Πού (πρέπει να) σταματάει η πολιτική μόχλευση;

Η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών βρίσκεται πλέον στην ουσιαστική αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή στο στάδιο όπου το δικαστήριο εξετάζει στοιχεία και καταθέσεις μαρτύρων και συγγενών των θυμάτων.

Τέμπη

Η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών βρίσκεται πλέον στην ουσιαστική αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή στο στάδιο όπου το δικαστήριο εξετάζει στοιχεία και καταθέσεις μαρτύρων και συγγενών των θυμάτων. Πρόκειται για ιδιαίτερα σημαντικό σημείο, καθώς πλέον το ουσιαστικό ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί από τις δικονομικές αντιπαραθέσεις στη διερεύνηση του πραγματικού περιστατικού και των συνεπειών του. Έπειτα από ένα συγκρουσιακό, εκρηκτικό και χαοτικό ξεκίνημα, η δίκη παραμένει φορτισμένη, αλλά σε πιο οργανωμένη και θεσμική βάση.

Βέβαια, η πορεία προς τη δικαστική διερεύνηση του δυστυχήματος διήλθε μέσα από κομματικές σκοπιμότητες, καθοδηγούμενες μεθοδεύσεις διέγερσης του συλλογικού θυμικού, διαρκείς προκλήσεις πολιτικής αναταραχής και κοινωνικής αναστάτωσης, καθώς και αντιπολιτευτικές τακτικές από ένα ετερόκλητο κομματικό μέτωπο, αμαυρώνοντας ακηδεμόνευτες και αυθόρμητες εκφράσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας και θέτοντας σε δεύτερη θέση την -κατά τεκμήριο- υπέρτερη ανάγκη για την εσπευσμένη απόδοση ευθυνών, την όσο το δυνατόν  ταχύτερη ανάδειξη και θεραπεία υπαρκτών παθογενειών των εγχώριων σιδηροδρομικών μεταφορών.

Στο πεδίο της δημόσιας πολιτικής ζωής ενδημεί η θεμιτή επιδίωξη του κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία να τη διατηρεί, αλλά και των κομμάτων του Συνταγματικού τόξου να διεκδικούν από τη θέση της κοινοβουλευτικής (ή μη) αντιπολίτευσης την ανάληψή της με δημοκρατικές διαδικασίες. Στο πλαίσιο αυτό, άπαντες στρέφονται στην αξιοποίηση διάφορων μέσων και εργαλείων για τον επηρεασμό της κοινής γνώμης, με απώτερο σκοπό την πολιτική επιβίωση και ισχυροποίησή τους.

Ανάμεσα σε αυτά τα εργαλεία, η τακτική της μόχλευσης (leverage) κατέχει κεντρική θέση, για τον λόγο ότι περιλαμβάνει τη χρήση επιρροής που αξιοποιεί περιστασιακά γεγονότα και συνθήκες που είναι πιθανό να καταστήσουν μια τέτοια επιδίωξη περισσότερο αποτελεσματική.

Η έννοια της επιρροής εδώ δεν εντοπίζεται στη λειτουργία παραδοσιακών διαδικασιών λήψης αποφάσεων, δηλαδή σε δημοκρατικά συστήματα (π.χ. εκλογές) μεταφοράς του ελέγχου των εξελίξεων από πάνω (πολιτικό σύστημα) προς τα κάτω (στην ανόθευτη βούληση της πλειοψηφίας), αλλά στην προτεραιοποίηση συσχετισμών ή στην ιδιοποίηση της ωφέλειας συγκυριακών momentums από διάφορα κέντρα εξουσίας, τα οποία ευελπιστούν να καρπωθούν αυτές τις εξελίξεις όσο το δυνατόν προς όφελός τους. Έτσι, εκείνο το κέντρο εξουσίας που κατορθώνει όχι μόνο να διαθέτει την ισχυρότερη επιρροή σε μια δεδομένη στιγμή στο κοινωνικό σώμα, αλλά και να τη διατηρεί για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, δύναται να αποκτά και συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι ανταγωνιστικών κέντρων/πόλων εξουσίας.

