Σταύρος Ξαρχάκος: Γενέθλια για τον συνθέτη που έκανε την Ελλάδα μελωδία και συναίσθημα...

Ο αιώνιος έφηβος της ελληνικής μουσικής γιορτάζει σήμερα, 14 Μαρτίου, τα 87 του χρόνια, έχοντας αφήσει βαθύ αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι  

Σταύρος Ξαρχάκος

Της Μαρίνας Ζιώζιου 

Υπάρχουν δημιουργοί που ξεχωρίζουν για το έργο τους. Και υπάρχουν και εκείνοι που μοιάζουν να έχουν «φτιαχτεί» από το ίδιο το υλικό της τέχνης τους. Ο Σταύρος Ξαρχάκος ανήκει σ’ αυτή τη σπάνια κατηγορία των ανθρώπων, που, δεν έγραψαν απλώς μουσική, αλλά κατόρθωσαν να μετατρέψουν τον φόβο σε μελωδία, τη μνήμη σε ρυθμό, τη σιωπή σε εσωτερικό παλμό. Γι’ αυτό και το έργο του δεν ακούγεται μόνο. Κατοικείται… Και πίσω από τον συνθέτη, τον μαέστρο, τον ενορχηστρωτή, στέκει ακόμη το παιδί: ο μικρός «Βάκης», που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 1939 και μεγάλωσε μέσα σε μια από τις πιο σκληρές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Σταύρος Ξαρχάκος

Και μπορεί σήμερα ο Σταύρος Ξαρχάκος να γίνεται 87 ετών, αλλά η ηλικία στέκει αμήχανη στο εκτόπισμα και τη ζωντάνια του. Ο Σταύρος Ξαρχάκος δεν ανήκει στους ανθρώπους που μετριούνται με τον χρόνο, αλλά με εκείνη τη σπάνια διάρκεια που αποκτούν όσοι περνούν από τις εποχές, χωρίς να χάνουν τον πυρήνα τους. Παραμένει ένας αιώνιος έφηβος της ελληνικής μουσικής, όχι από συνήθεια ή ευφημισμό, αλλά επειδή δεν πρόδωσε ποτέ την πρώτη του συγκίνηση: την αγάπη του για τη μουσική, τον ήχο. 

Σταύρος Ξαρχάκος

Το παιδί που μεγάλωσε με τις σειρήνες και έμαθε να «ακούει» το φως  

Γεννήθηκε στο κέντρο της Αθήνας, στα Εξάρχεια, με ρίζες από τη Λακωνική Μάνη. Μεγάλωσε σε μια πόλη που δεν του χάρισε ανέφελη παιδική ηλικία. Τα πρώτα του χρόνια δεν ήταν χρόνια αθωότητας, παιχνιδιού και ανεμελιάς. Ήταν χρόνια Κατοχής. Εκεί, μέσα στον πόλεμο και αργότερα στον εμφύλιο, άρχισε να σχηματίζεται η βαθύτερη ταυτότητα του Ξαρχάκου: όχι απλώς ενός παιδιού που αγαπούσε τη μουσική, αλλά ενός παιδιού που σώθηκε από αυτήν.

Σταύρος Ξαρχάκος

Ο ίδιος έχει μιλήσει για τα παιδικά του βιώματα. Οι ήχοι, έχει πει, εγγράφονταν μέσα του με βία: ο ανατριχιαστικός ήχος της σειρήνας, οι σκελετωμένοι άνθρωποι στις ουρές για μια μπομπότα, ο ρόγχος του θανάτου στα πεζοδρόμια της Θεμιστοκλέους. Όταν αυτά τα βλέπει και τα ακούει ένας ενήλικος, γίνονται τραύμα. Όταν τα δέχεται ένα παιδί, γίνονται μοίρα. Ίσως εκεί ακριβώς να γεννήθηκε η ιδιότυπη σχέση του με τον ήχο. Γιατί για τον Ξαρχάκο ο ήχος ήταν σώμα, μνήμη, ανάσα, τρόπος να σταθεί κανείς όρθιος απέναντι στην ασχήμια του κόσμου. Γι’ αυτό και αργότερα θα πει εκείνη τη φράση που συνοψίζει ολόκληρη τη βιογραφία του: η μουσική ήταν γι’ αυτόν «θέμα ζωής και θανάτου».

Ο Σταύρος Ξαρχάκος με τη μητέρα του

Κι όμως, μέσα σε εκείνο το σκοτάδι υπήρχε ένα καταφύγιο, σχεδόν, τρυφερό. Η γιαγιά του. Η γυναίκα που έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε μαζί του, δίνοντάς του από πολύ νωρίς μουσικά ερεθίσματα. Αυτή η λεπτομέρεια έχει ξεχωριστή σημασία, γιατί αποκαλύπτει πως η μουσική του δεν γεννήθηκε μόνο από τη μετέπειτα παιδεία του. Υπάρχει, μάλιστα, μια σχεδόν μυθιστορηματική εικόνα από τα παιδικά του χρόνια: ο μικρός Βάκης να παίζει τον μαέστρο με τις βελόνες πλεξίματος της γιαγιάς του. Σαν να προσπαθούσε από τόσο νωρίς να βάλει τάξη στον θόρυβο, να οργανώσει το χάος, να πείσει το σκοτάδι να υπακούσει σε έναν εσωτερικό ρυθμό. 

