Είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους πίνακες στον κόσμο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία φορά ένα σφιχτό λευκό κεφαλομάντιλο στα μαλλιά και κάθεται καρτερικά κοιτάζοντας το κενό. Η γυναίκα είναι ντυμένη στα μαύρα, μέσα σε ένα λιτό δωμάτιο, όπου κυριαρχούν οι αποχρώσεις του γκρι και του μαύρου.
Η εικόνα είναι τόσο οικεία, ώστε μοιάζει να υπήρχε πάντα. Κι όμως, η «Μητέρα του Γουίστλερ», όπως έμεινε γνωστός ο πίνακας του Τζέιμς Μακνίλ Γουίστλερ, δεν γεννήθηκε ως εθνικό σύμβολο, ούτε ως ύμνος στη μητρότητα. Η πορεία της προς τη φήμη υπήρξε αργή, γεμάτη ατυχίες, παρεξηγήσεις και ειρωνείες.
Ο αρχικός τίτλος του έργου, που φιλοτεχνήθηκε το 1871, ήταν «Σύνθεση σε γκρι και μαύρο: Πορτρέτο της μητέρας του ζωγράφου». Ήδη από τον τίτλο φαινόταν η πρόθεση του Γουίστλερ: δεν ήθελε να αφηγηθεί μια συγκινητική οικογενειακή ιστορία, αλλά να δημιουργήσει μια αυστηρή εικαστική σύνθεση, ένα έργο όπου το χρώμα, η φόρμα και η ισορροπία θα είχαν μεγαλύτερη σημασία από το θέμα.
Η δημιουργία του πίνακα ξεκίνησε, σχεδόν, τυχαία. Ένα φθινοπωρινό πρωινό του 1871, ο Γουίστλερ, Αμερικανός καλλιτέχνης εγκατεστημένος τότε στο Λονδίνο, έμαθε ότι το μοντέλο του, η Μάγκι, ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να ποζάρει. Τη θέση της πήρε η μητέρα του, Άννα ΜακΝιλ Γουίστλερ, η οποία κάθισε τελικά να ποζάρει για τον γιο της. Αργότερα, η ίδια θα έγραφε ότι «οι απογοητεύσεις είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός φέρνει τις ευλογίες». Στην περίπτωση αυτού του πίνακα, η φράση αποδείχθηκε προφητική.
Πριν όμως έρθει η αναγνώριση, προηγήθηκαν πολλές αποτυχίες. Το έργο γλύτωσε οριακά από φωτιά σε τρένο, ενώ την επόμενη χρονιά κινδύνευσε να απορριφθεί από την ετήσια έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας. Χρειάστηκε η παρέμβαση του φίλου του Γουίστλερ, σερ Γουίλιαμ Μπόξολ, για να γίνει δεκτό. Ακόμη κι όταν τελικά παρουσιάστηκε στο κοινό το 1872, η υποδοχή του δεν ήταν ενθουσιώδης. Οι κριτικοί και οι θεατές της βικτωριανής εποχής δεν ήξεραν τι ακριβώς να κάνουν με αυτή τη σιωπηλή, σχεδόν απόμακρη εικόνα.
Η εποχή αγαπούσε τους πίνακες που αφηγούνταν ιστορίες: σκηνές από την Ιστορία, τη μυθολογία, τη λογοτεχνία ή το θέατρο. Ο Γουίστλερ, αντίθετα, επέμενε σε τίτλους όπως «αρμονία», «νυχτερινό» και «συμφωνία», αντιμετωπίζοντας τη ζωγραφική σαν μουσική σύνθεση. Για εκείνον, η τέχνη δεν όφειλε να υπηρετεί το συναίσθημα, την ηθική ή την αφήγηση. Έπρεπε να υπάρχει για τον εαυτό της.
Αυτή ακριβώς η στάση, ριζοσπαστική για την εποχή της, συνέβαλε και στη δημόσια εικόνα του ίδιου του Γουίστλερ. Ο καλλιτέχνης καλλιέργησε με επιμέλεια τον ρόλο του εκκεντρικού, πνευματώδους και προκλητικού δημιουργού. Συγκρουόταν με κριτικούς, απαντούσε με σαρκασμό και απολάμβανε τη δημοσιότητα.
