Το εκλογικό αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών ανατρέπει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον και μεταβάλλει τους όρους υπό τους οποίους θα πορευτεί ο Ντόναλντ Τραμπ στο υπόλοιπο της προεδρικής του θητείας, κλείνοντας έναν κύκλο που άνοιξε με την εκλογική του νίκη το 2024.
Οι Δημοκρατικοί εξασφαλίζουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, αποκτώντας από τον Ιανουάριο τη δυνατότητα να διαμορφώνουν την κοινοβουλευτική ατζέντα και να θέτουν περιορισμούς στους χειρισμούς του Λευκού Οίκου.
Στη Γερουσία, ανέτρεψαν σειρά εδρών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικανών, εξασφαλίζοντας την πλειοψηφία (52 έναντι 40 των Ρεπουμπλικανών έως τις 08:00 ώρα Ελλάδος). Πρόκειται για σημαντική ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι Ρεπουμπλικανοί προσήλθαν στην εκλογική αναμέτρηση με πλεονέκτημα 53-47.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η έκταση της επικράτησης στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Σύμφωνα με την εκτίμηση του NBC News, οι Δημοκρατικοί αναμένεται να συγκεντρώσουν περίπου 244 έδρες, αριθμός που υπερβαίνει κατά πολύ το όριο των 218 εδρών για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας. Εφόσον επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για την ισχυρότερη κοινοβουλευτική τους παρουσία εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες.
Η απώλεια και των δύο σωμάτων συνιστά για τον Τραμπ κάτι περισσότερο από μια εκλογική ήττα. Του στερεί το κοινοβουλευτικό έρεισμα που του επέτρεψε, κατά το πρώτο μισό της δεύτερης θητείας του, να προωθεί την πολιτική του με περιορισμένες αντιστάσεις. Από τον Ιανουάριο, οι Δημοκρατικοί θα έχουν πλέον τη δυνατότητα να καθορίζουν την ατζέντα του Κογκρέσου, να δρομολογούν έρευνες για την κυβέρνηση και να ενισχύουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των αποφάσεων και των πεπραγμένων του Λευκού Οίκου.
Ανατροπές ακόμη και σε παραδοσιακά Ρεπουμπλικανικά προπύργια
Η έκταση της εκλογικής επικράτησης των Δημοκρατικών αποτυπώνεται και στον εκλογικό χάρτη. Οι νίκες τους δεν περιορίστηκαν στις πολιτείες όπου η αναμέτρηση προμηνυόταν αμφίρροπη, αλλά επεκτάθηκαν και σε περιοχές με μακρά παράδοση Ρεπουμπλικανικής κυριαρχίας, ανατρέποντας ισορροπίες που έμοιαζαν παγιωμένες.
Έτσι, ακόμη μεγαλύτερο συμβολισμό έχει η νίκη στη Νότια Καρολίνα. Η Άνι Άντριους έγινε η πρώτη Δημοκρατική που εκλέγεται γερουσιαστής της πολιτείας από το 1998, αλλά και η πρώτη γυναίκα που εκλέγεται στη Γερουσία της πολιτείας. Επικράτησε της Ντάρλιν Γκράχαμ, η οποία είχε διοριστεί στη θέση που είχε μείνει κενή μετά τον θάνατο του αδελφού της, Λίντσεϊ Γκράχαμ.
Στο Κάνσας, ο Δημοκρατικός Άνταμ Χάμιλτον, πάστορας στο επάγγελμα, επικράτησε του απερχόμενου Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ, ο οποίος είχε την υποστήριξη του Ντόναλντ Τραμπ. Πρόκειται για ιστορική ανατροπή σε μια πολιτεία με ισχυρή συντηρητική παράδοση, η οποία είχε να εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή από το 1932. Η νίκη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι ο Τραμπ είχε επικρατήσει στο Κάνσας με διαφορά άνω των 16 ποσοστιαίων μονάδων στις εκλογές του 2024.
Στο Τέξας, ο Τζέιμς Ταλαρίκο πέτυχε μια νίκη με ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, επικρατώντας του Κεν Πάξτον. Η πολιτεία δεν έχει εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή από το 1988.
Στη Βόρεια Καρολίνα, ο Ρόι Κούπερ επικράτησε του υποψηφίου των Ρεπουμπλικανών, Μάικλ Γουάτλεϊ, καταλαμβάνοντας την έδρα που κατείχε ο Θομ Τίλις. Η εκλογή του σηματοδοτεί την επιστροφή των Δημοκρατικών στη Γερουσία από τη συγκεκριμένη πολιτεία, για πρώτη φορά από το 2008.
