Το εκλογικό αποτέλεσμα στο Ισραήλ, που δεν ανέδειξε σαφή νικητή και δεν εξασφάλισε κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε κανένα από τα δύο στρατόπεδα, δημιουργεί νέα αβεβαιότητα για τον Ντόναλντ Τραμπ, την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος καλείται να διαχειριστεί τις εξελίξεις στο Ιράν και στη Γάζα, καθώς και τις ευρύτερες ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή.
Όπως σημειώνει ο Ματ Σπετάλνικ (Matt Spetalnick) για το Reuters, ο συνασπισμός της δεξιάς - ακροδεξιάς υπό τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου εξασφάλισε τις περισσότερες έδρες στην ισραηλινή Βουλή, αλλά έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις εκλογές της Τρίτης.
Αυτό συνέβη παρά τη δημόσια στήριξη που είχε εκφράσει ο Τραμπ στον Ισραηλινό πρωθυπουργό, απέναντι στην αντίπαλη συμμαχία κομμάτων υπό τον πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, Γκάντι Αϊζενκότ, ο οποίος έχει υιοθετήσει σκληρή γραμμή σε ζητήματα ασφάλειας.
Παρά το γεγονός ότι ο Νετανιάχου εμφανίζεται να διατηρεί ισχυρότερη θέση, κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν φαίνεται να διαθέτει σαφή δρόμο προς τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης.
Πρόκειται για τις πρώτες εκλογές στο Ισραήλ μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν.
Το αποτέλεσμα προμηνύει δύσκολες και παρατεταμένες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού, με το ενδεχόμενο νέων εκλογών να παραμένει ανοιχτό. Στο μεταξύ, ο Νετανιάχου παραμένει στην εξουσία ως επικεφαλής υπηρεσιακής κυβέρνησης.
Οι εξελίξεις έχουν άμεση σημασία για τις σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ, οι οποίες καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την κοινή στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ιράν, το αδιέξοδο στις προσπάθειες για ειρήνευση στη Γάζα και τις ενδείξεις υποχώρησης της υποστήριξης προς το Ισραήλ στην αμερικανική κοινή γνώμη.
Η πολιτική αβεβαιότητα εκδηλώνεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία, καθώς ο Τραμπ και ο Νετανιάχου έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να συμμετάσχουν σε νέο γύρο επιθέσεων κατά του Ιράν.
«Η ισραηλινή πολιτική μπορεί να είναι περίπλοκη», δήλωσε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην σύμβουλος για θέματα Μέσης Ανατολής σε κυβερνήσεις τόσο των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικανών.
Όπως σημείωσε, από την αμερικανική σκοπιά θα ήταν χρήσιμο να υπάρξει σαφέστερη εικόνα, κάτι που, ωστόσο, είναι ευκολότερο να ειπωθεί παρά να επιτευχθεί.
Ποια έκβαση θα προτιμούσε ο Τραμπ
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, ένας πολιτικός που έχει καταφέρει επανειλημμένα να επιβιώνει από κρίσεις, ενδέχεται να έχει διασώσει για ακόμη μία φορά την πολιτική του θέση. Η σχέση του με τον Τραμπ διαρκεί δεκαετίες και χαρακτηρίζεται από στενή συνεργασία, αλλά και κατά περιόδους ένταση.
Ο Νετανιάχου είναι ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ και ο μοναδικός Ισραηλινός πρωθυπουργός με τον οποίο έχει συνεργαστεί ο Τραμπ ως πρόεδρος των ΗΠΑ.
Από την άλλη πλευρά, ο Γκάντι Αϊζενκότ επιχείρησε κατά την προεκλογική περίοδο να προβάλει το προφίλ ενός πολιτικού εκτός του παραδοσιακού κομματικού κατεστημένου, με έμφαση στην ασφάλεια και με αξιοποίηση της στρατιωτικής του εμπειρίας. Οι πιθανότητές του να σχηματίσει κυβέρνηση έχουν περιοριστεί, χωρίς να έχουν εκλείψει.
Δεν είναι γνωστό να έχει συναντηθεί ποτέ με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι ο σχηματισμός μιας ευρείας κυβέρνησης εθνικής ενότητας, στην οποία ο Νετανιάχου θα παρέμενε πρωθυπουργός, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του Τραμπ, εξασφαλίζοντας έναν πολιτικά σταθερό εταίρο στο Ισραήλ. Ωστόσο, κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν έχει δείξει μέχρι στιγμής διάθεση να ακολουθήσει αυτή την επιλογή.