Γεννημένος στη Μασαχουσέτη το 1834, εκπαιδευμένος στο Παρίσι και εγκατεστημένος στο Λονδίνο από το 1859, ο Γουίστλερ έζησε σαν κοσμοπολίτης «εισβολέας» μέσα στη βικτωριανή κουλτούρα. Ήταν αρκετά Αμερικανός για να μην σέβεται πλήρως τις βρετανικές ιεραρχίες, αρκετά Παριζιάνος στη διαμόρφωσή του για να μυρίζεται την πρωτοπορία, αρκετά δανδής για να μετατρέψει την τέχνη σε κοινωνική στάση και αρκετά δύσκολος για να κάνει, σχεδόν, κάθε αισθητική διαφωνία προσωπικό επεισόδιο.
Παρά τη φήμη του δημιουργού της, η «Μητέρα του Γουίστλερ» παρέμεινε για χρόνια σχετικά άγνωστη. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ο ίδιος ο ζωγράφος αναγκάστηκε να την παραχωρήσει προσωρινά στους πιστωτές του μετά την πτώχευσή του. Η μεγάλη καμπή ήρθε το 1891, όταν, ύστερα από προσπάθειες καλλιτεχνών που εκτιμούσαν το έργο του, ο πίνακας αγοράστηκε από το γαλλικό κράτος.
Από εκεί άρχισε η «μεταμόρφωση». Η αγορά του έργου από τη Γαλλία προκάλεσε ενδιαφέρον στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο αμερικανικός Τύπος άρχισε να το παρουσιάζει ως ένα αριστούργημα που ανήκε, έστω και συμβολικά, στην αμερικανική καλλιτεχνική ταυτότητα. Σταδιακά, η αυστηρή «σύνθεση σε γκρι και μαύρο» άρχισε να αποκτά ένα νέο νόημα: έγινε εικόνα μητρότητας, αντοχής και εθνικής υπερηφάνειας.
Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μορφή της καθιστής μητέρας χρησιμοποιήθηκε σε αφίσες στρατολόγησης και σε εκστρατείες για πολεμικά ομόλογα, ως σύμβολο των αξιών που οι στρατιώτες καλούνταν να υπερασπιστούν. Η ειρωνεία είναι εμφανής: ένα έργο που ο Γουίστλερ ήθελε απαλλαγμένο από «συναισθηματισμούς» και αφηγηματικά φορτία έγινε τελικά μία από τις πιο φορτισμένες συναισθηματικά εικόνες της αμερικανικής κουλτούρας.
Η δεύτερη μεγάλη ώθηση ήρθε το 1932, όταν ο Άλφρεντ Μπαρ, διευθυντής του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, οργάνωσε περιοδεία του πίνακα σε 18 αμερικανικές πόλεις. Μέσα σε δύο χρόνια, περίπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι είδαν από κοντά τη «Μητέρα του Γουίστλερ». Η περιοδεία συνέπεσε με τη Μεγάλη Ύφεση, σε μια περίοδο οικονομικής ανασφάλειας και κοινωνικής δοκιμασίας.
Το 1934, μάλιστα, κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες γραμματόσημο με παραλλαγή του πίνακα, αφιερωμένο στις μητέρες της Αμερικής. Από εκεί και πέρα, η εικόνα απέκτησε δική της ζωή. Εμφανίστηκε σε κινούμενα σχέδια, διαφημίσεις, εξώφυλλα, λογοτεχνικές αναφορές και τηλεοπτικές σειρές, από τον Ντόναλντ Ντακ και τους «Σίμπσονς» έως τη «Λολίτα» του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ.
Το μυστικό της επιτυχίας της βρίσκεται, ίσως, στην ίδια της την απλότητα. Μπορεί να λειτουργήσει ως σύμβολο μητρότητας, αλλά και ως αντικείμενο παρωδίας. Μπορεί να σταθεί ως αριστούργημα υψηλής τέχνης, αλλά και ως εικόνα της ποπ κουλτούρας. Συχνά περιγράφεται ως το πιο διάσημο αμερικανικό έργο τέχνης εκτός Ηνωμένων Πολιτειών. Ανήκει στη συλλογή του Μουσείου Ορσέ στο Παρίσι, αλλά αυτή την περίοδο επιστρέφει στο Λονδίνο, στην Tate Britain, για τη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Τζέιμς ΜακΝίλ Γουίστλερ.
Έτσι, από ένα έργο που λίγο έλειψε να απορριφθεί, έγινε ένα από τα πιο διάσημα πρόσωπα της τέχνης. Και από «Σύνθεση σε γκρι και μαύρο» μεταμορφώθηκε, παρά τη θέληση του ζωγράφου της, σε εικόνα παγκόσμιας μνήμης.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.