ΚΑΙΡΟΣ

Ο σιωπηλός κερδισμένος στη Μέση Ανατολή: Πώς η Ρωσία επιχειρεί να ωφεληθεί από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν

Your browser doesn’t support HTML5 audio

Η άνοδος των τιμών και η μετατόπιση της προσοχής από την Ουκρανία προσφέρουν πλεονεκτήματα στο Κρεμλίνο - Αναλύει ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος

Του Στέφανου Νικολαΐδη

Ενώ η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με αγωνία τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μετά την ευθεία εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στη σύγκρουση με το Ιράν, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι ο μεγαλύτερος ωφελημένος από τη νέα γεωπολιτική αναταραχή ενδέχεται να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα βορειότερα.

Στη Μόσχα.

Κατά τον διεθνολόγο Αλέξανδρο Δεσποτόπουλο, η Ρωσία φαίνεται να ακολουθεί μια στρατηγική «σιωπηρής αναμονής», αποφεύγοντας την άμεση εμπλοκή στη σύγκρουση, αλλά επιχειρώντας να κεφαλαιοποιήσει τις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συνέπειες που αυτή προκαλεί σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα.

Ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος

Μιλώντας στο skai.gr, ο κ. Δεσποτόπουλος υποστηρίζει ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί μια σειρά παράλληλων εξελίξεων που, εφόσον διατηρηθούν, ενδέχεται να λειτουργήσουν υπέρ των ρωσικών συμφερόντων τόσο στο ουκρανικό μέτωπο όσο και στο ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο.

Τα ενεργειακά κέρδη της Μόσχας

Ο πρώτος και ίσως πιο άμεσος παράγοντας αφορά την ενέργεια.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η αναταραχή στον Περσικό Κόλπο και η αβεβαιότητα γύρω από το Στενό του Ορμούζ προκάλεσαν έντονες πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και η άνοδος του φυσικού αερίου δημιουργούν συνθήκες ιδιαίτερα ευνοϊκές για μια οικονομία που εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές υδρογονανθράκων.

Όπως επισημαίνει ο κ. Δεσποτόπουλος, το ρωσικό αργό πετρέλαιο πωλείται πλέον σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από εκείνα που είχαν ενσωματωθεί στους δημοσιονομικούς σχεδιασμούς της Μόσχας, γεγονός που μεταφράζεται σε αυξημένα κρατικά έσοδα και μεγαλύτερη δυνατότητα χρηματοδότησης της ρωσικής πολεμικής μηχανής.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Ρωσία συνεχίζει για 4ο χρόνο τη στρατιωτική της προσπάθεια στην Ουκρανία, αναζητώντας διαρκώς νέους πόρους για τη διατήρηση της επιχειρησιακής της ικανότητας.

Οι κυρώσεις και η επαναφορά ρωσικών ποσοτήτων στην αγορά

Ένα δεύτερο στοιχείο που αναδεικνύει ο διεθνολόγος αφορά τις διεθνείς ενεργειακές ισορροπίες.

Κατά την εκτίμησή του, η ανάγκη των δυτικών οικονομιών να απορροφήσουν τους κραδασμούς από την πιθανή απώλεια ιρανικών ή άλλων περιφερειακών ποσοτήτων ενέργειας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ανοχή απέναντι στις ρωσικές εξαγωγές.

Ακόμη και περιορισμένες διευκολύνσεις ή προσωρινές χαλαρώσεις συγκεκριμένων περιορισμών θα μπορούσαν να επιτρέψουν στη Ρωσία να ανακτήσει τμήμα της διεθνούς αγοράς που είχε χάσει τα προηγούμενα χρόνια λόγω των κυρώσεων.

Ιδιαίτερα στην Ασία, όπου η ενεργειακή ζήτηση παραμένει υψηλή, η Μόσχα θα μπορούσε να βρεθεί σε πλεονεκτική θέση αξιοποιώντας το νέο περιβάλλον αβεβαιότητας.

Η Μέση Ανατολή και η σκιά πάνω από την Ουκρανία

Ωστόσο, το πλέον κρίσιμο σκέλος της ανάλυσης αφορά τις επιπτώσεις στο ουκρανικό μέτωπο.

Κατά τον κ. Δεσποτόπουλο, η μεταφορά της στρατηγικής προσοχής των Ηνωμένων Πολιτειών και σημαντικού μέρους των δυτικών συμμάχων στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην Ουκρανία.

Η προστασία αμερικανικών δυνάμεων, η στήριξη του Ισραήλ και η διασφάλιση κρίσιμων θαλάσσιων οδών απαιτούν τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών και προηγμένων αμυντικών συστημάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, συστήματα αεράμυνας, πύραυλοι αναχαίτισης Patriot και σημαντικά αποθέματα πυρομαχικών κατευθύνονται προς τη Μέση Ανατολή, μειώνοντας τη διαθεσιμότητα υλικού για την Ουκρανία.

Κατά την ίδια εκτίμηση, η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αφήσει την ουκρανική αεράμυνα πιο ευάλωτη απέναντι στις ρωσικές επιθέσεις και να περιορίσει την ικανότητα του Κιέβου να προστατεύσει κρίσιμες ενεργειακές και στρατιωτικές υποδομές.

