Του Αντώνη Ζήβα
Η ανάκτηση του ελέγχου και των δύο σωμάτων του αμερικανικού Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς, στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, αλλάζει σημαντικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον και προμηνύει μια δύσκολη διετία για τον Ντόναλντ Τραμπ.
Για πρώτη φορά στη δεύτερη προεδρική θητεία του, ο Αμερικανός πρόεδρος θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα Κογκρέσο που δεν ελέγχεται από το κόμμα του, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητές του να προωθήσει τη νομοθετική του ατζέντα.
Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν την πλειοψηφία τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, ανατρέποντας τους προηγούμενους συσχετισμούς και καταγράφοντας σημαντικές νίκες ακόμη και σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές πολιτείες.
Μεταξύ άλλων, επικράτησαν σε κρίσιμες αναμετρήσεις στο Τέξας, την Αϊόβα, το Κάνσας, το Οχάιο, το Μέιν, τη Βόρεια και τη Νότια Καρολίνα.
Το αποτέλεσμα θεωρείται ισχυρό πλήγμα για τους Ρεπουμπλικανούς, καθώς οι ψηφοφόροι εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για το αυξημένο κόστος ζωής, τον πόλεμο με το Ιράν και ζητήματα διαφθοράς και κυβερνητικής διαχείρισης.
Η δυσαρέσκεια αυτή αποτυπώθηκε και σε εκλογικές περιφέρειες που είχαν στηρίξει τον Τραμπ με σημαντική διαφορά στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πώς θα αξιοποιήσουν οι Δημοκρατικοί τη νέα κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία, αλλά και μέχρι ποιο σημείο μπορούν να φτάσουν στην προσπάθειά τους να ελέγξουν τις αποφάσεις του Λευκού Οίκου.
Οι δυνατότητές τους είναι σημαντικές, ωστόσο δεν σημαίνουν ότι μπορούν να ακυρώσουν αυτομάτως τις προεδρικές αποφάσεις ή να ανατρέψουν την πολιτική του Τραμπ.
Έρευνες για τον Τραμπ και την κυβέρνησή του
Η σημαντικότερη άμεση αλλαγή αφορά τις ερευνητικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες της Βουλής των Αντιπροσώπων. Με τον έλεγχο των επιτροπών, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να καθορίζουν ποιες υποθέσεις θα εξεταστούν, να καλούν κυβερνητικούς αξιωματούχους για καταθέσεις, να ζητούν έγγραφα και να εκδίδουν κλητεύσεις προς πρόσωπα που καλούνται να δώσουν εξηγήσεις.
Στο κέντρο των πιθανών ερευνών αναμένεται να βρεθούν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ και οι σχέσεις τους με τις προεδρικές εξουσίες, καθώς και ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων.
Δημοκρατικοί βουλευτές έχουν ήδη εκφράσει την πρόθεσή τους να εξετάσουν οικονομικές συναλλαγές και επιχειρηματικές δραστηριότητες που συνδέονται με μέλη της οικογένειας του προέδρου, μεταξύ των οποίων ο γαμπρός του, Τζάρεντ Κούσνερ, και ο γιος του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.
Ένας ακόμη τομέας που ενδέχεται να εξεταστεί είναι το υπουργείο Άμυνας και η διαχείριση των στρατιωτικών δαπανών.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής Τζέισον Κρόου, μέλος των επιτροπών Ενόπλων Δυνάμεων και Πληροφοριών, έχει δηλώσει ότι θέλει να ξεκινήσει από το Πεντάγωνο, επικαλούμενος αναφορές για διοχέτευση αμυντικών κονδυλίων σε εταιρείες που συνδέονται με την οικογένεια Τραμπ.
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να επεκτείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο στο υπουργείο Δικαιοσύνης και στο FBI, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι υπηρεσίες αυτές και τις αποφάσεις που λαμβάνουν σε υποθέσεις με πολιτικές προεκτάσεις.
Στις πιθανές έρευνες περιλαμβάνεται και ο χειρισμός των αρχείων της υπόθεσης Τζέφρι Επστάιν.
