Από το σαμποτάζ στο Άρθρο 5: Το ρίσκο του ατυχήματος

Η Ευρώπη και Ρωσία κινούνται σε μια ολοένα στενότερη γκρίζα ζώνη όπου ένα λάθος στην απόδοση ευθύνης ή ένας εσφαλμένος υπολογισμός μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση

Υβριδικός πόλεμος

Η κλιμάκωση ανάμεσα σε Βερολίνο και Μόσχα δεν σταμάτησε με την επίσημη απόδοση ευθύνης για το περιστατικό στη Λειψία. Μέσα σε ώρες ήρθαν νέα περιστατικά σε γερμανικές υποδομές και ανοίγει ξανά ένα ερώτημα που η Δύση αποφεύγει να απαντήσει ξεκάθαρα: πόση απόσταση χωρίζει πια τον υβριδικό πόλεμο από τον κανονικό; 

Η κλιμάκωση δεν σταμάτησε στο Βερολίνο

Όταν η γερμανική κυβέρνηση απέδωσε επίσημα στη Ρωσία την ευθύνη για την απόπειρα επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο Λειψίας/Χάλε, το πλαίσιο ήταν μεθοδικό: εβδομάδες προειδοποιήσεων, σταδιακή κλιμάκωση της ρητορικής Μερτς, συντονισμός με ΕΕ και ΝΑΤΟ πριν από την ανακοίνωση μέτρων όπως το κλείσιμο του ρωσικού προξενείου στη Βόννη -του τελευταίου που λειτουργούσε στη χώρα- και του Ρωσικού Σπιτιού στο Βερολίνο. 

Η Μόσχα απάντησε με αντίστοιχα αντίμετρα, κλείνοντας τα παραρτήματα του Ινστιτούτου Γκαίτε στη Ρωσία, μιλώντας παράλληλα για «στημένη προβοκάτσια». 

Την ίδια στιγμή, μια σειρά από περιστατικά σε γερμανικές ενεργειακές υποδομές προκάλεσε νέο συναγερμό. Στις αρχές της εβδομάδας καταγράφηκαν απόπειρες σαμποτάζ σε υποσταθμούς στο Βρανδεμβούργο και το Μπέγκχαΐμ, ενώ ακολούθησαν νέες ύποπτες ενέργειες στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία.

Αρχικά, η χρονική συγκυρία και ο τρόπος των επιθέσεων ενίσχυσαν τις ανησυχίες για πιθανή σύνδεση με τον ευρύτερο υβριδικό πόλεμο κατά της Γερμανίας. Τα νεότερα στοιχεία, ωστόσο, περιπλέκουν την εικόνα. Οι γερμανικές αρχές ερευνούν δύο χειρόγραφα κείμενα ανάληψης ευθύνης και αναζητούν έναν Γερμανό, γεννημένο το 1977, ο οποίος φέρεται να δηλώνει ότι έδρασε μόνος του. Οι ερευνητές θεωρούν τα κείμενα πιθανότατα αυθεντικά, ενώ ως κίνητρο εμφανίζεται η αντίθεση στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων.

Αυτό σημαίνει ότι τα περιστατικά στο ηλεκτρικό δίκτυο δεν μπορούν στην παρούσα φάση να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό στοιχείο ρωσικής κλιμάκωσης. Και ακριβώς αυτή η αβεβαιότητα κάνει την κατάσταση πιο επικίνδυνη, καθώς η Γερμανία αντιμετωπίζει ταυτόχρονα μια επιβεβαιωμένη, κατά το Βερολίνο, ρωσική υβριδική απειλή και μια σειρά από άλλα περιστατικά των οποίων η προέλευση παραμένει υπό διερεύνηση.

Και η λίστα δεν σταμάτησε εκεί καθώς ήρθαν να προστεθούν νέα συμβάντα, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές αν συνδέονται μεταξύ τους. Μία ημέρα μετά τα δύο περιστατικά στο δίκτυο ηλεκτροδότησης, η βαυαρική αστυνομία συνέλαβε δύο Βούλγαρους υπηκόους (μια γυναίκα 28 ετών και έναν άνδρα 38 ετών) για ύποπτη επίθεση με ρίψη εμπρηστικών μηχανισμών κοντά στην έδρα της αμυντικής εταιρείας Rohde & Schwarz στο Μόναχο, στον ίδιο δρόμο όπου εδρεύει και η εταιρεία Helsing, η οποία κατασκευάζει drones. Η ζημιά ήταν περιορισμένη και δεν υπήρξαν τραυματισμοί, ενώ οι αρχές δεν έχουν ακόμη στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αν στόχος ήταν συγκεκριμένα η Rohde & Schwarz ή κάποια γειτονική εταιρεία. 

