ΚΑΙΡΟΣ

Όταν η φανέλα γίνεται εργαλείο προπαγάνδας

Η διοίκηση Τραμπ προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τις επιτυχίες της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ, ακολουθώντας τα βήματα αυταρχικών καθεστώτων που χρησιμοποιούν τον αθλητισμό για πολιτικά οφέλη, παραμερίζοντας θέματα δημοκρατίας.

Η διοίκηση Τραμπ επιχειρεί με χοντροκομμένο τρόπο να εκμεταλλευτεί τις επιτυχίες της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ, πιστή στην παράδοση αυταρχικών καθεστώτων.Η προσπάθεια πολιτικών να «σφετεριστούν» τη δόξα και τις επιτυχίες ποδοσφαιριστών δεν αποτελεί φυσικά κανέναν νεωτερισμό. «Πρωταθλητισμό» σε αυτόν τον τομέα έκαναν πάντα δικτάτορες ή έστω αυταρχικοί ηγέτες που ζηλεύουν τη δημοφιλία των αθλητών και συχνά επιδιώκουν να τη μοιραστούν, συνήθως χωρίς να ρωτήσουν τους... θιγόμενους. Δεν χρειάζεται να πάμε πολύ παλιά, στην Ελλάδα της δικτατορίας ή στην Αργεντινή του Βιντέλα. Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλάντιμιρ Πούτιν εκμεταλλεύτηκε το Μουντιάλ του 2018 στη χώρα του, όπως και οι Εμίρηδες του Κατάρ. Και στις δυο περιπτώσεις ζητήματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων έμειναν σε δεύτερη μοίρα, με τη δικαιολογία ότι το ποδόσφαιρο δεν πρέπει να εμπλέκεται με την πολιτική.

Ο Μπολσονάρο διεκδικεί για τους οπαδούς του το αποκλειστικό δικαίωμα να φορούν την κίτρινη φανέλα της Βραζιλίας. Και οι συντηρητικοί πολιτικοί σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής κάνουν προεκλογικό αγώνα φορώντας ακριβώς ποδοσφαιρικές φανέλες με το εθνόσημο.

Ο Τραμπ ανακάλυψε το ποδόσφαιρο

Κάτι ανάλογο ισχύει και για την περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος προφανώς και δεν υπήρξε ποτέ φανατικός ποδοσφαιρόφιλος. «Έγινε» όμως εσχάτως, βλέποντας ότι το «soccer» τού προσφέρει μια παγκόσμια σκηνή αυτοπροβολής, αλλά και τεράστιες επιχειρηματικές ευκαιρίες, ως ένα άθλημα που, επειδή ακριβώς δεν είναι το δημοφιλέστερο στις ΗΠΑ, έχει ακόμη τεράστιες δυνατότητες διεύρυνσης της αγοράς.

Ο Τραμπ είχε αποδοκιμαστεί και σφυριχτεί από πολλούς, όταν πέρυσι στο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων έκανε το δικό του «σόου» δίνοντας το Κύπελλο στην Τσέλσι. Δεν φάνηκε να ενοχλείται. Στο φετινό Μουντιάλ έχει αποφύγει «βροντερές» εμφανίσεις. Ίσως τις κρατάει για τη συνέχεια, περιμένοντας και την πορεία της Εθνικής ΗΠΑ. Γιατί για να μπορέσει να κερδίσει πόντους, θα πρέπει να ποντάρει και αυτός σε μια επιτυχημένη παρουσία της ομάδας της πατρίδας του, η οποία πάντως ξεκίνησε εντυπωσιακά με μια φρέσκια, νεανική και πολύ αθλητική ομάδα.

Συγκρουόμενες απόψεις

Υπάρχει βεβαίως ένα μικρό πρόβλημα για τον Αμερικανό πρόεδρο. Η ποδοσφαιρική Ομοσπονδία υποστηρίζει γενικώς αρχές που δεν ταιριάζουν στην κοσμοθεωρία του πλανητάρχη. Στο πρόσφατο φιλικό εναντίον της Εθνικής Γερμανίας οι Αμερικανοί εμφανίστηκαν με αριθμούς στα χρώματα του ουράνιου τόξου στις φανέλες τους, συμμετέχοντας εμμέσως, όπως κάνουν τα τελευταία χρόνια, στην εβδομάδα «Pride», υποστηρίζοντας σταθερά τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.

Αυτοί που θα τους είχε διώξει

Ένα δεύτερο βασικό πρόβλημα έχει να κάνει με τα βιογραφικά των περισσότερων ποδοσφαιριστών, που ακυρώνουν τις απόψεις Τραμπ περί μεταναστευτικού και τις πολιτικές της παντοδύναμης υπηρεσίας μετανάστευσης.

