Ποια είσαι τελικά, Νένα Μεντή;

Ο πατέρας–φάρος, οι απώλειες που τη σημάδεψαν, οι δεκαετίες πείνας και πείσματος στο θέατρο και μια πορεία που βρήκε το αληθινό της κέντρο στα 60. 

Νένα Μεντή

Σε μια χειμαρρώδη εξομολόγηση στον Νίκο Μωραΐτη, και στη σειρά vidcast του skai.gr «Ποιος είσαι τελικά;», η Νένα Μεντή ξετυλίγει το νήμα μιας διαδρομής που δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Μιλά για τη ζωή, την τέχνη και την ανάγκη να μένεις αληθινός, ακόμη κι όταν όλα γύρω σου γκρεμίζονται.

Από τα παιδικά της χρόνια και τον καθοριστικό «φάρο» της ζωής της -τον πατέρα της, συνθέτη Σπήλιος Μεντής- μέχρι τα χρόνια της «πείνας» στο θέατρο, πριν έρθει η σαρωτική επιτυχία των Τρεις Χάριτες, ανοίγει την καρδιά της. Αναφέρεται στους ανθρώπους που τη σημάδεψαν, όπως ο πρώτος της σύζυγος Κώστας Στυλιάρης και περιγράφει τις απώλειες που την έφεραν στο οριακό δίλημμα: «ή θα φουντάρω ή θα ζήσω».

Παράλληλα, εξηγεί πώς η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου υπήρξε ο «διακόπτης» που άλλαξε την καλλιτεχνική της μοίρα στα 60 της χρόνια.

Στρέφεται κατά της «ψηφιακής μαστούρας» του διαδικτύου, υπερασπίζεται τη ζωντανή μνήμη και δηλώνει πως η ευτυχία της σήμερα έχει το πρόσωπο του εγγονιού της, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να παραμείνουμε άνθρωποι -τόσο μπροστά όσο και πίσω από τα φώτα.

Μερικές από τις φράσεις της «τελευταίας των Μοϊκανών» από τις Τρεις Χάριτες: 