Στο Μέιν, ο Δημοκρατικός Τρόι Τζάκσον επικράτησε της επί σχεδόν τρεις δεκαετίες γερουσιαστή των Ρεπουμπλικανών Σούζαν Κόλινς. Η ήττα της αποτελεί μία από τις πιο ηχηρές ανατροπές της εκλογικής βραδιάς, καθώς η Κόλινς είχε καταφέρει επί χρόνια να διατηρεί την έδρα της σε μια πολιτεία που δεν έχει ψηφίσει Ρεπουμπλικανό υποψήφιο για την προεδρία από το 1988.
Στο Οχάιο, ο πρώην γερουσιαστής Σέροντ Μπράουν επέστρεψε στη Γερουσία, νικώντας τον Ρεπουμπλικανό Τζον Χάστεντ. Την ίδια ώρα, στην Τζόρτζια, ο Τζον Όσοφ εξασφάλισε την επανεκλογή του, ενώ στο Νέο Χάμσαϊρ ο Κρις Πάππας επικράτησε του πρώην γερουσιαστή Τζον Σανούνου.
Οι ανατροπές αυτές αποτυπώνουν τη γεωγραφική έκταση της μετατόπισης του εκλογικού σώματος και εξηγούν σε μεγάλο βαθμό πώς οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία.
Γιατί έχασε ο Τραμπ
- Η οικονομία και η ακρίβεια στο επίκεντρο: Το κόστος ζωής αναδείχθηκε σε έναν από τους καθοριστικότερους παράγοντες της εκλογικής αναμέτρησης, καθώς η οικονομική πίεση εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή ανησυχίας για τα αμερικανικά νοικοκυριά. Σύμφωνα με το AP Voter Poll, περίπου οκτώ στους δέκα ψηφοφόρους δήλωσαν ότι ο πληθωρισμός έχει επιβαρύνει σοβαρά ή σε μέτριο βαθμό την οικονομική τους κατάσταση, ενώ έξι στους δέκα αποδίδουν κυρίως στις πολιτικές του Τραμπ την ευθύνη για τις ασυνήθιστα υψηλές τιμές, παράγοντα που θεωρούν ότι βρίσκεται έξω από τον έλεγχό του. Η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στην καθημερινή οικονομική επιβάρυνση. Περίπου οι μισοί ψηφοφόροι χαρακτηρίζουν τόσο την κυβερνητική διαφθορά όσο και το κόστος ζωής καθοριστικούς παράγοντες για την επιλογή τους στις εκλογές του Κογκρέσου. Η οικονομία αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο ζήτημα για περίπου τέσσερις στους δέκα, ενώ τρεις στους δέκα τοποθετούν στην κορυφή των ανησυχιών τους την κατάσταση των δημοκρατικών θεσμών.
- Οι εκλογές ως αποδοκιμασία της προεδρίας Τραμπ: Η δυσαρέσκεια για την οικονομία συνοδεύτηκε από ευρύτερη αμφισβήτηση της προεδρικής πολιτικής. Περίπου τα τρία τέταρτα των ψηφοφόρων δήλωσαν θυμωμένοι ή δυσαρεστημένοι με την πορεία της χώρας, ενώ έξι στους δέκα αποδοκίμασαν τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ ασκεί τα προεδρικά του καθήκοντα, σύμφωνα με το AP Voter Poll. Αντίστοιχη εικόνα κατέγραψε και το exit poll του NBC News. Το 43% των ψηφοφόρων δήλωσε ότι ψήφισε με σκοπό να εκφράσει την αντίθεσή του στον Αμερικανό πρόεδρο, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από εκείνο που είχε καταγραφεί στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018, κατά την πρώτη του θητεία. Μόλις το 38% ενέκρινε τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα προεδρικά του καθήκοντα. Στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκαν και οι επιμέρους πολιτικές επιλογές του Λευκού Οίκου. Το 57% των ψηφοφόρων θεωρεί ότι η κυβέρνηση έχει υπερβεί τα όρια στην αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης, ενώ έξι στους δέκα εκτιμούν ότι η απόφαση των ΗΠΑ να προχωρήσουν σε στρατιωτική δράση κατά του Ιράν ήταν λανθασμένη. Περίπου ένας στους τρεις αναφέρει, μάλιστα, ότι ο πόλεμος αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την ψήφο του.