Παράλληλα, η Μόσχα προχώρησε σε δικά της αντίποινα σε πολιτιστικό/διπλωματικό επίπεδο, ανακοινώνοντας το κλείσιμο των Ινστιτούτων Γκαίτε στη Ρωσία, ως απάντηση στο κλείσιμο του Ρωσικού Σπιτιού από το Βερολίνο, ενώ Πολωνία και Βρετανία κάλεσαν Ρώσους διπλωμάτες για εξηγήσεις

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει ήδη νέο πακέτο κυρώσεων, ενώ αναμένεται ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους να συζητήσει το περιστατικό της Λειψίας με τον Αμερικανό ομόλογό του Πιτ Χέγκσεθ στην Ουάσιγκτον αργότερα μέσα στον μήνα - μια ένδειξη ότι το θέμα περνάει πλέον και σε διμερές επίπεδο ΗΠΑ-Γερμανίας.

Το ενδεχόμενο ατυχήματος

Το ερώτημα που ελάχιστοι θέτουν ανοιχτά, αλλά που απασχολεί ήδη στρατιωτικούς και διπλωματικούς κύκλους, είναι πού βρίσκεται η λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε μια υβριδική επίθεση και σε ένα περιστατικό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολεμική σύγκρουση. 

Το πρόβλημα ξεκινά από κάτι θεμελιώδες και συγκεκριμένα από το γεγονός δεν υπάρχει σαφής νομικός ορισμός του πότε ένα υβριδικό χτύπημα μετατρέπεται σε «πολεμική σύγκρουση» υπό την έννοια του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ. Δεν υπάρχει αριθμός από drones, ώρες διακοπής ρεύματος ή έκταση υλικής ζημιάς που να λειτουργεί σαν αυτόματο όριο. Το ίδιο το ΝΑΤΟ έχει αναγνωρίσει ότι μια υβριδική επιχείρηση ή το άθροισμα πολλών θα μπορούσε θεωρητικά να φτάσει σε αυτό το επίπεδο, εξαρτάται όμως από τις συνθήκες της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. 

Αυτή η ασάφεια δεν είναι τυχαία. Και ακριβώς αυτή η γκρίζα ζώνη είναι που αφήνει σε μια δύναμη σαν τη Ρωσία τα περιθώρια να χτυπά επανειλημμένα κάτω από το κατώφλι μιας άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης.

Ενα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι αυτή η ασάφεια δεν εγγυάται και έλεγχο. Το πιο ξεκάθαρο προηγούμενο ήρθε τον Σεπτέμβριο του 2025, όταν ρωσικά drones παραβίασαν τον πολωνικό εναέριο χώρο. Το περιστατικό ενεργοποίησε το Άρθρο 4 του ΝΑΤΟ, το οποίο προβλέπει άμεσες διαβουλεύσεις μεταξύ των συμμάχων, και οδήγησε σε κατάρριψη των drones από συμμαχικά μαχητικά, στην πρώτη άμεση στρατιωτική εμπλοκή ανάμεσα σε ΝΑΤΟ και ρωσικά μέσα από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Ήταν ένα επικίνδυνο παράδειγμα του πόσο γρήγορα ένα περιστατικό στην γκρίζα ζώνη μπορεί να οδηγήσει σε άμεση στρατιωτική αντίδραση. 

Ο επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών (BND), Μπρούνο Καλ, το είχε θέσει ανοιχτά: η εκτεταμένη χρήση υβριδικών μέσων από τη Ρωσία αυξάνει τον κίνδυνο να εξετάσει τελικά το ΝΑΤΟ την ενεργοποίηση του Άρθρου 5, ενώ παράλληλα η αυξανόμενη ρωσική στρατιωτική ισχύς καθιστά μια άμεση σύγκρουση με το ΝΑΤΟ μια ρεαλιστική επιλογή για το Κρεμλίνο. 

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ίδιας εκτίμησης δεν αφορά όμως τη Δύση, αλλά τη Μόσχα. Σύμφωνα με τον Καλ, ανώτατα στελέχη του ρωσικού υπουργείου Άμυνας φέρεται να αμφιβάλλουν αν το Άρθρο 5 -συμπεριλαμβανομένης της αμερικανικής κάλυψης- θα ενεργοποιηθεί πράγματι σε περίπτωση κρίσης. Αν η ρωσική πλευρά πιστεύει ότι το ΝΑΤΟ μπλοφάρει, τότε το ρίσκο δεν είναι απλώς η κλιμάκωση, είναι ο εσφαλμένος υπολογισμός.

Η απειλή που δεν άφησε περιθώρια παρερμηνείας

Αν μέχρι τώρα η συζήτηση για «ρίσκο ατυχήματος» έμοιαζε θεωρητική, ένα περιστατικό των τελευταίων ωρών την έκανε απτή. Ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ, αντιπρόεδρος του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας και πρώην πρόεδρος της χώρας, αντέδρασε στην επίσημη απόδοση ευθυνών για τη Λειψία μέσω Telegram, χαρακτηρίζοντας την κατηγορία της Γερμανίας «ανίσχυρη τιμωρία» για όσα αποκαλεί ρωσοφοβική πολιτική του Βερολίνου. 