Το ζήτημα είχε ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στο Κογκρέσο, ακόμη και από Ρεπουμπλικανούς, εξαιτίας της καθυστέρησης στη δημοσιοποίηση εγγράφων, των εκτεταμένων διαγραφών στοιχείων και της διαχείρισης ευαίσθητων πληροφοριών που αφορούν τα θύματα.
Οι επιτροπές της Βουλής μπορούν να ασκήσουν ουσιαστική πίεση μέσω ακροάσεων, κλητεύσεων και δημοσιοποίησης εγγράφων. Ωστόσο, η άρνηση κυβερνητικών αξιωματούχων να συμμορφωθούν μπορεί να οδηγήσει σε δικαστικές και πολιτικές συγκρούσεις, ενώ η εφαρμογή των κυρώσεων δεν είναι πάντοτε εύκολη, ιδιαίτερα όταν εμπλέκεται η εκτελεστική εξουσία.
Το «όπλο» της Γερουσίας: Μπλόκο σε διορισμούς
Η κατάκτηση της Γερουσίας προσφέρει στους Δημοκρατικούς ένα διαφορετικό, αλλά εξίσου σημαντικό εργαλείο πίεσης προς τον πρόεδρο.
Η Γερουσία έχει συνταγματικό ρόλο στην έγκριση των διορισμών που πραγματοποιεί ο πρόεδρος σε κορυφαίες κυβερνητικές θέσεις, στις πρεσβείες και στην ομοσπονδιακή Δικαιοσύνη, συμπεριλαμβανομένου του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Αυτό σημαίνει ότι η νέα δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορεί να απορρίπτει υποψηφιότητες του Τραμπ, να καθυστερεί την εξέτασή τους ή να απαιτεί διαπραγματεύσεις με τον Λευκό Οίκο πριν δώσει τη συγκατάθεσή της.
Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις δικαστικές τοποθετήσεις. Εάν προκύψει κενή θέση στο Ανώτατο Δικαστήριο ή σε ομοσπονδιακό εφετείο, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να εμποδίσουν την επιλογή του προέδρου, εφόσον δεν εξασφαλίσει την απαραίτητη υποστήριξη στη Γερουσία.
Αντίστοιχα, θα μπορούν να δυσκολέψουν την τοποθέτηση υπουργών και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων, περιορίζοντας τα περιθώρια του Τραμπ να στελεχώσει την κυβέρνησή του με πρόσωπα της επιλογής του.
Διαβάστε: Θρίαμβος του «Μπλε Κύματος» στις ΗΠΑ: Οι Δημοκρατικοί κατέκτησαν το Κογκρέσο
Πόσο μπορούν να μπλοκάρουν τη νομοθετική ατζέντα του Λευκού Οίκου;
Ο έλεγχος και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου δίνει στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό ποια νομοσχέδια θα προωθούνται και ποια θα παραμένουν εκτός κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Η νέα πλειοψηφία μπορεί να εμποδίσει την ψήφιση νομοθετικών πρωτοβουλιών των Ρεπουμπλικανών, να απορρίψει προτάσεις του Λευκού Οίκου και να προωθήσει δικά της σχέδια, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αναζητήσει συμβιβασμούς.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά για τις πρώτες προτεραιότητες των Δημοκρατικών, η κοινοβουλευτική τους ατζέντα αναμένεται να περιλαμβάνει νομοθετικές προτάσεις για την κατάργηση δασμών, τη μείωση του κόστους της υγειονομικής περίθαλψης και τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν.
Ωστόσο, η δυνατότητα να καταθέτουν και να ψηφίζουν νομοσχέδια δεν σημαίνει ότι μπορούν να τα μετατρέπουν αυτομάτως σε νόμους.
Στη Γερουσία, τα περισσότερα νομοσχέδια χρειάζονται 60 ψήφους για να ξεπεράσουν το εμπόδιο του filibuster, δηλαδή τη διαδικασία με την οποία η μειοψηφία μπορεί να παρατείνει τη συζήτηση και να εμποδίσει την τελική ψηφοφορία.
Επομένως, ακόμη και με την πλειοψηφία των 100 εδρών, οι Δημοκρατικοί θα χρειαστούν σε πολλές περιπτώσεις τη συνεργασία Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών.
