Ο Τζέφρι Σεζάρι μεγάλωσε τρώγοντας ube, μια μωβ γλυκοπατάτα που προέρχεται από τις Φιλιππίνες. Πριν από 7 μήνες είδε πως είχαν βάλει το υλικό σε λάτε, σε ένα καφέ στην Κωνσταντινούπολη, και τότε του ήρθε μια επιχειρηματική ιδέα.
Ο 31χρονος σκέφτηκε ότι, αφού οι άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη έπιναν λάτε με ube, θα μπορούσε να λανσάρει ένα παρόμοιο προϊόν στην πατρίδα του, το Παρίσι. Αλλά δεν ήταν καθόλου εύκολο να βρεθεί η ρίζα, καθώς υπάρχει αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση, επειδή η γλυκοπατάτα έχει γίνει viral και χρησιμοποιείται από ποτά μέχρι γλυκά.
Αρχικά, ο Σεζάρι έψαξε πληροφορίες σε ομάδες του Facebook αλλά και στο ChatGPT και το Gemini. Ωστόσο, δεν ήταν σίγουρος αν μπορούσε να εμπιστευτεί τους ιστότοπους που βρήκε. Υπήρχαν διάφορες ποικιλίες και μορφές, ενώ δεν ήταν σίγουρος πως μπορεί να προμηθευτεί αυθεντικό ube στη Γαλλία.
Ανέβαλε την έρευνά του μέχρι τον Φεβρουάριο, όταν και ταξίδεψε στις Φιλιππίνες για να επισκεφθεί την οικογένειά του. Εκεί, βρέθηκε σε αρτοποιεία και χονδρεμπόρους, ελπίζοντας να εντοπίσει τις αλυσίδες εφοδιασμού του ube αλλά και τους ίδιους τους παραγωγούς. Αλλά οι περισσότεροι ήταν απρόθυμοι να τον βοηθήσουν να έρθει σε επαφή με τους προμηθευτές τους.
«Ήταν απογοητευτικό. Αν θες να βρεις υψηλής ποιότητας ube, νομίζω ότι πρέπει να είσαι εκεί, να το δεις, να το δοκιμάσεις. Χρειάζεται προσοχή», ανέφερε στο CNN.
Ένας συγγενής τού ανέφερε μια πρωτοβουλία που είχε ακούσει για την καλλιέργεια περισσότερου ube για εξαγωγή. Ο Σεζάρι έκανε ένα ταξίδι δύο ωρών με πλοίο από το Cebu, όπου ζει η οικογένειά του, στο γειτονικό νησί Bohol, για να συναντήσει αγρότες. Εκεί του είπαν ότι θα μπορούσαν να τον προμηθεύουν αρχικά με 10 κιλά τον μήνα. Με αυτό ήλπιζε πως θα μπορούσε να λανσάρει το δικό του ube λάτε, με την ονομασία Ube Signature Paris, μέχρι τα τέλη Ιουνίου.
«Διαισθανόμουν τη δυναμική του ube λάτε. Αλλά πιστεύω πως όλοι το είχαν καταλάβει και προσπαθούσαν να φτιάξουν αυτό το ρόφημα», σημείωσε.
Το νέο μάτσα
Το ube ήταν γνωστό κυρίως στις φιλιππινέζικες κοινότητες. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχει αποκτήσει τη φήμη του ανερχόμενου διαδόχου του μάτσα, του πράσινου ιαπωνικού τσαγιού που έγινε βασικό προϊόν στα καφέ. Η παγκόσμια έλλειψη μάτσα πέρυσι ήταν αυτή που ώθησε ορισμένες εταιρείες τροφίμων και ποτών να στραφούν στο ube, το οποίο έχει επίσης ασιατικές ρίζες, ήπια γεύση και έντονο χρώμα, όπως δήλωσε η Ρέα Τοπάτσιο, ιδρύτρια της Pamana World, μιας εταιρείας με έδρα το Άμστερνταμ που εμπορεύεται προϊόντα με γεύση ube, όπως παγωτό και σιρόπι.
«Υπάρχει μια έκρηξη δημοτικότητας του ube. Ο κόσμος αναζητά πάντα κάτι καινούριο. Ειδικά στην εποχή που ζούμε, όλα τα βρίσκεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης», συμπλήρωσε η ίδια.
Τον Μάρτιο, η Starbucks πρόσθεσε στο μενού της ένα παγωμένο μακιάτο με γεύση ube και καρύδα, το οποίο, όπως ανέφερε η εταιρεία, δημιουργήθηκε αφού η γεύση ube έγινε αγαπημένη των πελατών σε καταστήματα υψηλής κατηγορίας. Και η αλυσίδα Costa Coffee από τη Βρετανία παρουσίασε επίσης τον ίδιο μήνα μια νέα γεύση ube για τη ζεστή σοκολάτα και τα ροφήματά της.