  • Ο πατέρας μου είναι το άλφα και το ωμέγα της ζωής μου. Είναι για μένα το κύριο κεφάλαιο της ζωής μου, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Ήτανε το φως μου.
  • Δεν είχαμε καλούς δασκάλους, καθόλου. Και οι Σχολές γενικά είναι μια μπλόφα, τελικά. Μέχρι σήμερα το πιστεύω και το λέω δημόσια. Δεν έχω κανένα θέμα. Το θέατρο δεν μαθαίνεται στη Σχολή. Το θέατρο μαθαίνεται στη σκηνή με τους συναδέλφους.
  • Τίποτα δεν μου έμαθε η Παξινού. Όταν έπαιζε, όμως, και αυτή και ο Μινωτής, χάζευα. Και επειδή ήταν δύο κορυφαίοι ηθοποιοί που δεν μπορούσαμε εμείς ούτε στο νυχάκι τους... τα έχανα. Έλεγα πώς γίνεται αυτό; Πήγαινα και τη ρώταγα. Πώς το κάνεις αυτό;
  • Ένας πολύ σπουδαίος άνθρωπος που έπαιξε ρόλο στη ζωή μου, που δεν θα τον ξέρεις και ο κόσμος δεν τον ξέρει... Είναι ο πρώτος μου άντρας που πέθανε πάρα πολύ νέος. Ηθοποιός. Πολύ σπουδαίος. Πολύ σπουδαίος. Κορυφαίος. Εγώ δεν έχω ξαναδεί στο θέατρο τέτοιον ηθοποιό. Ήταν ο πρώτος μου άντρας, ο Κώστας ο Στυλιάρης.
  • Μέχρι τα 45 μου πεινούσα. Γι' αυτό η ερώτηση "ποιος είσαι τελικά" πρέπει να έχει πολλή σχέση, ιδιαίτερα σε έναν ηθοποιό, με την πορεία του στη δουλειά. Γιατί αν γίνεσαι ηθοποιός, γίνεσαι γιατί το θες πάρα πολύ. 
  • Όταν στριμώχτηκα πολύ στο θέατρο, γιατί στριμώχτηκα πολύ, τα παράτησα, έφυγα. Πήρα τον δεύτερο άντρα μου και πήγαμε και ζήσαμε σε ένα μέρος και φτιάξαμε ένα μαγαζί, μια μπουτίκ. Και είπα δεν ξαναπαίζω εγώ.
  • Παίζω εξήντα χρόνια στο θέατρο. Δηλαδή καταλαβαίνεις. Εχω μια σχέση όχι ερωτική. Κάτι πιο βαθύ. Μου δίνει ζωή. Αυτή η δουλειά μού δίνει ζωή. Δεν νιώθω την ηλικία μου. Νιώθω ότι είμαι όπως βγήκα από τη Σχολή, όταν παίζω στο θέατρο. 
  • Στην πορεία μου στο θέατρο έπαιξε πολύ μεγάλο η παράσταση, ο μονόλογος της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Εκεί δηλαδή σαν να γύρισε ένας διακόπτης και μου έδειξε πολύ καθαρά, αυτό που λέω σήμερα, ποιο είναι το δικό μου νήμα της αφήγησης. Γιατί αυτό είναι μια παράσταση, μια αφήγηση μιας ιστορίας.
  • Από την "Ευτυχία" και μετά δεν έχω κάνει ξένο έργο. Δεκαοχτώ χρόνια τώρα, παίζω μόνο ελληνικά έργα.
  • Ο Μάνος ο Ελευθερίου, ο ποιητής ο σπουδαίος, είναι ένας άνθρωπος που έχει "γράψει" πολύ για μένα. 
  • Πήγαινα στο σχολείο μου και συναντούσα 3ης Σεπτεμβρίου και Ιθάκης, μια γυναίκα που δεν υπήρχε... Με ένα τουρμπάν, με μαύρα γυαλιά, με το τσιγάρο... μόνη της και τον καφέ τον τούρκικο. Και μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση. Και πάω μια μέρα στον πατέρα μου που ήξερε τα πάντα και του λέω, ρε μπαμπά, ποια είναι αυτή η γυναίκα; Δεν υπάρχει αυτό το στυλ σήμερα... σου μιλάω για πριν το '60. Α, μου λέει, αυτή είναι μια τεράστια λαϊκή στιχουργός, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.
  • Δεν είχα καμία σχέση με αυτή τη γυναίκα, την Παπαγιαννοπούλου. Αυτή ήταν μια γυναίκα ψηλή, πανέμορφη, αλήτισσα. Εγώ ήμουν ένα μπασμένο... Νόστιμη ήμουνα. Μόνο που καπνίζαμε. Τίποτα άλλο δεν είχαμε κοινό. Εγώ λοιπόν δεν έκανα την Παπαγιαννοπούλου. Εγώ έκανα τη Νένα που κόλλησε πάνω της κομμάτια μιας άλλης ζωής και προσπάθησα να μεταφέρω στον κόσμο και το κατάφερα. Αυτό το κατάφερα.
  • Ποια είμαι τελικά... Που τελικά και αρχικά, όσο θυμάμαι τη Νένα, κάπως έτσι ήμουνα. Φορτωμένη με πολλά, πολλά δύσκολα πράγματα στη ζωή και πολλά, όμως, ωραία και πολλά πολύ σπουδαία που έχω ζήσει από τη δουλειά μου και από τη ζωή μου, με τον άντρα μου, με το παιδί μου, με το εγγόνι μου. Έχω εγγόνι. Αυτό... αυτό δεν υπάρχει τέτοια ευτυχία.
  • Έχω κάνει 12 σίριαλ, δεν είναι οι "Χάριτες" και το "Δις Εξαμαρτείν". Έχω κάνει το "Τρίτο στεφάνι" με τον Δαλιανίδη. Έχω κάνει με τον Παπακαλιάτη ένα πολύ ωραίο σίριαλ, τους "Τέσσερις".
  • Οι νέοι όμως όταν έρχονται στην παράσταση... σε παράσταση έρχονται πολλοί νέοι, ευτυχώς. Και ενώ λέει, το λέει από πάνω γραμμένο, δεν επιτρέπεται η φωτογράφιση κτλ στην παράσταση. Και μόλις τελειώσει η παράσταση βγάζουν τα καβλιτζέκια και τραβάνε... Έχω κάνει απίστευτες κουβέντες, την ώρα εκείνη. Θέλω να μου πείτε γιατί το κάνετε αυτό;
  • Γιατί δεν είναι αληθινή επικοινωνία. Πληροφορία, πληροφορία, πληροφορία. Κλούβιο το κεφάλι από την πληροφορία. Αυτό συμβαίνει στους νέους. Δεν ήταν πάντα κλούβιο; Ε, τώρα παρακλούβιανε. Τώρα πια δεν ενδιαφέρει τίποτα. Γιατί συναντώ ζευγάρια σε ταβέρνες, ζευγάρι, γκόμενοι. Τρώνε, δεν κοιτιούνται, δεν μιλάνε και είναι έτσι. Και πάω και τους λέω. Παιδιά, ξέρετε ότι δύο ώρες δεν έχετε κοιταχτεί στα μάτια;
  • Είδα άνθρωπο να φωτογραφίζει το μπιφτέκι που έτρωγε. Στην ταβέρνα. Πάω λοιπόν, λέω του... με συγχωρείς πάρα πολύ, έχω περιέργεια. Γιατί το φωτογραφίζεις; Για να το στείλω σε έναν φίλο μου. Γιατί; Δεν μπορείς να τον πάρεις, άμα τον πάρεις τηλέφωνο να του πεις έφαγα ένα ωραίο μπιφτέκι προχθές στην ταβέρνα της κυρά Μάρως. Τι το φωτογραφίζεις; Έχει γίνει μια τέτοια κατανάλωση αυτού του μέσου.
  • Εδώ και ενάμιση χρόνο για μην σου πω και δύο, δεν οδηγώ πια παρά πολύ επιλεκτικά τις ώρες, βράδυ συνήθως, γιατί φοβάμαι να οδηγήσω σε αυτή την κόλαση της Αθήνας. Όπου οι άνθρωποι, δεν τους νοιάζει ούτε ο άλλος αλλά ούτε και ο εαυτός τους. Κι αυτό, πιστεύω ότι έχω απόλυτο δίκιο. Δηλαδή σαν να είναι τόσο απελπισμένοι.

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη εδώ

Πηγή: skai.gr
71 0 Bookmark