Ένα τέτοιο διαρκές παιχνίδι δύναμης και ανταγωνισμού, ακριβώς επειδή τις περισσότερες φορές δεν προκύπτει από τους σχεδιασμούς των κομμάτων, αλλά πυροδοτείται από αστάθμητους εξωγενείς παράγοντες και χαρακτηρίζεται, συνεπώς, από στοιχεία αιφνιδιασμού και εξαιρετική ρευστότητα, δεν έχει έναν απόλυτο νικητή, παρά μόνο εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές, αναλόγως ποιος διακρίνει, αξιολογεί και αξιοποιεί κάθε φορά καλύτερα τις ευκαιρίες που του εμφανίζονται ή ποιος «κρύβει άσους στο μανίκι». 

Κάποιες φορές, ωστόσο, το παιχνίδι αυτό καταλήγει να είναι απάνθρωπο και κυνικό, κάτι που θεωρώ ότι φάνηκε χαρακτηριστικά στην περίπτωση του πολύνεκρου δυστυχήματος των Τεμπών. Η χώρα έχει βιώσει ανάλογες τραγωδίες που συντάραξαν το Πανελλήνιο και στο παρελθόν, στις οποίες υπήρχαν ομοίως ενδείξεις είτε κακών στιγμιαίων ανθρώπινων χειρισμών την κρίσιμη ώρα και σε νευραλγικές θέσεις είτε σοβαρών παραβάσεων διαδικασιών και κανόνων ασφαλείας, που θα μπορούσαν να αποδοθούν (και) στην άσκηση πλημμελούς ελέγχου από αρμόδιες κρατικές αρχές και υπηρεσίες. 

Για παράδειγμα, στο ναυάγιο του επιβατηγού πλοίου «Εξπρές Σάμινα» τον Σεπτέμβριο 2000 με τους 81 νεκρούς διαπιστώθηκε η χρήση -λανθασμένα- αυτόματου πιλότου εν μέσω δυσμενών καιρικών συνθηκών, η παραμονή -πάλι λανθασμένα- των υδατοστεγών πορτών ανοικτών κατά τη διάρκεια του ναυαγίου, η παράλειψη της άμεσης διαβίβασης του στίγματος του ναυαγίου στις λιμενικές αρχές, καθώς και η ακαταλληλότητα των σωστικών μέσων εν πλω.

Στο φρικτό αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην κοιλάδα των Τεμπών τον Απρίλιο 2003 με τους 21 νεκρούς μαθητές, ο οδηγός της νταλίκας βρισκόταν στο τιμόνι επί έξι ώρες χωρίς διάλειμμα για απαραίτητη ξεκούραση, τα ελαστικά του οχήματος δεν ήταν σε καλή κατάσταση, το φορτίο δεν ήταν σωστά δεμένο, με αποτέλεσμα να μετατοπιστεί και, κατά πάσα πιθανότητα, να συμβάλει στην πρόκληση του δυστυχήματος, ενώ και το πούλμαν που μετέφερε τους άτυχους μαθητές ήταν ακατάλληλο λόγω παλαιότητας και θα έπρεπε ίσως πολύ νωρίτερα να είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία.

Όμως, ποτέ πριν άλλοτε τέτοιες τραγωδίες, όσο ασύλληπτες και ανείπωτες κι αν ήταν, δεν εισήλθαν στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης με την ορμή ιδιοτελών και ευτελών κινήτρων και, δη, με την αστήρικτη (εφόσον δεν είχε -και δεν έχει ακόμα- αποφανθεί οριστικά η Δικαιοσύνη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών) απόδοση βαριών χαρακτηρισμών τύπου «δολοφόνοι» σε πολιτικούς αντιπάλους, αλλά και την εργώδη καλλιέργεια εχθρότητας και διχασμού στην κοινωνία, με ανυπολόγιστες συνέπειες που είναι βέβαιο ότι θα μας ακολουθούν μακροπρόθεσμα. 

