Τα παιδιά μητέρων που είχαν κατάθλιψη πριν ή κατά την εγκυμοσύνη εμφάνισαν συχνότερα ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες αργότερα στην παιδική ηλικία, είτε οι μητέρες είχαν λάβει αντικαταθλιπτικά είτε όχι, σύμφωνα με μεγάλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο PLOS Medicine.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν, ωστόσο, ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν πως τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν νευροαναπτυξιακά προβλήματα. Οι γυναίκες που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή μπορεί, μεταξύ άλλων, να έχουν σοβαρότερη ή πιο επίμονη κατάθλιψη, παράγοντας που δεν ήταν δυνατό να μετρηθεί πλήρως στη συγκεκριμένη ανάλυση.
Η μελέτη, με επικεφαλής ερευνητές του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης, εξέτασε στοιχεία για 167.447 παιδιά που γεννήθηκαν στην Ουαλία από το 2009 έως το 2016 και παρακολουθήθηκαν έως το 2022. Συνδέθηκαν ιατρικά αρχεία των μητέρων με δεδομένα από το εκπαιδευτικό σύστημα, ώστε να εξεταστούν πιθανές συσχετίσεις ανάμεσα στην κατάθλιψη, τη χρήση αντικαταθλιπτικών και την μετέπειτα ανάπτυξη των παιδιών.
20, 24 και 27 παιδιά στα 100
Η πιο κατανοητή εικόνα των αποτελεσμάτων προκύπτει από τις απόλυτες διαφορές.
Μεταξύ των παιδιών που δεν είχαν έκθεση ούτε σε καταγεγραμμένη μητρική κατάθλιψη ούτε σε αντικαταθλιπτικά, περίπου 20 στα 100 εμφάνιζαν ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
Στα παιδιά μητέρων με κατάθλιψη που δεν είχαν λάβει αντικαταθλιπτικά, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν περίπου 24 στα 100.
Όταν υπήρχε τόσο καταγεγραμμένη κατάθλιψη όσο και χρήση αντικαταθλιπτικών, το ποσοστό ανέβαινε περίπου στα 27 στα 100 παιδιά.
Οι εκπαιδευτικές ανάγκες που εξετάστηκαν περιλάμβαναν μεταξύ άλλων διαγνώσεις διαταραχής αυτιστικού φάσματος και ΔΕΠΥ, καθώς και μαθησιακές, συμπεριφορικές, συναισθηματικές ή κοινωνικές δυσκολίες. Το βασικό αποτέλεσμα της μελέτης, πάντως, ήταν ο ευρύτερος δείκτης των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών και όχι αποκλειστικά κλινικές διαγνώσεις νευροαναπτυξιακών διαταραχών.
Γιατί δεν μπορούμε να «κατηγορήσουμε» τα αντικαταθλιπτικά
Η ελαφρώς υψηλότερη συχνότητα στην ομάδα που λάμβανε φαρμακευτική αγωγή δεν αρκεί για να αποδείξει αιτιώδη σχέση.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι γυναίκες στις οποίες συνταγογραφούνται αντικαταθλιπτικά μπορεί να έχουν σοβαρότερη κατάθλιψη, ενώ υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που είναι δύσκολο να απομονωθούν πλήρως: γενετική προδιάθεση, κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, κάπνισμα, άλλες παθήσεις ή ψυχοκοινωνικό περιβάλλον.
Υπάρχει επίσης γνωστή γενετική επικάλυψη ανάμεσα στην κατάθλιψη και σε ορισμένες νευροαναπτυξιακές καταστάσεις, όπως ο αυτισμός και η ΔΕΠΥ, γεγονός που μπορεί να εξηγεί μέρος της συσχέτισης.
Το εύρημα βρίσκεται έτσι στο ίδιο ευρύτερο πεδίο με προηγούμενες έρευνες που έχουν εξετάσει τη σχέση ανάμεσα στην ψυχική κατάσταση της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη και την ανάπτυξη του παιδιού.
Ερευνητές: «Μην σταματάτε μόνοι σας τη θεραπεία»
Οι συγγραφείς είναι σαφείς ότι η μελέτη δεν αποτελεί λόγο ώστε μια έγκυος να διακόψει αυτόματα τα αντικαταθλιπτικά.
Η κατάθλιψη χωρίς θεραπεία ενέχει και η ίδια κινδύνους τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί και συνδέεται, μεταξύ άλλων, με αυξημένο κίνδυνο επιλόχειας κατάθλιψης. Οι ερευνητές τονίζουν ότι κάθε απόφαση για τη θεραπεία πρέπει να λαμβάνεται μαζί με τον γιατρό ή τη μαία, με βάση την κατάσταση της κάθε γυναίκας.
Η νέα εργασία προσθέτει στοιχεία σε μια επιστημονική συζήτηση που παραμένει ανοιχτή. Προηγούμενες έρευνες έχουν επίσης δείξει ότι οι φαινομενικές συνδέσεις μεταξύ χρήσης αντικαταθλιπτικών και αυτισμού ή ΔΕΠΥ μπορεί σε μεγάλο βαθμό να εξηγούνται από οικογενειακούς και άλλους συγχυτικούς παράγοντες, παρά από άμεση επίδραση των ίδιων των φαρμάκων.
Το συμπέρασμα της νέας μελέτης είναι επομένως περισσότερο προσεκτικό παρά δραματικό: η μητρική κατάθλιψη συνδέεται με αυξημένες ανάγκες υποστήριξης στα παιδιά, ενώ η πιθανή πρόσθετη επίδραση των αντικαταθλιπτικών είναι μικρή και δεν μπορεί ακόμη να διαχωριστεί με βεβαιότητα από τη σοβαρότητα της ίδιας της νόσου.
Πηγή: skai.grΔιαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.