Μετά τους S-400 τι; Οι πιθανές κυρώσεις των ΗΠΑ στην Τουρκία

Presidential Press Service via AP
Η Τουρκία σήμερα παρέλαβε τα πρώτα φορτία του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400, γεγονός που εκθέτει την ’γκυρα σε κίνδυνο επιβολής κυρώσεων από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τυχόν κυρώσεις θα επιβληθούν με βάση τον νόμο Countering America’s Adversaries Through Sanctions (CAATSA), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 2017 και στοχοποιεί πρόσωπα που συναλλάσσονται με την αμυντική βιομηχανία της Ρωσίας ή τις υπηρεσίες πληροφοριών.

Ο νόμος περιέχει κατάλογο 12 πιθανών κυρώσεων, εκ των οποίων ο πρόεδρος καλείται να επιλέξει τουλάχιστον πέντε. Τα μέτρα κυμαίνονται από σχετικά ήπια, όπως απαγόρευση εισόδου στις Ηνωμένες Πολιτείες, μέχρι πολύ αυστηρούς οικονομικούς περιορισμούς που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρό οικονομικό πλήγμα στην ’γκυρα.

Το «μενού»

Στα πιο σκληρά μέτρα συγκαταλέγεται η απαγόρευση τραπεζικών συναλλαγών με στοχοποιημένα πρόσωπα. Δεδομένου ότι οι περισσότερες εμπορικές αγοροπωλησίες παγκοσμίως εκτελούνται με δολάρια μέσω αμερικανικών ή συνεργαζόμενων τραπεζών, το εν λόγω μέτρο μπορεί να αποκόψει τούρκους πολιτικούς, επιχειρηματίες ή φορείς και επιχειρήσεις από μεγάλο μέρος της παγκόσμιας αγοράς.

Οι ΗΠΑ μπορούν επίσης να απαγορεύσουν οιαδήποτε κίνηση των προσώπων - στόχων γίνεται σε ξένο νόμισμα στην δικαιοδοσία τους, και να εμποδίσουν διατραπεζικές συναλλαγές ανάμεσα σε αμερικανικά και τουρκικά ιδρύματα.

Η Ουάσιγκτον έχει επιπρόσθετα τη δυνατότητα να «παγώσει» την πώληση οπλικών συστημάτων και πυρηνικής τεχνολογίας στους στόχους των κυρώσεων.

Το πρακτορείο Bloomberg έχει μεταδώσει πως οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις έχουν αρχίσει να συγκεντρώνουν απόθεμα ανταλλακτικών για αμερικανικά όπλα – όπως τα αεροσκάφη F-16 – ώστε να αντιμετωπίσουν τυχόν εμπάργκο.

Ο CAATSA επιτρέπει ακόμα στην αμερικανική κυβέρνηση να διακόψει συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ή αγαθών και να καταψηφίσει την χορήγηση οικονομικής βοήθειας από θεσμούς όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα όπου οι ΗΠΑ είναι μέτοχος.

Πέραν της απαγόρευσης εισόδου ή παραμονής στις ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον μπορεί επιπλέον να «παγώσει» τα περιουσιακά στοιχεία των προσώπων - στόχων.

Ο αντίλογος του Τραμπ (;)

Ο Λευκός Οίκος μπορεί να ακυρώσει τις ποινές εάν αναφέρει εγγράφως στο Κογκρέσο ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούνται ζωτικά εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Μπορεί επίσης να αναβάλει την επιβολή κυρώσεων εάν παράσχει στο Κογκρέσο γραπτές αποδείξεις ότι ο στόχος των μέτρων μειώνει δραστικά τις αξιόποινες συναλλαγές με την Μόσχα.

Ο νόμος για τον αμυντικό προϋπολογισμό του 2019 τροποποίησε τους όρους για την προεδρική αναστολή κυρώσεων. Παρά ταύτα, οι αλλαγές είναι πρωτίστως προς όφελος ασιατικών συμμάχων των ΗΠΑ που δεν είναι μέλη του NATO και διαθέτουν παλιό σοβιετικό εξοπλισμό, με συνέπεια να χρειάζονται ανταλλακτικά.

Υπενθυμίζεται πως ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει υιοθετήσει ήπιους τόνους για την τουρκική συμπεριφορά όσον αφορά τους S-400, σε αντίθεση με το Πεντάγωνο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Κογκρέσο.

Η Τουρκία έχει απειλήσει με αντίμετρα εάν της επιβληθούν κυρώσεις, όμως δεν μπορεί να επηρεάσει σε εφάμιλλο βαθμό την αμερικανική οικονομία.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και χαμηλής έντασης κρίση στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις μπορεί να προκαλέσει σοβαρούς πονοκεφάλους στην ’γκυρα. Η πίεση της Ουάσιγκτον για απελευθέρωση του πάστορα Μπράνσον πέρυσι το καλοκαίρι και φθινόπωρο οδήγησε σε καταβαράθρωση της τουρκικής λίρας.

Η περίπτωση των F-35

Ανεξάρτητα από τις παραπάνω πιθανές κυρώσεις, οι ΗΠΑ έχουν ήδη δρομολογήσει την αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα συμπαραγωγής και απόκτησης του μαχητικού πέμπτης γενιάς F-35.

Η Ουάσιγκτον θεωρεί πως το ραντάρ των S-400 θα μπορεί να συγκεντρώσει απόρρητα δεδομένα για το ικανότερο αεροσκάφος που διαθέτει σήμερα το NATO και δεν προτίθεται να επιτρέψει στην Τουρκία να αποκτήσει αμφότερα οπλικά συστήματα.

Συνεπώς, οι ΗΠΑ έχουν ήδη αναστείλει την παράδοση των 100 F-35 που έχει παραγγείλει ή σχεδιάζει να παραγγείλει η ’γκυρα, έχουν διακόψει την εκπαίδευση τούρκων πιλότων κι έχουν λάβει μέτρα για την μεταφορά της παραγωγής που είχε αρχικά ανατεθεί στην τουρκική αμυντική βιομηχανία.
Πηγή: skai.gr - Αλέξανδρος Μαράκης