολογική, λεκτική, συναισθηματική, οικονομική, πολιτική. Πότε όμως είναι “καλή” η δική μας βία και πότε είναι “κακή” των άλλων; Πώς γίνεται το "ζύγι"; Ο σκοπός όντως αγιάζει τα μέσα όπως έλεγε ο Μακιαβέλι, ή ο σκοπός αγιάζει τα μέσα μόνο όταν τα μέσα αγιάζουν το σκοπό όπως αντέτεινε ο Τρότσκι;
Ο ρατσισμός και ο κακώς εννοούμενος εθνικισμός είναι εξαμβλωματικά απότοκα της κρίσης, αλλά οι βιαιότητές αυτές νομιμοποιήθηκαν μέχρις ενός σημείου από προηγούμενες έκνομες συμπεριφορές καταδεικνύοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις όταν οι ακραίοι συναντώνται ευθυγραμμίζονται σε μια συναστρία του χάους.
Πολύ φοβούμαι ότι η ειλικρινής και σθεναρή καταδίκη της βίας κάθε μορφής δεν είναι εύκολη υπόθεση από ένα τμήμα της Αριστεράς, ακριβώς γιατί η βία είναι εγγεγραμμένη στο DNA της τόσο ως μέσο επιβίωσης όσο και ως αποτελεσματική μορφή άσκησης πίεσης και ανατροπής. Άλλα βεβαίως είναι τα κίνητρα, οι στοχεύσεις, και οι ιδεολογικές αφετηρίες που τελικά δεν επιτρέπουν την εξίσωση των δυο πλευρών. Σε κάθε περίπτωση όμως, όσοι έσπειραν ανέμους θερίζουν θύελλες έχοντας διαμορφώσει πολιτικοκοινωνικά δεδικασμένα για έναν αντίπαλο πολύ επικίνδυνο, που όσο κι αν δε το θέλουμε η δημοσκοπική του άνοδός απαντά σε υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα.
Για να παύσουν τα πογκρόμ τύπου Ραφήνας και Μεσολογγίου, και πολύ περισσότερο για να μην κινδυνεύσει το δημοκρατικό μας πολίτευμα, κάποιοι οφείλουν να κάνουν την αυτοκριτική τους.
* Το παρόν άρθρο γράφτηκε Σάββατο απόγευμα με Κυριακή πρωί, προτού ενημερωθώ δηλαδή για την επιφυλλίδα του καλού συναδέλφου Στέφανου Κασιμάτη στην Καθημερινή που προκάλεσε την αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ. Σε κάθε περίπτωση παρά την αντίδραση της Κουμουνδούρου προσυπογράφω τις άποψεις Κασιμάτη.

Δείτε ζωντανά
Ακούστε ζωντανά















Follow @skaigr