Ερωτηθείς την Τετάρτη από τον ιστότοπο Axios εάν σκοπεύει να παρέμβει στις προσπάθειες για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Νετανιάχου, ο Τραμπ απάντησε ότι δεν το είχε σκεφτεί, προσθέτοντας: «Θα το εξετάσω».
Το ενδεχόμενο νέου γύρου επιθέσεων στο Ιράν
Το σημαντικότερο ερώτημα για την Ουάσιγκτον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ θα επιλέξει να κινηθεί από κοινού με το Ισραήλ στον πόλεμο κατά του Ιράν, ο οποίος έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή.
Η σύγκρουση, που διαρκεί ήδη οκτώ μήνες, έχει διαταράξει τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, έχει αυξήσει τις τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ και έχει επιβαρύνει τα ποσοστά αποδοχής του Αμερικανού προέδρου.
Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, στις οποίες διακυβεύεται ο έλεγχός τους στο Κογκρέσο.
Στις 18 Οκτωβρίου, όταν εξέφρασε δημόσια την υποστήριξή του στον Νετανιάχου, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι επιθυμούσε την παραμονή του στην εξουσία, προκειμένου να συμβάλει σύντομα στην «ολοκλήρωση της δουλειάς» κατά του Ιράν.
Μετά το εκλογικό αποτέλεσμα, στο οποίο ο Νετανιάχου κατέγραψε καλύτερη επίδοση από εκείνη που προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις πριν από την ψηφοφορία, ο Αμερικανός πρόεδρος εκτίμησε ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός τα πήγε «πολύ καλά» και υποστήριξε ότι η δική του παρέμβαση τον βοήθησε.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα αφήσει να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα μπορούσαν να επαναλάβουν τις επιθέσεις κατά του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Ορισμένοι επικριτές, μεταξύ των οποίων και στο Ισραήλ, εκτιμούν ότι ο Νετανιάχου θα μπορούσε να δει μια νέα στρατιωτική επιχείρηση ως ευκαιρία να ενισχύσει την πολιτική του θέση, ενώ παραμένει επικεφαλής της υπηρεσιακής κυβέρνησης.
Ο Τζόναθαν Πανίκοφ, πρώην αναπληρωτής αξιωματούχος των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών με αρμοδιότητα τη Μέση Ανατολή, εκτίμησε ότι οποιαδήποτε μελλοντική ισραηλινή ηγεσία πιθανότατα θα βρίσκεται στην ίδια γραμμή με τον Τραμπ, εφόσον ο Αμερικανός πρόεδρος αποφασίσει να εγκαταλείψει το σημερινό αδιέξοδο και να κλιμακώσει την αντιπαράθεση με τον βασικό περιφερειακό αντίπαλο του Ισραήλ.
«Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα υπάρξουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους σε αυτό το ζήτημα», δήλωσε ο Πανίκοφ, ο οποίος εργάζεται σήμερα στο αμερικανικό ινστιτούτο Atlantic Council, στην Ουάσιγκτον.
Οι διαφωνίες μεταξύ του Νετανιάχου και του Τραμπ, αλλά και μεταξύ του Αμερικανού προέδρου και σημαντικού μέρους της ισραηλινής κοινής γνώμης, έχουν εκδηλωθεί κατά καιρούς όταν ο Τραμπ εμφανίστηκε διατεθειμένος να προσφέρει παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις με την Ισλαμική Δημοκρατία, οι οποίες πλέον βρίσκονται σε αδιέξοδο.
Περιορισμένα περιθώρια για αλλαγή πολιτικής στη Γάζα
Ανεξάρτητα από τη σύνθεση της επόμενης ισραηλινής κυβέρνησης, δεν διαφαίνονται ισχυρές ενδείξεις για μια ριζική αλλαγή της σκληρής πολιτικής απέναντι στους Παλαιστινίους.
Η προοπτική αυτή δεν ευνοεί την άρση του διπλωματικού αδιεξόδου μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς ούτε την πλήρη εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου του Τραμπ για τη Γάζα, μετά τον πόλεμο που ακολούθησε την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023.