Στη συνέχεια προχώρησε σε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο από τις συνήθεις ρητορικές απειλές. Υπονόησε ότι η Γερμανία αξίζει ένα άμεσο πλήγμα σε εργοστάσια που εφοδιάζουν με όπλα την Ουκρανία, «και πιθανότατα και σε αρκετές άλλες τοποθεσίες στο Βερολίνο».

Πρόκειται για δημόσια απειλή απευθείας στρατιωτικού χτυπήματος εναντίον εδάφους ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, από στόμα ανώτατου αξιωματούχου του ρωσικού κρατικού μηχανισμού. Και δεν πρόκειται για μεμονωμένη φωνή. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, αντί να αποστασιοποιηθεί, κατηγόρησε το Βερολίνο ότι προκαλεί περαιτέρω κλιμάκωση, στηρίζοντας επί της ουσίας την απειλή αντί να την αποδοκιμάσει. Με άλλα λόγια, η Μόσχα δεν έδειξε να υποχωρεί από τη γραμμή της απειλής, αλλά να την εντάσσει στο δικό της αφήγημα περί γερμανικής κλιμάκωσης.

Επιπλέον, η δήλωση απέκτησε πρόσθετο βάρος καθώς ήρθε μόλις μία εβδομάδα μετά από μια αιφνιδιαστική επίσκεψη του διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στη Μόσχα, όπου συναντήθηκε με Ρώσους αξιωματούχους των υπηρεσιών πληροφοριών. Η επίσημη εκδοχή, σύμφωνα με τον πρόεδρο Τραμπ, είναι ότι η επίσκεψη εντασσόταν στις προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. 

Η χρονική ακολουθία πάντως (επίσκεψη CIA στη Μόσχα, απόδοση ευθυνών στη Ρωσία για τη Λειψία, απειλή Μεντβέντεφ με πολιτική κάλυψη από το Κρεμλίνο) δεν αποδεικνύει τίποτα από μόνη της, αλλά δείχνει πόσο γρήγορα η επίσημη διπλωματική γλώσσα μπορεί να συνυπάρχει με μια ολοένα πιο επιθετική στρατιωτική ρητορική. 

«Στιγμή Pearl Harbor» ή ελεγχόμενη κλιμάκωση;

Δεν συμφωνούν πάντως όλοι ότι η μέχρι τώρα ευρωπαϊκή αντίδραση αποτελεί τη σωστή συνταγή. Ο πρώην Λιθουανός υπουργός Εξωτερικών Γκαμπριέλιους Λαντσμπέργκις έχει προειδοποιήσει για το ενδεχόμενο μιας «στιγμής Pearl Harbor» για την Ευρώπη. Μιας κλιμάκωσης δηλαδή τόσο έντονης που θα καταστεί αδύνατο να αγνοηθεί, τη στιγμή που η Δύση, κατά την άποψή του, επιτρέπει όλο και υψηλότερα επίπεδα ρωσικής επιθετικότητας χωρίς σαφή απάντηση.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της αντιπαράθεσης πίσω από τις κλειστές πόρτες στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο. Η μεθοδική, νομικά τεκμηριωμένη προσέγγιση που ακολούθησε η Γερμανία στη Λειψία, περιμένοντας έναν μήνα ερευνών πριν αποδώσει δημόσια ευθύνες, είναι σχεδιασμένη ακριβώς για να αποφύγει την ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Το ερώτημα είναι αν αυτός ο ρυθμός θα προλάβει τα γεγονότα, ή αν κάποιο από τα επόμενα περιστατικά, όπως ένα ακόμη drone, ή μια ακόμη επίθεση σε υποδομή, ή έστω μια ακόμη παραβίαση εναέριου χώρου, θα είναι αυτό που θα ξεφύγει από τον έλεγχο, όπως συνέβη ήδη μία φορά στην Πολωνία.

Το πραγματικό ρίσκο, επομένως, δεν είναι μόνο η κλιμάκωση. Είναι η αδυναμία να διαχωριστεί έγκαιρα μια οργανωμένη κρατική επιχείρηση από ένα ανεξάρτητο περιστατικό, μια προβοκάτσια ή μια ενέργεια τρίτων και μάλιστα την ώρα που οι δημόσιες απειλές μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ γίνονται όλο και πιο συγκεκριμένες. 

Σε αυτή την γκρίζα ζώνη, ένα λάθος στην απόδοση ευθύνης ή ένας λάθος υπολογισμός μπορεί να είναι αρκετός για να μετατρέψει ένα υβριδικό επεισόδιο σε πραγματική κρίση.
 

Πηγή: skai.gr
3 0 Bookmark

Απόρρητο