Ο Φόλαριν Μπαλογκάν, για παράδειγμα, ο οποίος σκόραρε δύο γκολ εναντίον της Παραγουάης, μεγάλωσε στο Λονδίνο ως παιδί Νιγηριανών γονέων, όπου φοίτησε στην ακαδημία νέων της Άρσεναλ ως έφηβος. Η αμερικανική του υπηκοότητα ήταν θέμα καθαρής τύχης. Οι γονείς του ήταν σε διακοπές στις ΗΠΑ, όταν γεννήθηκε. Έτσι απέκτησε αυτομάτως το αμερικανικό του διαβατήριο. Ανήκει δηλαδή στην κατηγορία εκείνων που, σύμφωνα με τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, δεν έπρεπε να είχαν λάβει καν υπηκοότητα.

Ο Τιμ Γουέα, γιος του θρύλου του ποδοσφαίρου της Λιβερίας Τζορτζ Γουέα, γεννήθηκε στο Μπρούκλιν. Η μητέρα του είναι από την Τζαμάικα. Είχε την επιλογή να παίξει για την Τζαμάικα, τη Λιβερία, τη Γαλλία ή τις ΗΠΑ. Ο επιθετικός Ρικάρντο Πέπι γεννήθηκε στο Τέξας από Μεξικανούς γονείς και έχει επίσης πολλαπλές υπηκοότητες, όπως και ο Κριστιάν Ρολντάν, ο οποίος γεννήθηκε στην Καλιφόρνια και είχε την επιλογή να παίξει για το Ελ Σαλβαδόρ, τη Γουατεμάλα ή τις ΗΠΑ.

Υπάρχουν επίσης ορισμένοι παίκτες που δεν γεννήθηκαν στις ΗΠΑ, αλλά των οποίων οι γονείς είναι Αμερικανοί πολίτες ή αργότερα πολιτογραφήθηκαν. Ένας από τους πιο γνωστούς ανάμεσά τους είναι ο Σερζίνιο Ντεστ, ο οποίος γεννήθηκε στην Ολλανδία. Η μητέρα του είναι Ολλανδέζα και ο πατέρας του από το Σουρινάμ.

Ενδεικτικό για τον τρόπο σκέψης πολλών συμπαικτών του είναι αυτό που είχε κάνει ο γεννημένος στην Αλαμπάμα Κρις Ρίτσαρντς, ο οποίος αγωνίζεται στην Αγγλία με την Κρίσταλ Πάλας. Πριν από τρία χρόνια, σε ένα βίντεο αφιερωμένο στον «Μήνα Μαύρης Ιστορίας», εξηγούσε γιατί προσωπικότητες όπως ο Μπαράκ Ομπάμα και ο Μοχάμεντ Άλι ήταν τόσο σημαντικές για αυτόν, που αποφάσισε να κάνει τατουάζ τα ονόματά τους στο δεξί του χέρι.

Κακόγουστη προπαγάνδα

Όλα αυτά δεν εμπόδισαν πάντως τον Λευκό Οίκο να ποστάρει στο Χ μια φωτογραφία της ομάδας μετά την πρώτη νίκη επί της Παραγουάης με το... λιτό κείμενο "USA! USA! USA!". Αυτοί που το... τερμάτισαν, όμως, ήταν οι αρμόδιοι του υπουργείου Εσωτερικών, δηλαδή οι προϊστάμενοι της διαβόητης Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων των Ηνωμένων Πολιτειών (ICE). Μετά την πρώτη νίκη των ΗΠΑ, το δικό τους πανηγυρικό κείμενο έλεγε: «Υπερασπιστείτε την πατρίδα! Ένα έθνος, μία πατρίδα, μία ομάδα». Και στη συνέχεια: «Η γη μας!».

Μετά τη δεύτερη νίκη των ΗΠΑ εναντίον της Αυστραλίας, το ίδιο υπουργείο δημοσίευσε ένα κακόγουστο φωτομοντάζ με μια φωτογραφία της ομάδας μπροστά από το τείχος που έχει υψώσει ο Τραμπ στο Μεξικό με τη λεζάντα: «Χτίστηκε τείχος». Οι επιδόσεις της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ έγιναν ανελέητα αντικείμενο εκμετάλλευσης για προπαγανδιστικούς σκοπούς, λες και η ομάδα υποστηρίζει τις βάναυσες πρακτικές κράτησης και απέλασης των τελευταίων μηνών. Η συγκεκριμένη ανάρτηση έχει στο μεταξύ «εξαφανιστεί».

Πηγές: taz, tagesschau

Πηγή: Deutsche Welle