Σε απάντηση στην αιματηρή διασυνοριακή επίθεση της Χαμάς, το Ισραήλ κατέστρεψε μεγάλο μέρος του παλαιστινιακού θύλακα, ενώ δεκάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν στη διάρκεια του πολέμου.
Αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν εκφράσει κατ’ ιδίαν την απογοήτευσή τους για τη στάση του Νετανιάχου, την οποία θεωρούν αδιάλλακτη. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιμένει ότι η Χαμάς πρέπει πρώτα να αφοπλιστεί.
Ο Αϊζενκότ, ο οποίος έχασε έναν γιο και δύο ανιψιούς του στον πόλεμο της Γάζας, προέβαλε την πολεμική του εμπειρία κατά την προεκλογική εκστρατεία, επιχειρώντας παράλληλα να τοποθετηθεί στον χώρο του πολιτικού κέντρου στο εσωτερικό του Ισραήλ.
Έχει δεσμευτεί ότι θα απομακρυνθεί από τη συνεργασία με τους ακροδεξιούς εταίρους του κυβερνητικού συνασπισμού του Νετανιάχου, χωρίς όμως να εγκαταλείψει τη σκληρή γραμμή σε θέματα ασφάλειας, η οποία έχει ενισχυθεί μετά την επίθεση της Χαμάς το 2023.
Όπως και ο Νετανιάχου, ο Αϊζενκότ αντιτίθεται στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους και υποστηρίζει ότι η στρατιωτική πτέρυγα της Χαμάς πρέπει να καταστραφεί.
Έχει, ωστόσο, δεσμευτεί να αποτρέψει τη βία από Ισραηλινούς εποίκους κατά Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου έχει κατηγορηθεί ότι ανέχεται τέτοιες επιθέσεις, οι οποίες έχουν προκαλέσει τις τελευταίες εβδομάδες επικρίσεις από Αμερικανούς αξιωματούχους. Στην Ουάσιγκτον εκφράζονται φόβοι ότι η περιοχή θα μπορούσε να εξελιχθεί σε νέα εστία έντασης στη Μέση Ανατολή.
Η διεθνής απομόνωση του Ισραήλ και η πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η πολιτική αβεβαιότητα στο Ισραήλ αναμένεται να διατηρηθεί για κάποιο διάστημα. Την ίδια ώρα, ο Τραμπ θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις πιθανές πολιτικές συνέπειες από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, καθώς οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν το ενδεχόμενο οι Δημοκρατικοί να αποκτήσουν τον έλεγχο της μίας ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να εντείνει την πίεση προς την κυβέρνηση Τραμπ από Δημοκρατικούς βουλευτές και γερουσιαστές, οι οποίοι έχουν περιορίσει τη στήριξή τους προς το Ισραήλ εξαιτίας της διεξαγωγής του πολέμου στη Γάζα.
Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσαν να ενισχυθούν οι πιέσεις για περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας και των προμηθειών όπλων, που ανέρχονται σε δισεκατομμύρια δολάρια.
Παράλληλα, ολοένα και περισσότερα στελέχη και υποστηρικτές του κινήματος MAGA του Τραμπ εμφανίζονται επικριτικά απέναντι στο Ισραήλ. Ορισμένοι το κατηγορούν ότι παραπλάνησε τον Αμερικανό πρόεδρο, πείθοντάς τον ότι το Ιράν θα μπορούσε να ηττηθεί εύκολα.
Η κριτική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς ο Τραμπ είχε στηρίξει την εκστρατεία του για δεύτερη προεδρική θητεία στην υπόσχεση ότι θα απέφευγε τις στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό.
Σε συνέντευξή του στο Axios τον Ιούνιο, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προειδοποιήσει τον Νετανιάχου για τη διεύρυνση της διεθνούς απομόνωσης του Ισραήλ.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η τάση αυτή ενδέχεται να είναι δύσκολο να αναστραφεί, ακόμη και αν προκύψει νέα κυβέρνηση από τις εκλογικές διεργασίες.
Το εκλογικό αδιέξοδο, επομένως, δεν αφορά μόνο το ποιος θα κυβερνήσει το Ισραήλ.
Αγγίζει άμεσα τη στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στο Ιράν, τις προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα και το πολιτικό κόστος που μπορεί να έχει για τον Τραμπ η στενή σχέση των ΗΠΑ με την ισραηλινή κυβέρνηση.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.