Η κυβέρνηση Τραμπ επιστρατεύει τον ιδιωτικό τομέα στο κυνήγι κυβερνοεγκληματιών, ανοίγοντας σε επιλεγμένες αμερικανικές εταιρείες ένα πεδίο δράσης που μέχρι σήμερα παρέμενε κατά κύριο λόγο στα χέρια του FBI, των υπηρεσιών πληροφοριών και του αμερικανικού στρατού.
Με νέο ομοσπονδιακό πρόγραμμα, εταιρείες που θα περνούν από ειδική διαδικασία ελέγχου θα μπορούν να παρακολουθούν εγκληματικές ομάδες στο εξωτερικό και να παρεμβαίνουν στα δίκτυά τους, πραγματοποιώντας ουσιαστικά επιθετικές επιχειρήσεις στον κυβερνοχώρο υπό κρατική εποπτεία.
Η απόφαση σηματοδοτεί σημαντική αλλαγή δόγματος για την Ουάσιγκτον: οι ΗΠΑ επιχειρούν να αξιοποιήσουν τις τεχνολογικές δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα για να περάσουν από την άμυνα στην ενεργότερη καταδίωξη δικτύων που προκαλούν κάθε χρόνο ζημιές δισεκατομμυρίων δολαρίων σε Αμερικανούς πολίτες και επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με υπόμνημα που εξέδωσε την Τετάρτη ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump), οι εταιρείες που θα εγκρίνονται θα μπορούν να χρησιμοποιούν εργαλεία κυβερνοχώρου για την παρακολούθηση ξένων εγκληματικών οργανώσεων και τη διατάραξη της λειτουργίας των δικτύων τους, υπό τον «έλεγχο και την εποπτεία» του νέου προγράμματος.
Το πεδίο δράσης αφορά εγκληματικές οργανώσεις στο εξωτερικό και όχι ξένες κυβερνήσεις.
«Οι καινοτόμες δυνατότητες των αμερικανικών επιχειρήσεων έχουν ιστορικά αξιοποιηθεί ανεπαρκώς στις προσπάθειες εντοπισμού και διατάραξης εγκληματικών δικτύων που δραστηριοποιούνται στον κυβερνοχώρο», αναφέρεται στο προεδρικό υπόμνημα.
«Κυβερνοδιώκτες» με κρατική σφραγίδα
Η είσοδος των ιδιωτών στο πεδίο των επιθετικών κυβερνοεπιχειρήσεων, ωστόσο, προκαλεί μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα: ποιος θα αποφασίζει τους στόχους, πώς θα συντονίζονται οι εταιρείες με τις κρατικές υπηρεσίες και κυρίως ποιος θα αναλαμβάνει την ευθύνη εάν μια επιχείρηση ξεφύγει από τα όριά της.
Η αμερικανική κυβέρνηση πραγματοποιεί ήδη εκτεταμένες κυβερνοεπιχειρήσεις εναντίον στόχων στο εξωτερικό. Πρώην αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι η προσθήκη ιδιωτικών εταιρειών σε ένα ήδη σύνθετο επιχειρησιακό περιβάλλον μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αλληλοεπικαλύψεων και λανθασμένων κινήσεων.
«Ο πραγματικός κίνδυνος είναι να καταλήξεις με μια σειρά από “κυβερνο-ιδιώτες” να δρουν χωρίς σαφή συντονισμό ή καθοδήγηση σε ομοσπονδιακό επίπεδο», δήλωσε ο Andrew Schoka, πρώην αξιωματικός του αμερικανικού Στρατού στο US Cyber Command.
Όπως σημείωσε στο CNN, ο συντονισμός των κυβερνοεπιχειρήσεων αποτελεί ήδη μεγάλη πρόκληση για τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Η είσοδος εταιρειών με ισχυρές τεχνικές δυνατότητες και μεγαλύτερη ταχύτητα δράσης προσθέτει ακόμη μία δύσκολη παράμετρο.
Η Ουάσιγκτον ζητά ενισχύσεις στο ψηφιακό μέτωπο
Πίσω από τη νέα στρατηγική βρίσκεται και ένα σοβαρό πρόβλημα πόρων. Η αμερικανική κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα οργανωμένα δίκτυα κυβερνοεγκλήματος και κρατικά υποστηριζόμενους χάκερ από χώρες όπως η Κίνα.
Σύμφωνα με τον πρώην διευθυντή του FBI Christopher Wray, οι χάκερ που υποστηρίζονται από την κινεζική κυβέρνηση υπερτερούν αριθμητικά του προσωπικού κυβερνοασφάλειας του FBI σε αναλογία 50 προς 1.