- Η απαίτηση για ισχυρότερα θεσμικά αντίβαρα: Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση των ψηφοφόρων απέναντι στη λειτουργία των θεσμών. Σύμφωνα με το AP Voter Poll, περίπου το 70% επιθυμεί το Κογκρέσο να ασκεί ισχυρότερο έλεγχο και να λειτουργεί ως αντίβαρο στην προεδρική εξουσία. Το εύρημα αυτό αποκτά ξεχωριστή σημασία υπό το πρίσμα της εκλογικής ανατροπής. Κατά το πρώτο μισό της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ είχε στη διάθεσή του μια Βουλή και μια Γερουσία ελεγχόμενες από το κόμμα του, γεγονός που περιόριζε τις κοινοβουλευτικές αντιστάσεις στις πρωτοβουλίες του Λευκού Οίκου. Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου δημιουργεί πλέον διαφορετικές προϋποθέσεις. Οι Δημοκρατικοί δεν αποκτούν μόνο τη δυνατότητα να αμφισβητούν τις κυβερνητικές επιλογές, αλλά και να ανταποκριθούν σε ένα αίτημα που καταγράφεται στις έρευνες της κοινής γνώμης: την ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και των θεσμικών αντίβαρων στην προεδρική εξουσία.
Τι μέλλει γενέσθαι
Έρευνες και κοινοβουλευτικός έλεγχος
Με τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να εντείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης Τραμπ. Αναμένεται να αξιοποιήσουν τις νέες πλειοψηφίες τους για να δρομολογήσουν έρευνες που θα αφορούν τον πρόεδρο, την οικογένειά του και κυβερνητικά στελέχη, αλλά και να καλέσουν αξιωματούχους σε ακροάσεις και να ζητήσουν την κατάθεση εγγράφων. Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές θα αποτελέσουν πλέον ένα ουσιαστικό αντίβαρο στον Λευκό Οίκο, καθώς η κυβέρνηση δεν θα έχει απέναντί της ένα Κογκρέσο που ελέγχεται από το ίδιο κόμμα.
Η άρνηση συμμόρφωσης με τα αιτήματα των επιτροπών ή τις κλητεύσεις τους θα μπορούσε, πάντως, να οδηγήσει σε νέες δικαστικές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στο Κογκρέσο και την κυβέρνηση.
Ο έλεγχος των δημόσιων δαπανών
Πέρα από την ερευνητική τους εξουσία, οι Δημοκρατικοί αποκτούν και σημαντικό λόγο στη διαχείριση των ομοσπονδιακών δαπανών. Το Κογκρέσο έχει την αρμοδιότητα να εγκρίνει τη χρηματοδότηση των κρατικών υπηρεσιών και να καθορίζει τη διάθεση δημόσιων πόρων. Μέσω των επιτροπών προϋπολογισμού και των αποφάσεων για τις πιστώσεις, μπορεί να ασκήσει πίεση στην κυβέρνηση, να περιορίσει κονδύλια ή να θέσει όρους στη χρηματοδότηση συγκεκριμένων προγραμμάτων. Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό και τη λειτουργία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ενδέχεται να εξελιχθούν σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το μήνυμα συνεργασίας του Τραμπ
Παρά την ήττα των Ρεπουμπλικανών, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε διατεθειμένος να συνεργαστεί με τη νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία. «Συγχαρητήρια στους Δημοκρατικούς και προσβλέπω στη συνεργασία μαζί τους για το καλό της χώρας μας», δήλωσε, αναγνωρίζοντας το εκλογικό αποτέλεσμα. Μιλώντας στο Fox News, πρόσθεσε ότι μπορεί να συνεργαστεί με τους Δημοκρατικούς σε διάφορα ζητήματα, ακόμη και στο μεταναστευτικό.
Το όπλο του βέτο
Ο Τραμπ, πάντως, έχει ήδη διαμηνύσει ότι δεν προτίθεται να αφήσει τους Δημοκρατικούς να προωθήσουν ανεμπόδιστα την ατζέντα τους. Σε συνέντευξή του στο CBS News είχε δηλώσει ότι είναι έτοιμος να ασκεί βέτο στα νομοσχέδιά τους, αποδεχόμενος μάλιστα τον χαρακτηρισμό «Mr. Veto». Για την ανατροπή ενός προεδρικού βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία, ένα όριο που οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν. Έτσι, ακόμη και με τον έλεγχο του Κογκρέσου, θα δυσκολευτούν να μετατρέψουν τις νομοθετικές τους προτάσεις σε νόμους χωρίς τη συνεννόηση με τον Λευκό Οίκο.