Η πιθανή αποδυνάμωση της ουκρανικής αεράμυνας θα μπορούσε, σύμφωνα με την ανάλυση, να δημιουργήσει νέες επιχειρησιακές δυνατότητες για τη Ρωσία.

Ο κ. Δεσποτόπουλος εκτιμά ότι η ρωσική αεροπορία θα μπορούσε να αξιοποιήσει ευκολότερα κατευθυνόμενα όπλα και βόμβες ολίσθησης εναντίον ουκρανικών οχυρώσεων και γραμμών ανεφοδιασμού, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου οι ουκρανικές δυνάμεις βασίζονται στην αεράμυνα μεγάλου βεληνεκούς για την προστασία τους.

Παράλληλα, τα αυξημένα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειας ενδέχεται να επιτρέψουν στη Μόσχα να επιταχύνει την παραγωγή οπλικών συστημάτων, drones και πυρομαχικών, ενισχύοντας περαιτέρω την πολεμική της οικονομία.

Κατά τον ίδιο, η Ρωσία έχει ήδη αφομοιώσει σημαντικό μέρος της τεχνογνωσίας που απέκτησε από τη συνεργασία της με το Ιράν στον τομέα των μη επανδρωμένων συστημάτων, μειώνοντας σταδιακά την εξάρτησή της από εξωτερικές προμήθειες.

Την ίδια στιγμή, η ίδια η Τεχεράνη ενδέχεται να εξέλθει από τη σύγκρουση πιο εξαρτημένη από ποτέ από τη Μόσχα.

Ο κ. Δεσποτόπουλος υποστηρίζει ότι ακόμη και χωρίς άμεση στρατιωτική εμπλοκή, η Ρωσία διατηρεί τη δυνατότητα να λειτουργεί ως διπλωματικός προστάτης του Ιράν σε διεθνή φόρα και ως σημαντικός εταίρος στην αντιμετώπιση των συνεπειών των δυτικών κυρώσεων.

Εφόσον η ιρανική οικονομία και οι στρατιωτικές δυνατότητες υποστούν σημαντική φθορά, η εξάρτηση της Τεχεράνης από τη ρωσική στήριξη θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά, ενισχύοντας περαιτέρω τη γεωπολιτική επιρροή του Κρεμλίνου στη Μέση Ανατολή.

Η Ευρώπη ανάμεσα σε δύο πιέσεις

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εκτίμηση του διεθνολόγου για τη θέση της Ευρώπης στο νέο περιβάλλον.

Όπως σημειώνει, στους κύκλους των γεωπολιτικών αναλυτών συζητείται όλο και περισσότερο το ενδεχόμενο μιας σύγκλισης συμφερόντων μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντιμίρ Πούτιν, όχι κατ’ ανάγκη μέσω μιας επίσημης συμφωνίας, αλλά μέσω μιας κοινής αντίληψης για την αναδιαμόρφωση των διεθνών ισορροπιών.

Σύμφωνα με αυτή τη σχολή σκέψης, ο Τραμπ αντιμετωπίζει συχνά την Ευρώπη ως οικονομικό ανταγωνιστή και θεωρεί ότι οι Ευρωπαίοι δεν επωμίζονται επαρκές βάρος για την άμυνά τους. Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία επιδιώκει διαχρονικά την αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής συνοχής και των διατλαντικών δεσμών.

Το σενάριο ενός νέου «μεγάλου παζαριού»

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Δεσποτόπουλος περιγράφει ένα θεωρητικό σενάριο που συζητείται σε αναλυτικούς κύκλους.

Η Ρωσία θα επιδίωκε τη διατήρηση ή αναγνώριση μιας ευρύτερης ζώνης επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να μεταφέρουν περισσότερους πόρους προς τον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Κίνα.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Ευρώπη θα βρισκόταν αντιμέτωπη με διπλή πίεση: από τη μία πλευρά τη ρωσική στρατιωτική και ενεργειακή ισχύ και από την άλλη την αμερικανική απαίτηση για μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες, αγορές εξοπλισμών και αυξημένη ενεργειακή εξάρτηση από το αμερικανικό LNG.

Το κατά πόσο αυτές οι εκτιμήσεις θα επιβεβαιωθούν παραμένει ανοιχτό.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου, η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν επηρεάζει μόνο την περιφερειακή ασφάλεια ή τις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν. Ενδέχεται να επιταχύνει μια ευρύτερη αναδιάταξη ισχύος που συνδέει άμεσα τη Μέση Ανατολή, την Ουκρανία, τη Ρωσία και την Ευρώπη.

Και αν τελικά η προσοχή της Δύσης παραμείνει στραμμένη στον Περσικό Κόλπο, το σημαντικότερο γεωπολιτικό κέρδος για τη Μόσχα ίσως να μη βρίσκεται στο Ιράν, αλλά στο ουκρανικό μέτωπο και στη σταδιακή μεταβολή των παγκόσμιων συσχετισμών ισχύος.

Πηγή: skai.gr