Η Cynthia Kaiser, πρώην υψηλόβαθμη αξιωματούχος του FBI στον τομέα του κυβερνοχώρου, εκτιμά ότι η εμπλοκή ιδιωτικών εταιρειών θα μπορούσε να επιτρέψει στις ΗΠΑ να πλήξουν περισσότερες εγκληματικές οργανώσεις, απελευθερώνοντας παράλληλα δυνάμεις του FBI και της Διοίκησης Κυβερνοχώρου (Cyber Command) ώστε να επικεντρωθούν στις κρατικές απειλές.
Η ίδια, πάντως, προειδοποιεί ότι «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες». Οι εταιρείες, όπως σημειώνει, θα χρειαστούν σαφείς απαντήσεις σχετικά με τη νομική προστασία τους, τα όρια της κυβερνητικής εποπτείας και το τι θα συμβαίνει όταν ξένοι κυβερνοεγκληματίες χρησιμοποιούν αμερικανικές ψηφιακές υποδομές.
Τι γίνεται όταν η κυβερνοεπίθεση βρει λάθος στόχο;
Το μεγαλύτερο ρίσκο δεν είναι μόνο νομικό. Μια κυβερνοεπιχείρηση μπορεί να προκαλέσει παράπλευρες συνέπειες πολύ πέρα από τον αρχικό της στόχο.
Ο Chris «Weld Pond» Wysopal, συνιδρυτής της εταιρείας κυβερνοασφάλειας Veracode, θεωρεί ότι το νέο πρόγραμμα μπορεί να προσφέρει έναν πιο οργανωμένο μηχανισμό αντιμετώπισης της έκρηξης των διαδικτυακών απατών στις ΗΠΑ. Προειδοποιεί, ωστόσο, για το τι θα μπορούσε να συμβεί εάν μια επιχείρηση που πραγματοποιείται από ιδιωτική εταιρεία με κυβερνητική έγκριση πάει στραβά.
Μια κυβερνοεπίθεση σε κέντρο δεδομένων στο εξωτερικό, για παράδειγμα, με στόχο ένα δίκτυο απατεώνων θα μπορούσε ακούσια να πλήξει τις ψηφιακές υποδομές ενός νοσοκομείου ή άλλης κρίσιμης υπηρεσίας.
Υπάρχει και ένας ακόμη κίνδυνος: εργαζόμενοι αμερικανικών εταιρειών που θα συμμετέχουν στο πρόγραμμα θα μπορούσαν, όταν ταξιδεύουν στο εξωτερικό, να βρεθούν στο στόχαστρο ξένων κυβερνήσεων και αντιμέτωποι με κράτηση ή ανάκριση λόγω της εμπλοκής τους σε κυβερνοεπιχειρήσεις.
Ποιος πληρώνει το τίμημα αν κάτι πάει στραβά;
Την εποπτεία του νέου σχήματος θα αναλάβουν αξιωματούχοι των υπουργείων Δικαιοσύνης και Εσωτερικής Ασφάλειας. Το προεδρικό υπόμνημα προβλέπει επίσης πρόσθετο νομικό έλεγχο για κάθε δραστηριότητα που στρέφεται κατά προσώπου στις ΗΠΑ.
Το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό: τι συμβαίνει εάν μια ιδιωτική εταιρεία υπερβεί την εντολή της, χτυπήσει λάθος στόχο ή προκαλέσει ζημιά σε τρίτους;
Ο Jason Kikta, πρώην αξιωματούχος της Διοίκησης Κυβερνοχώρου, υποστηρίζει ότι το υπόμνημα δεν περιγράφει έναν επαρκώς σαφή μηχανισμό εποπτείας και ελέγχου που να εγγυάται την προστασία των ατομικών ελευθεριών των Αμερικανών πολιτών.
«Δεν υπάρχει σαφής διαδικασία εποπτείας ή ελέγχου των αποφάσεων που θα λαμβάνονται από μη κατονομαζόμενους πολιτικούς διορισμένους», ανέφερε.
Και, όπως προειδοποίησε, ακόμη κι αν οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να περιορίζονται από τις αρμοδιότητες των υπουργείων Δικαιοσύνης και Εσωτερικής Ασφάλειας, η νέα πολιτική μεταφέρει ένα κρίσιμο κομμάτι του ρίσκου -και της ευθύνης- στις ίδιες τις εταιρείες.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.