Υπάρχει, βεβαίως, η ειδική διαδικασία του budget reconciliation, η οποία επιτρέπει την έγκριση συγκεκριμένων δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων με απλή πλειοψηφία, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Πρόκειται όμως για περιορισμένη διαδικασία και όχι για γενικό τρόπο παράκαμψης των κανόνων της Γερουσίας.
Επιπλέον, ο Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα του προεδρικού βέτο. Για να παρακαμφθεί ένα βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία, ένα όριο που οι Δημοκρατικοί δεν αναμένεται να διαθέτουν.
Ο προϋπολογισμός και η απειλή νέου shutdown
Ένα από τα σημαντικότερα πεδία σύγκρουσης θα είναι η χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει καθοριστικό ρόλο στην έγκριση των κρατικών δαπανών και των σχετικών νομοσχεδίων. Με τον έλεγχο του σώματος, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να διαπραγματεύονται από ισχυρότερη θέση για το πού κατευθύνονται τα δημόσια κονδύλια, ποιες κυβερνητικές υπηρεσίες χρηματοδοτούνται και με ποιους όρους.
Η δυνατότητα αυτή μπορεί να μετατραπεί σε σημαντικό διαπραγματευτικό όπλο απέναντι στον Λευκό Οίκο, ιδίως σε ζητήματα που αφορούν την άμυνα, τη μεταναστευτική πολιτική και τις προτεραιότητες της κυβέρνησης.
Ωστόσο, η μετάβαση της εξουσίας στο νέο Κογκρέσο δεν θα γίνει αμέσως. Τα νέα μέλη αναλαμβάνουν καθήκοντα στις 3 Ιανουαρίου 2027. Μέχρι τότε, εξακολουθεί να λειτουργεί το σημερινό Κογκρέσο, στο οποίο οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν την πλειοψηφία.
Αυτό σημαίνει ότι η απερχόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα πρέπει να αντιμετωπίσει μια κρίσιμη εκκρεμότητα: την έγκριση της χρηματοδότησης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης πριν από τις 11 Δεκεμβρίου, όταν λήγει η ισχύουσα προσωρινή χρηματοδότηση.
Εάν δεν υπάρξει συμφωνία, υπάρχει ο κίνδυνος νέου shutdown, δηλαδή αναστολής λειτουργίας μέρους των ομοσπονδιακών υπηρεσιών λόγω έλλειψης εγκεκριμένων κονδυλίων.
Μπορούν να παραπέμψουν ξανά τον Τραμπ;
Ένα από τα ερωτήματα που αναμένεται να απασχολήσουν τη νέα κοινοβουλευτική περίοδο είναι εάν οι Δημοκρατικοί θα επιχειρήσουν να κινήσουν για τρίτη φορά τη διαδικασία παραπομπής του Τραμπ.
Ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας των Δημοκρατικών στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις, δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο, αφήνοντας ανοιχτές τις επιλογές του κόμματος.
Υπάρχουν, ωστόσο, διαφορετικές απόψεις στο εσωτερικό των Δημοκρατικών σχετικά με το εάν μια νέα διαδικασία παραπομπής θα αποτελούσε προτεραιότητα ή θα απορροφούσε πολιτικό κεφάλαιο χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Η διαδικασία της παραπομπής, γνωστή ως impeachment, ξεκινά στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία μπορεί να εγκρίνει τα σχετικά άρθρα με απλή πλειοψηφία. Στη συνέχεια, η υπόθεση περνά στη Γερουσία, όπου διεξάγεται η δίκη και απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων για την καταδίκη και την απομάκρυνση του προέδρου από το αξίωμα.
Επομένως, ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί αποφασίσουν να παραπέμψουν τον Τραμπ, δεν θα μπορούν να τον απομακρύνουν από τον Λευκό Οίκο μόνο με τις δικές τους ψήφους, εφόσον δεν εξασφαλίσουν ευρύτερη διακομματική υποστήριξη.
Υπάρχει, άλλωστε, το προηγούμενο της πρώτης προεδρικής θητείας του.
Το προηγούμενο του 2018: Έρευνες και δύο παραπομπές
Η τελευταία φορά που οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων κατά τη διάρκεια της προεδρίας Τραμπ ήταν το 2018, στις ενδιάμεσες εκλογές της πρώτης θητείας του.