Η Datassential, μια εταιρεία έρευνας αγοράς με έδρα το Σικάγο, διαπίστωσε μέσω ερευνών πως το 27% των καταναλωτών στις ΗΠΑ γνωρίζει πλέον τι είναι το ube, σε σύγκριση με το 15% πριν από πέντε χρόνια.
Αν και τα μωβ προϊόντα δεν έχουν φτάσει στο ίδιο επίπεδο διάδοσης με το μάτσα λάτε, η αυξανόμενη δημοτικότητά τους ασκεί πίεση στη λιγότερο ανεπτυγμένη αλυσίδα εφοδιασμού του ube. Οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με το προϊόν αυτό δεν αποκαλύπτουν τους προμηθευτές, και η Τοπάτσιο λέει πως πολλοί καταναλωτές πιθανότατα δεν μπορούν να διακρίνουν αν δοκιμάζουν πραγματικό ube ή όχι.
Αφού η Τοπάτσιο ανακηρύχθηκε «βασίλισσα του ube» σε ένα ευρωπαϊκό περιοδικό πέρυσι, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις ξεκίνησαν να επικοινωνούν μαζί της για να αγοράσουν ή να πουλήσουν προϊόντα ube. Μάλιστα, της πρόσφεραν σκόνη ube από τη Μαλαισία, την Κίνα και το Βιετνάμ. Αλλά η ίδια ήθελε να βοηθήσει αρχικά τους αγρότες από τις Φιλιππίνες, καθώς σπάνια επωφελούνταν από τη διεθνή ζήτηση κάποιου προϊόντος, αφού δεν είχαν άμεσες επαφές με τους καταναλωτές του εξωτερικού.
Οι ελλείψεις στην τοπική αλυσίδα εφοδιασμού οδηγούν επίσης σε άνιση κατανομή σε ολόκληρη τη χώρα, πρόσθεσε. «Υπάρχει ένας χαμένος κρίκος μεταξύ των αγροτών και της αγοράς», είπε. «Λένε ότι υπάρχει έλλειψη ube, αλλά από ό,τι γνωρίζουν ορισμένοι φίλοι μου, υπάρχει άφθονο ube στην αγορά».
Η αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση οδήγησε τις εξαγωγές του ube και των προϊόντων με βάση αυτό σε πάνω από 3 εκατομμύρια δολάρια πέρυσι, σύμφωνα με το υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας των Φιλιππίνων, σημειώνοντας αύξηση 20% σε σχέση με το 2024. Η κυβέρνηση συνεργάζεται με τοπικά πανεπιστήμια για την αύξηση της παραγωγής του, στοχεύοντας στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Μέση Ανατολή ως βασικές αγορές.
Αλλά οι αγρότες δεν ήθελαν να παράγουν περισσότερο ube, παρά τη ζήτηση. Μάλιστα, η εθνική παραγωγή μειώθηκε κατά 6,7% το 2025 σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η Γκρέις Μπάκιαν, διευθύντρια του Κέντρου Έρευνας και Κατάρτισης για τα Ριζώδη Φυτά των Βόρειων Φιλιππίνων, δήλωσε ότι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι δεν υπάρχει οικονομικό κίνητρο για τους αγρότες να καλλιεργήσουν περισσότερες ποσότητες.
Το ube χρειάζεται από εννέα μήνες έως ένα έτος για να αναπτυχθεί, ενώ άλλα λαχανικά, όπως οι πατάτες, μπορούν να πωληθούν με κέρδος σε λιγότερο από τρεις μήνες. Οι αγρότες σε απομακρυσμένες περιοχές δυσκολεύονται επίσης να βρουν αγοραστές, οπότε συχνά είναι ευκολότερο για αυτούς να πουλήσουν τη σοδειά τους σε μεσάζοντες, σε χαμηλότερες τιμές, παρά να πάνε οι ίδιοι στην αγορά.
«Προς το παρόν, αυτοί που επωφελούνται πραγματικά από την αύξηση της τιμής του ube είναι οι έμποροι» ανέφερε η κ. Μπάκιαν, προσθέτοντας πως «oι αγρότες μας δεν το θεωρούν εμπορεύσιμο προϊόν».
Η προσφορά ενδέχεται να περιοριστεί ακόμη περισσότερο, καθώς οι νεότερες γενιές εγκαταλείπουν τη γεωργία, πρόσθεσε. Εν τω μεταξύ, η μείωση της παραγωγής και η αύξηση της ζήτησης έχουν ως αποτέλεσμα να υπάρχουν λιγότεροι βολβοί για φύτευση στις επόμενες καλλιεργητικές περιόδους. Το ερευνητικό της κέντρο προσπαθεί να αντιστρέψει την τάση αυτή, διοργανώνοντας εκπαιδευτικά σεμινάρια για τον τρόπο καλλιέργειας του ube.