Σταύρος Ξαρχάκος

Από μικρός έδειξε ιδιαίτερη έλξη προς τη μουσική. Ξεκίνησε μαθήματα βιολοντσέλου με την Καίτη Οικονομίδη, διδάχθηκε πιάνο και αργότερα εισήχθη στο Ωδείο Αθηνών, όπου μαθήτευσε δίπλα στον Μενέλαο Παλλάντιο. Ο ίδιος είχε πει, χρόνια μετά, ότι οι σπουδές του δεν άρχισαν στο εξωτερικό, αλλά στο Ωδείο Αθηνών. Σαν να ήθελε να υπογραμμίσει ότι κάθε μεγάλο ταξίδι αρχίζει πάντα από έναν μικρό, αθόρυβο τόπο.   

Η Αθήνα, στην οποία μεγάλωσε, δεν ήταν μόνο μια πόλη τραύματος. Ήταν και μια πόλη ήχων. Στις γειτονιές της «άνθιζαν» το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι. Στα σπίτια ακουγόταν το ραδιόφωνο με ευρωπαϊκές μουσικές. Όλες αυτές οι αντιθέσεις αποτυπώθηκαν βαθιά μέσα του. Γι’ αυτό και αργότερα η μουσική του δεν ακολούθησε έναν μόνο δρόμο. Στις συνθέσεις του συνυπάρχουν το λαϊκό βίωμα και η κλασική δομή, η αστική ευγένεια και η βαθιά λαϊκή συγκίνηση, η πίκρα της ιστορίας και η εσωτερική αρχοντιά της επιβίωσης.

Σταύρος Ξαρχάκος

Η μουσική του αγγίζει τόσες διαφορετικές γενιές

Η μεγάλη μαθητεία ήρθε αργότερα. Το 1967 πήγε στο Παρίσι, όπου σπούδασε μουσική και σύνθεση με τη θρυλική Νάντια Μπουλανζέ, και στη συνέχεια, το 1978, συνέχισε στο Julliard School of Music της Νέας Υόρκης, μελετώντας σύνθεση, αρμονία και διεύθυνση ορχήστρας δίπλα στον David Diamond, έπειτα και από παρότρυνση του Leonard Bernstein. Αυτή η πορεία δεν τον απομάκρυνε από τις ρίζες του. Όσο ψηλά κι αν έφτασε στη λόγια μουσική παιδεία, δεν έχασε ποτέ τον μικρό «Βάκη» από τα Εξάρχεια, εκείνο το παιδί που ήξερε τη γεύση της στέρησης και τη σημασία της παρηγοριάς. 

Η πρώτη μεγάλη αναγνώριση ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν η μουσική του άρχισε να συναντά τον κινηματογράφο και το θέατρο. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος τον πρότεινε ως νέο και χαρισματικό συνθέτη στον Φίνο. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για το «Ταξίδι», τη «Λόλα» και λίγο αργότερα για τα «Κόκκινα Φανάρια», έργο που σφράγισε τη νεότερη ελληνική κινηματογραφική μουσική και χάρισε στο κοινό τραγούδια όπως η «Άπονη ζωή», η «Φτωχολογιά» και το «Παράπονο». Από εκεί και πέρα, ο Ξαρχάκος δεν ακολούθησε απλώς μια επιτυχημένη πορεία. Διαμόρφωσε ένα ιδίωμα. Έναν τρόπο να υπηρετεί το ελληνικό τραγούδι με ευγένεια, ένταση, δραματικότητα και υψηλή μουσική συνείδηση.

Οι κύκλοι τραγουδιών του, η μουσική του για τον κινηματογράφο, τα θεατρικά του έργα, η ενασχόλησή του με το αρχαίο δράμα, η συμφωνική του γραφή και η ενορχηστρωτική του δεινότητα συγκροτούν ένα έργο τεράστιο σε όγκο και ακόμη μεγαλύτερο σε ηθικό βάρος.

Συνεργάστηκε με κορυφαίες φωνές του ελληνικού τραγουδιού -τον Νίκο Ξυλούρη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τη Βίκυ Μοσχολιού, τη Μαρία Δημητριάδη, τη Νάνα Μούσχουρη, τον Νίκο Δημητράτο, τη Σωτηρία Λεονάρδου- και άφησε το αποτύπωμά του σε περισσότερους από 45 δίσκους, σε 21 ταινίες και σε 15 τηλεοπτικές παραγωγές. Αργότερα ανέλαβε και την καλλιτεχνική διεύθυνση της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής, δίνοντας συνέχεια όχι μόνο στο έργο του, αλλά και στην ευθύνη του απέναντι στην ελληνική μουσική παράδοση.

Ίσως γι’ αυτό και η μουσική του αγγίζει τόσες διαφορετικές γενιές. Γιατί δεν είναι εγκεφαλική χωρίς ψυχή, ούτε λαϊκή χωρίς βάθος. Είναι ανθρώπινη. Φέρει εκείνο το σπάνιο γνώρισμα των μεγάλων δημιουργών. 

Σταύρος Ξαρχάκος

Ο ίδιος, όταν αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μίλησε για τη μουσική με τρόπο που μόνο ένας αληθινός «ποιητής του ήχου» θα μπορούσε να μιλήσει. Είπε ότι στις «πέντε γραμμές του πενταγράμμου δεν κάθονται μαύρα στίγματα αλλά χελιδόνια που τραγουδούν και ότι η μουσική αρχίζει από τη σιωπή και καταλήγει στη σιωπή»

Σταύρος Ξαρχάκος

Πηγή: skai.gr
64 0 Bookmark