Τότε, το λεγόμενο «μπλε κύμα» έδωσε στο κόμμα τον έλεγχο της Βουλής, με αποτέλεσμα οι κοινοβουλευτικές επιτροπές να ξεκινήσουν δεκάδες έρευνες για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του προέδρου, τους χειρισμούς του στην υπόθεση της ρωσικής ανάμειξης στις αμερικανικές εκλογές και πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων.
Λίγο περισσότερο από έναν χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2019, η Βουλή ενέκρινε την πρώτη παραπομπή του Τραμπ σε δίκη στη Γερουσία.
Οι Δημοκρατικοί τον κατηγόρησαν ότι άσκησε πιέσεις στην Ουκρανία προκειμένου να συγκεντρωθούν επιβαρυντικά στοιχεία για τον τότε πολιτικό του αντίπαλο, Τζο Μπάιντεν, ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2020, και ότι στη συνέχεια επιχείρησε να εμποδίσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της υπόθεσης.
Η Γερουσία, που ελεγχόταν από τους Ρεπουμπλικανούς, τον αθώωσε και για τις δύο κατηγορίες.
Τον Ιανουάριο του 2021, ο Τραμπ παραπέμφθηκε για δεύτερη φορά, με την κατηγορία ότι υποκίνησε την επίθεση υποστηρικτών του στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, όταν επιχειρήθηκε να εμποδιστεί η επικύρωση της εκλογικής νίκης του Μπάιντεν. Και σε αυτή την περίπτωση, η Γερουσία τον αθώωσε.
Το προηγούμενο αυτό δείχνει ότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές πολιτικές και θεσμικές συγκρούσεις με τον πρόεδρο, χωρίς ωστόσο να εγγυάται την απομάκρυνσή του από την εξουσία.
Τι δεν μπορούν να κάνουν οι Δημοκρατικοί
Παρά τη νίκη τους και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, οι Δημοκρατικοί δεν αποκτούν τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Ο Τραμπ παραμένει πρόεδρος, διατηρεί την αρμοδιότητα να εκδίδει εκτελεστικά διατάγματα και έχει σημαντικά περιθώρια δράσης σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, μετανάστευσης και εμπορικής πολιτικής.
Το Κογκρέσο μπορεί να ασκήσει έλεγχο, να περιορίσει τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων πολιτικών, να ψηφίσει νομοθετικές παρεμβάσεις και να απαιτήσει εξηγήσεις από την κυβέρνηση. Δεν μπορεί, όμως, να ακυρώνει με μια απλή ψηφοφορία κάθε εκτελεστική απόφαση του προέδρου.
Επίσης, η νέα πλειοψηφία δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να επιβάλουν συνολικά το δικό τους πρόγραμμα. Οι απαιτήσεις για διακομματική συνεργασία στη Γερουσία, το προεδρικό βέτο και οι εσωτερικές διαφωνίες στο ίδιο το κόμμα αποτελούν σημαντικούς περιορισμούς.
Μια διετία πολιτικής σύγκρουσης στην Ουάσιγκτον
Η νίκη των Δημοκρατικών δημιουργεί, επομένως, ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον για τα δύο τελευταία χρόνια της προεδρίας Τραμπ.
Ο Λευκός Οίκος θα χρειαστεί να διαπραγματεύεται με μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει νομοσχέδια, να ερευνά κυβερνητικές αποφάσεις, να καθυστερεί διορισμούς και να μετατρέπει κρίσιμα ζητήματα της προεδρικής πολιτικής σε αντικείμενο δημόσιων ακροάσεων και κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης.
Για τους Δημοκρατικούς, η πρόκληση θα είναι να αξιοποιήσουν αυτές τις αρμοδιότητες χωρίς να περιοριστούν αποκλειστικά σε μια στρατηγική αντιπαράθεσης με τον πρόεδρο, παρουσιάζοντας παράλληλα συγκεκριμένες προτάσεις για την οικονομία, την υγεία και το κόστος ζωής.
Για τον Τραμπ, η απώλεια του Κογκρέσου σημαίνει ότι η προώθηση της πολιτικής του θα γίνει σαφώς δυσκολότερη. Δεν σημαίνει, όμως, ότι χάνει τις προεδρικές του εξουσίες.
Πηγή: skai.grΔιαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.