Η εκτελεστική εξουσία και τα όριά της
Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται, ωστόσο, αποφασισμένος να αξιοποιήσει και τις εξουσίες της εκτελεστικής εξουσίας. Στη συνέντευξή του στο CBS επικαλέστηκε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trump v. Slaughter, η οποία εκδόθηκε με ψήφους 6-3. Η απόφαση έκρινε αντισυνταγματικούς τους περιορισμούς στην εξουσία του προέδρου να απομακρύνει μέλη της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου, ανατρέποντας ένα δικαστικό προηγούμενο του 1935. Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η κρίση αυτή έχει ευρύτερες συνέπειες για τον έλεγχο των ομοσπονδιακών υπηρεσιών από τον Λευκό Οίκο.
Η ερμηνεία αυτή προμηνύει μια νέα αντιπαράθεση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο, καθώς οι Δημοκρατικοί θα επιχειρήσουν να ασκήσουν τον κοινοβουλευτικό τους έλεγχο, ενώ ο πρόεδρος θα επιδιώξει να διατηρήσει περιθώρια δράσης μέσω των εκτελεστικών του αρμοδιοτήτων.
Η Γερουσία και ο έλεγχος των διορισμών
Η απώλεια της Γερουσίας έχει για τον Τραμπ ιδιαίτερη θεσμική σημασία. Το σώμα είναι αρμόδιο να εγκρίνει ή να απορρίπτει τους διορισμούς υπουργών, ανώτατων αξιωματούχων και ομοσπονδιακών δικαστών που προτείνει ο πρόεδρος. Με τους Δημοκρατικούς να αναλαμβάνουν τον έλεγχο, οι επιλογές του Λευκού Οίκου θα βρεθούν αντιμέτωπες με αυστηρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο, ενώ η κυβέρνηση θα δυσκολευτεί να προωθήσει τον δικαστικό και διοικητικό σχεδιασμό της χωρίς διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα, ο κανόνας του «φιλιμπάστερ» εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τη νομοθετική διαδικασία: στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτούνται 60 ψήφοι για να τερματιστεί η συζήτηση επί ενός νομοσχεδίου και να προχωρήσει η ψηφοφορία. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και με την πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί θα χρειάζονται τη συνεργασία Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών για να προωθήσουν σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της Βουλής
Όταν το νέο Κογκρέσο συνεδριάσει στις 3 Ιανουαρίου, ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Δημοκρατικών, Χακίμ Τζέφρις, αναμένεται να είναι ο υποψήφιος του κόμματος για την προεδρία της Βουλής των Αντιπροσώπων. Εφόσον εκλεγεί, θα γίνει ο πρώτος μαύρος Αμερικανός που αναλαμβάνει το αξίωμα του προέδρου της Βουλής.
Η προεδρία του Τραμπ ολοκληρώνεται στις 20 Ιανουαρίου 2029. Το υπόλοιπο της θητείας του θα διαμορφωθεί πλέον μέσα σε ένα διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον: με ένα Κογκρέσο που δεν θα ελέγχεται από το κόμμα του, αλλά και με έναν πρόεδρο που έχει σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες και διατηρεί το δικαίωμα του βέτο. Οι πρώτες δοκιμασίες της νέας σχέσης θα έρθουν στις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό και τη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, όπου η ανάγκη συμφωνίας μπορεί να οδηγήσει είτε σε συμβιβασμό είτε σε νέα θεσμική σύγκρουση.
Πηγή: skai.gr- ΗΠΑ - Τζέφρις: «Θα λογοδοτήσουν όσοι επέβαλαν πρωτοφανή διαφθορά» - Δεσμεύσεις των Δημοκρατικών για το Medicaid
- Η Ελληνοαμερικανίδα Μάγκι Γκούντλαντερ επανεκλέγεται στο Κογκρέσο – Οι ρίζες της φτάνουν στην Αβδέλλα της Πίνδου
- ΗΠΑ: Οι Δημοκρατικοί ανακτούν το Κογκρέσο - Ρωγμές στην εκλογική συμμαχία Τραμπ
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.