Οι προκλήσεις λόγω του πολέμου
Το 2024, η 32χρονη φοιτήτρια νομικής Καμέλ Μορτά Σινγκ, από την παραθαλάσσια επαρχία Pangasinan, άρχισε να καλλιεργεί ube για την οικογένειά της. Καθώς επέκτεινε τη δραστηριότητά της στην εμπορική γεωργία, ανέφερε ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν η κάλυψη του κόστους της γης, της εργασίας και του εξοπλισμού.
Πλέον, η μεγαλύτερη ανησυχία της είναι ο πόλεμος στο Ιράν. Η σύγκρουση έχει διακόψει τις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ήμισυ των εισαγωγών ενέργειας της Ασίας. Η έλλειψη είναι ιδιαίτερα αισθητή στις Φιλιππίνες, οι οποίες έχουν κηρύξει κατάσταση έκτακτης ενεργειακής ανάγκης και κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς καύσιμα.
Για τη Σινγκ, αυτό σημαίνει ότι το κόστος του φυσικού αερίου που απαιτείται για τη λειτουργία του συστήματος άρδευσης έχει τριπλασιαστεί ενόψει της ζεστής καλοκαιρινής περιόδου. Αυτό την αναγκάζει να αυξήσει την τιμή του ακατέργαστου ube στα 90 πέσος (1,49 δολάρια) ανά κιλό, αύξηση περίπου 29% σε σύγκριση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο.
«Φυσικά δεν μπορούμε να σταματήσουμε την παραγωγή. Δεν μπορούμε να αφήσουμε το ube να ξεραθεί. Γι’ αυτό, ακόμα κι αν η τιμή του φυσικού αερίου είναι πολύ υψηλή, πρέπει να το αγοράσω. Είναι πολύ σημαντικό για την επιχείρηση», είπε.
Καθώς η εφοδιαστική αλυσίδα έχει τεθεί υπό πίεση, ακόμη και ντόπιοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προμήθεια ube. Το κέντρο επεξεργασίας τροφίμων του Κρατικού Πανεπιστημίου του Μπενγκέτ μετατρέπει το ube σε μαρμελάδα από τη δεκαετία του 1980. Η Τζονάμπελ Μπασατάν, διευθύντρια των εγκαταστάσεων, ανέφερε ότι οι πελάτες αγοράζουν συνήθως μία ή δύο συσκευασίες των 400 γραμμαρίων για το σπίτι. Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό, επιχειρηματίες αγοράζουν εκατοντάδες συσκευασίες κάθε φορά, εξαντλώντας τα αποθέματα.
Η ενεργειακή κρίση έχει επιδεινώσει περαιτέρω την έλλειψη, λόγω της εφαρμογής της τετραήμερης εβδομάδας εργασίας από την κυβέρνηση και της καθυστέρησης στην προμήθεια φυσικού αερίου, πρόσθεσε. «Αυτή τη φορά η ζήτηση είναι πραγματικά πιεστική», αναφέρει η Μπασατάν. «Όσοι αγοράζουν μόνο για προσωπική κατανάλωση δεν μπορούν να προμηθευτούν άλλο. Ωστόσο, με την παραγωγική μας ικανότητα, το προσωπικό που διαθέτουμε και τα μηχανήματα που έχουμε, δεν μπορούμε να αυξήσουμε περαιτέρω την παραγωγή».
Πλέον, οι τιμές του ακατέργαστου ube έχουν αυξηθεί κατά περίπου 38% σε σύγκριση με πριν από δύο χρόνια, σημείωσε η Μπασατάν. Όπως λέει επίσης στο CNN, πέρυσι ο προμηθευτής μπόρεσε να παραδώσει μόνο το μισό της παραγγελίας της, περίπου 3.000 κιλά. Τον Φεβρουάριο ζήτησε να αγοράσει άλλα 6.000 κιλά, αλλά δεν έχει λάβει ακόμη απάντηση.
- Τέλος εποχής για την Spirit Airlines, μετά από 34 χρόνια: Χιλιάδες επιβάτες εγκλωβισμένοι - Το σκηνικό της επόμενης ημέρας
- Κλείνει η Spirit Airlines: Το πρώτο «θύμα» του πολέμου στο Ιράν στις αεροπορικές εταιρείες - Πλήγμα για τον Τραμπ
- Μπλε Κέδρος: Σε εξέλιξη επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 93,3 εκατ. ευρώ
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.