Η σταδιακή υποχώρηση του μετριοπαθούς και ισορροπημένου δημόσιου λόγου από την πολιτική και η υποκατάστασή του από λεκτικές ακρότητες, χυδαιολογίες και φραστικούς λεονταρισμούς εντός και εκτός Κοινοβουλίου, που πρωτοστάτησαν στα άγρια χρόνια των μνημονίων και εντεύθεν φαίνεται να ρίζωσαν για τα καλά, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση νέων ηθών μικρού βάθους, μειωμένης ή ανύπαρκτης δεοντολογίας, χαμηλών απαιτήσεων και, κατ’ επέκταση, στην εξοικείωση μέρους της -διψασμένης για εκτόνωση- κοινωνίας με τη ρητορική του μισαλλόδοξου μίσους. 

Πράγματι, η μικροκομματική εκμετάλλευση του δυστυχήματος των Τεμπών προκάλεσε βαθιά κοινωνική διάβρωση, απονομιμοποίηση θεσμών, ενίσχυση του κυνισμού απέναντι στην πολιτική, ακραία πόλωση και υποχώρηση της συλλογικής εμπιστοσύνης προς το ευρύτερο πολιτικό και θεσμικό οικοδόμημα. Και ενώ η εις βάθος διερεύνηση, λογοδοσία και απόδοση ευθυνών σε τόσο σημαντικά ζητήματα δεν αποτελεί ποτέ και σε καμία περίπτωση κομματική εκμετάλλευση, αλλά αδήριτη θεσμική υποχρέωση και αδιαπραγμάτευτη κοινωνική απαίτηση, το βασικό πρόβλημα αρχίζει όταν το αίτημα για δικαιοσύνη υποχωρεί σε σκοπιμότητες πολιτικής αξιοποίησης του ανθρώπινου πόνου, δημιουργώντας στη θέση του έναν φαύλο κύκλο γενικευμένης δυσπιστίας και αποπροσανατολισμένης κοινωνικής οργής.

Η πολιτική μόχλευση, η εκμετάλλευση καταστάσεων για την ενίσχυση πολιτικών θέσεων, την αναζωπύρωση ιδεολογικών αφηγημάτων ή την αύξηση εκλογικής επιρροής των κομμάτων στο κοινωνικό σώμα είναι μια συνήθης τακτική, όχι κατ’ ανάγκη απορριπτέα. Στην περίπτωση, όμως, του δυστυχήματος των Τεμπών κατέστη άκρως προβληματική, καταδεικνύοντας ρηχές πολιτικές επιδιώξεις, ανειλικρινείς προθέσεις, έλλειψη γνήσιου ενδιαφέροντος για τη διακρίβωση και θεραπεία των πραγματικών αιτιών του δυστυχήματος και καθαρό οπορτουνισμό. Σε σημείο να μπορούμε να σκεφτούμε ότι η φράση «δεν έχω οξυγόνο», που εύστοχα αποτέλεσε ηχηρό κεντρικό σύνθημα πάνδημων κινητοποιήσεων ανά την Ελλάδα και το εξωτερικό, δεν απέδωσε μόνο με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο τις τελευταίες δύσκολες στιγμές των θυμάτων της τραγωδίας, αλλά αποκάλυψε μεγαλειωδώς και την κατάσταση ασφυξίας του μεγαλύτερου μέρους του ίδιου του πολιτικού μας συστήματος.

* O Αριστοτέλης Σταμούλας είναι Διευθυντής Ευρωπαϊκού Κέντρου Καταναλωτή Ελλάδας

9 0 Bookmark

Απόρρητο