Από τον δρόμο, στις κάλπες: οι Χιλιανοί ψήφισαν μαζικά χθες Κυριακή στο δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του Συντάγματος, έναν χρόνο αφότου ξέσπασε κοινωνικός ξεσηκωμός διαστάσεων άνευ προηγουμένου εναντίον των ανισοτήτων.

Πριν καν κλείσουν τα εκλογικά τμήματα, στις 20:00 (01:00 ώρα Ελλάδας), πάνω από χίλιοι άνθρωποι είχαν ήδη συγκεντρωθεί στο κέντρο της πρωτεύουσας Σαντιάγο, στην πλατεία Ιταλίας, το εμβληματικό επίκεντρο του κινήματος αμφισβήτησης, διαπίστωσαν δημοσιογράφοι του Γαλλικού Πρακτορείου.

Η καταμέτρηση ξεκίνησε αμέσως και, με το 5% των ψηφοδελτίων να έχει καταμετρηθεί, πάνω από τα τρία τέταρτα (το 77,27%) των πολιτών που ψήφισαν τάχθηκαν υπέρ της αναθεώρησης.

Παρά το ότι η πανδημία του κορωνοϊού έχει πλήξει σκληρά τη Χιλή (500.000 κρούσματα μόλυνσης από τον SARS-CoV-2, 14.000 θάνατοι εξαιτίας της COVID-19), μεγάλες ουρές ψηφοφόρων, με μάσκες στα πρόσωπα, σχηματίστηκαν όλη μέρα στα εκλογικά τμήματα της πρωτεύουσας.

Ο διευθυντής της εκλογικής επιτροπής Πατρίσιο Σανταμαρία προέβλεψε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό συμμετοχής. «Θα πρόκειται για τη μεγαλύτερη συμμετοχή από το 2012, όταν η ψήφος έγινε προαιρετική», προεξόφλησε.

Στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές, το 2017, η συμμετοχή στη διαδικασία είχε ανέλθει στο 49,2%.

Πολλοί ψηφοφόροι μίλησαν χθες περί «ιστορικής» ψηφοφορίας. «Η Χιλή αξίζει μια εθνική κάθαρση και νομίζω πως αυτή είναι η αρχή», είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Φελίπε, 35χρονος μηχανικός.

Το πρωί, ο συντηρητικός πρόεδρος Σεμπαστιάν Πινιέρα παρότρυνε τους Χιλιανούς να πάνε στις κάλπες, «διότι κάθε ψήφος μετράει». «Πρέπει να απορρίψουμε τη βία και να μπούμε στον δρόμο της ενότητας», πρόσθεσε.

Η αντικατάσταση του Συντάγματος, κληρονομιάς της δικτατορίας του Αουγκούστο Πινοτσέτ (1973-1990), αποτελούσε μια από τις βασικές διεκδικήσεις των ανθρώπων που κατέβαιναν στους δρόμους για να διαδηλώσουν από τη 18η Οκτωβρίου 2019 και μετά, απαιτώντας περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο θεμελιώδης νόμος του κράτους περιορίζει πολύ τον ρόλο του κράτους και εγγυάται τη δραστηριότητα του ιδιωτικού τομέα σε όλα τα πεδία, ειδικά στην παιδεία, στην υγεία, στις συντάξεις.

Οι 14,7 εκατομμύρια ψηφοφόροι κλήθηκαν στις κάλπες για να απαντήσουν σε δύο ερωτήματα: «Επιθυμείτε νέο Σύνταγμα;» και «Ποιο όργανο θα πρέπει να συντάξει το νέο Σύνταγμα;».

Μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ μιας «Μεικτής συνέλευσης», η οποία θα αποτελείται από εκλεγμένους πολίτες και κοινοβουλευτικούς, και μιας «Συντακτικής συνέλευσης», η οποία θα αποτελείται αποκλειστικά από πολίτες. Με βάση ανεπίσημες εκτιμήσεις, επικρατεί η δεύτερη επιλογή, ο σχηματισμός συντακτικής συνέλευσης αποτελούμενης από πολίτες.

Για τους υποστηρικτές του «Apruebo» («εγκρίνω»), που ανήκουν κυρίως στον κεντρώο και αριστερό χώρο, ένα νέο Σύνταγμα θα συνέβαλε να αρθούν βασικά εμπόδια για βαθιές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις σε μια από τις πιο άνισες κοινωνικά χώρες της Λατινικής Αμερικής.

«Από την έναρξη της αμφισβήτησης, αυτή είναι η πρώτη αληθινή ευκαιρία που μας παρουσιάστηκε για να υπάρξουν αλλαγές στην υγεία, στην παιδεία», εξήγησε η Πιλάρ, 47χρονη καθηγήτρια.

Οι υποστηρικτές του «Rechazo» («απορρίπτω») θεωρούν ότι θα ήταν εφικτό να γίνουν μεταρρυθμίσεις στο ήδη υφιστάμενο Σύνταγμα, το οποίο, σύμφωνα με τους ίδιους, εγγυήθηκε τη σταθερότητα στη Χιλή τις τελευταίες δεκαετίες και δεν χρειάζεται αντικατάσταση.

Ως εδώ, καμία προηγούμενη απόπειρα αναθεώρησης του Συντάγματος της Χιλής δεν είχε φέρει καρπούς. Το υφιστάμενο Σύνταγμα καταρτίστηκε το 1980, με σκοπό να διατηρηθούν στην εξουσία τα πιο συντηρητικά κομμάτια της κοινωνίας της Χιλής, ακόμη και μετά το τέλος της δικτατορίας.

Ο στόχος «αυτής της συνταγματικής διαδικασίας είναι να βγούμε από τη σκιά της δικτατορίας του Πινοτσέτ», εξήγησε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Μαρσέλο Μέγια, πολιτολόγος στο πανεπιστήμιο του Σαντιάγο.

Ακόμη ένα ζητούμενο, κατά τον ίδιο, είναι «να μπορέσουμε να επιλύσουμε με πολιτικά και ειρηνικά μέσα προβλήματα που έχουν γίνει δομικά και παραλύουν τη λειτουργία της δημοκρατίας στη Χιλή», όπως η ανισότητα και οι αποκλεισμοί.

Συνέπεια της πανδημίας ήταν ότι το δημοψήφισμα, που αρχικά προβλεπόταν να διεξαχθεί την 26η Απριλίου, αναβλήθηκε για την 25η Οκτωβρίου.

Έγινε έτσι ακριβώς έναν χρόνο μετά την ιστορική συγκέντρωση στην πλατεία Ιταλίας, όταν 1,2 εκατ. πολίτες έκαναν πορεία ως εκεί για να διαδηλώσουν — αυτό ήταν σημείο καμπής για το κίνημα αμφισβήτησης.

Ως το ξέσπασμα της κρίσης, η Χιλή παρουσιαζόταν ως μια από τις σταθερότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής, επαινείτο πάγια για τους μακροοικονομικούς της δείκτες.

Με σπίθα την αύξηση της τιμής του εισιτηρίου του μετρό τις ώρες αιχμής, οι μαζικές κινητοποιήσεις γιγαντώθηκαν, τροφοδοτούμενες από την οργή εναντίον των ελίτ που είναι εντελώς αποσυνδεδεμένες από τη δύσκολη καθημερινότητα των περισσότερων πολιτών, αιφνιδιάζοντας το σύνολο της πολιτικής τάξης.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