Η Διεθνής Αμνηστία υποστηρίζει ότι το πακιστανικό αεροπορικό πλήγμα που έπληξε τον Μάρτιο το κέντρο απεξάρτησης από ναρκωτικά "Omid" στην Καμπούλ, προκαλώντας τον θάνατο εκατοντάδων αμάχων, θα πρέπει να διερευνηθεί ως πιθανό έγκλημα πολέμου.
Σε ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Τετάρτη, η οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανέφερε ότι «δεν βρήκε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν» τους ισχυρισμούς του Πακιστάν ότι το κέντρο χρησιμοποιούνταν για στρατιωτικούς σκοπούς ή ως αποθήκη όπλων και πυρομαχικών.
Οι αφγανικές αρχές έχουν δηλώσει ότι από το πλήγμα της 16ης Μαρτίου σκοτώθηκαν περίπου 400 άμαχοι που βρίσκονταν στη δομή. Το Πακιστάν αμφισβητεί τον αριθμό των θυμάτων και επιμένει ότι στόχος της επιχείρησης ήταν στρατιωτική εγκατάσταση.
Η Αποστολή Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών στο Αφγανιστάν (UNAMA) ανακοίνωσε τον Μάιο ότι έχει επαληθεύσει ανεξάρτητα τουλάχιστον 269 θανάτους αμάχων και 122 τραυματισμούς, επισημαίνοντας ωστόσο ότι «ο πραγματικός αριθμός ενδέχεται να είναι σημαντικά υψηλότερος». Οι αφγανικές αρχές πραγματοποίησαν τουλάχιστον δύο μαζικές κηδείες για τα θύματα της επίθεσης.
Το κέντρο "Omid", δυναμικότητας 2.000 κλινών, λειτουργούσε επί περίπου μία δεκαετία ως μονάδα θεραπείας εξαρτήσεων και βρισκόταν κοντά στο διεθνές αεροδρόμιο της Καμπούλ, σε χώρο που παλαιότερα αποτελούσε τμήμα στρατιωτικής βάσης του ΝΑΤΟ.
Στην έκθεσή της, που δημοσιεύθηκε την Τρίτη, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι ανέλυσε και επαλήθευσε περισσότερες από 60 φωτογραφίες και βίντεο, μεταξύ των οποίων και οπτικό υλικό που δημοσιοποίησε ο πακιστανικός στρατός. Παράλληλα, εξέτασε περισσότερες από 30 δορυφορικές εικόνες της περιοχής έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας
Σύμφωνα με την οργάνωση, κανένα από τα βίντεο δεν επιτρέπει την ταυτοποίηση πειστικών στοιχείων που να αποδεικνύουν την ύπαρξη όπλων, πυρομαχικών ή άλλων εκρηκτικών στον χώρο. Επιπλέον, δεν καταγράφονται δευτερογενείς εκρήξεις αμέσως μετά την επίθεση, γεγονός που θα μπορούσε να υποδηλώνει την ύπαρξη αποθήκης πυρομαχικών.
Κλιμάκωση της διασυνοριακής σύγκρουσης
Η επίθεση σημειώθηκε έπειτα από μήνες ανταλλαγών πυρών στα σύνορα μεταξύ Πακιστάν και Αφγανιστάν, οι οποίες ξεκίνησαν το προηγούμενο έτος και κλιμακώθηκαν τον Φεβρουάριο, όταν το Πακιστάν δήλωσε ότι βρίσκεται σε «ανοιχτό πόλεμο» με το Αφγανιστάν.
Η UNAMA αναφέρει ότι από την 1η Ιανουαρίου έως το τέλος Μαρτίου καταγράφηκαν συνολικά 372 νεκροί άμαχοι και σχεδόν 400 τραυματίες στο Αφγανιστάν λόγω διασυνοριακής βίας. Παράλληλα, αρκετοί γύροι διεθνώς διαμεσολαβούμενων ειρηνευτικών συνομιλιών δεν κατάφεραν να οδηγήσουν σε μόνιμη εκεχειρία.
Στα τέλη Ιουνίου, νέα διασυνοριακή επίθεση του Πακιστάν προκάλεσε τον θάνατο περισσότερων από δύο δεκάδων αμάχων σε τρεις επαρχίες του ανατολικού Αφγανιστάν, με την UNAMA να επιβεβαιώνει τουλάχιστον 28 νεκρούς.
Το Πακιστάν κατηγορεί το Αφγανιστάν ότι παρέχει καταφύγιο σε ένοπλες οργανώσεις που πραγματοποιούν πολύνεκρες επιθέσεις στο πακιστανικό έδαφος, κυρίως στην οργάνωση Tehrik-e-Taliban Pakistan (TTP). Η οργάνωση αυτή είναι διακριτή, αλλά σύμμαχος των Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, οι οποίοι κυβερνούν τη χώρα από το 2021, μετά την αποχώρηση των αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων. Η Καμπούλ απορρίπτει τις κατηγορίες.
«Πιθανό έγκλημα πολέμου»
Στην έκθεσή της, η Διεθνής Αμνηστία υποστηρίζει ότι το πλήγμα στο κέντρο παραβίασε την ειδική προστασία που παρέχει το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο στις υγειονομικές εγκαταστάσεις, καθώς και τις αρχές της διάκρισης, της προφύλαξης και της αναλογικότητας που έχουν ως στόχο την προστασία των αμάχων.
Η υπηρεσιακή περιφερειακή διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Νότια Ασία, Ιζαμπέλ Λασέ, δήλωσε ότι η επίθεση «συνιστά σοβαρή παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και ενδεχομένως ισοδυναμεί με έγκλημα πολέμου». Όπως ανέφερε, δεδομένου ότι ήταν ευρέως γνωστό πως η εγκατάσταση λειτουργούσε ως ιατρικό κέντρο επί περισσότερο από μία δεκαετία, η επίθεση καταδεικνύει σοβαρή αποτυχία στον στρατιωτικό σχεδιασμό του Πακιστάν, με αποτέλεσμα την απώλεια μεγάλου αριθμού αμάχων.
Λίγες ώρες μετά την επίθεση, ο υπουργός Πληροφοριών του Πακιστάν, Αταουλάχ Ταράρ, είχε αναφέρει μέσω της πλατφόρμας X ότι η πακιστανική πολεμική αεροπορία πραγματοποίησε «χειρουργικά αεροπορικά πλήγματα» εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων, καταστρέφοντας, όπως υποστήριξε, υποδομές τεχνικής υποστήριξης και αποθήκες πυρομαχικών σε δύο τοποθεσίες στην Καμπούλ.
Η Διεθνής Αμνηστία γνωστοποίησε ότι στις 9 Ιουλίου απευθύνθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών του Πακιστάν ζητώντας πληροφορίες σχετικά με το αν έχει ξεκινήσει επίσημη έρευνα για την επίθεση, καθώς και στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό ότι ο στόχος ήταν αποθήκη όπλων και πυρομαχικών. Σύμφωνα με την οργάνωση, μέχρι τη δημοσίευση της έκθεσης δεν είχε λάβει απάντηση.