ΚΑΙΡΟΣ

Σαν σήμερα: 13 χρόνια από την τραγωδία της Marfin

Δεκατρία χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη μαύρη επέτειο στην οδό Σταδίου, όπου είχαν χάσει τη ζωή τους τρεις άνθρωποι

Του Νίκου Τσέφλιου

Με φόντο το ακριτικό Καστελόριζο ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε στις 23 Απριλίου 2010 την προσφυγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης, βάζοντας τη χώρα μας στη δίνη των μνημονίων.

Είχε προηγηθεί η επίσκεψη του επιτρόπου οικονομικών και νομισματικών υποθέσεων  Όλι Ρεν και το «καλό κουράγιο» στο τέλος της ομιλίας του, που προετοίμαζε για το «τούνελ» στο οποίο θα έμπαινε η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια. Στις 2 Μαΐου ανακοινώθηκαν τα πρώτα σκληρά μέτρα λιτότητας. 

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα τα συνδικάτα δίνουν, τρεις ημέρες αργότερα, ραντεβού στο κέντρο της Αθήνας στο πλαίσιο της γενικής απεργίας της ΓΣΕΕ.
Οι διοργανωτές μιλούν για 150.000 διαδηλωτές στη μεγαλύτερη, μετά από πολλά χρόνια, συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Η ειρηνική διαδήλωση ανεβαίνει την Σταδίου, αλλά διακόπτεται στην πλατεία Κλαυθμώνος, όταν κάποιοι ξεφεύγουν από το πλήθος και ρίχνουν βόμβες μολότοφ στο βιβλιοπωλείο «Ιανός» και στο υποκατάστημα της «Marfin Bank»,  στον αριθμό 23, που τυλίγεται στις φλόγες. Το κτίριο είναι κλειδωμένο, καθώς στα γραφεία εργάζονται 24 υπάλληλοι. 

Ο καπνός τους πνίγει, κάποιοι ανεβαίνουν στους πάνω ορόφους, αλλά δεν μπορούν να φτάσουν στην ταράτσα, επειδή είναι και αυτή η πόρτα κλειδωμένη. Ακολουθεί πανικός.
Μερικοί στριμώχνονται στα μικρά μπαλκόνια που «βλέπουν» στην Σταδίου, περιμένοντας με αγωνία τη σωτηρία από το κλιμακοφόρο όχημα του Πυροσβεστικού Σώματος. Όμως, αντί για σειρήνες πυροσβεστικών, ακούν κραυγές μίσους! «Να καείτε!», φωνάζουν κάποιοι μέσα από το πλήθος της πορείας!

Οι φλόγες τους «γλείφουν» αλλά θα σωθούν από τους πυροσβέστες, που λίγες ώρες αργότερα ολοκληρώνουν την επιχείρηση διάσωσης και την κατάσβεση της πυρκαγιάς. Για τρεις συναδέλφους τους είναι αργά.
 Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 χρόνων, έγκυος στον τέταρτο μήνα, ο Επαμεινώνδας Τσακάλης, 36 χρόνων και η Παρασκευή Ζούλια 35 χρόνων ανασύρονται νεκροί από ασφυξία. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή Φίλιππο Κουτσάφτη, «ο καπνός και τα τοξικά αέρια από την καύση των πλαστικών και χαρτικών τους σκότωσαν σχεδόν αμέσως»... 
Στο σημείο της τραγωδίας φτάνει ο πρόεδρος της «Marfin» Ανδρέας Βγενόπουλος, ο οποίος γίνεται στόχος αποδοκιμασιών και μπουκαλιών που εκσφενδονίζονται από το πλήθος. 

Ο πρωθυπουργός κάνει λόγο για «ωμή δολοφονική ενέργεια», ενώ η Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος επιρρίπτει την ευθύνη «στην ασκούμενη πολιτική, στην επιχειρησιακή στάση της Αστυνομίας αλλά και στις διοικήσεις των τραπεζών, που εμποδίζουν τη συμμετοχή των εργαζομένων στις κινητοποιήσεις, ενώ με την ανευθυνότητά τους δεν λαμβάνουν εγκαίρως όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας». 
Η ομοσπονδία καταλογίζει στην διοίκηση της τράπεζας ευθύνες για ελλιπή πυροπροστασία και για την παρουσία προσωπικού στο υποκατάστημα, ενώ γνώριζε ότι οι τράπεζες αποτελούν συχνά στόχο επίθεσης. Η διοίκηση της τράπεζας απαντά στην ΟΤΟΕ ότι «αφιέρωσε τρεις μόνον γραμμές εναντίον των απάνθρωπων δολοφόνων και όλο το υπόλοιπο κείμενο εναντίον της κακιάς εργοδοσίας για δήθεν έλλειψη μέτρων ασφαλείας». 

Τις επόμενες ημέρες το κτίριο της «Marfin» κατακλύζεται από κεριά, σημειώματα και λουλούδια που αφήνουν οι συγγενείς των θυμάτων, αλλά και απλοί  πολίτες, σε μια σιωπηρή διαμαρτυρία. Ταυτόχρονα εντείνεται η καταστολή στα Εξάρχεια, ενώ ο αντιεξουσιαστικός χώρος διαχωρίζει τη θέση του, δημοσιεύοντας στο διαδίκτυο προκήρυξη «ενάντια στην εξουσία της βίας».
Χρειάζεται να περάσει ένας χρόνος για να κινητοποιηθεί η Δικαιοσύνη. 

Μία εβδομάδα πριν από την πρώτη επέτειο της τραγωδίας, στα τέλη Απριλίου 2011, φτάνει στα χέρια της Αστυνομίας μια ανώνυμη επιστολή που κατονομάζει τρεις ανθρώπους ως δράστες του εμπρησμού. 
Σε βάρος τους σχηματίζεται δικογραφία από την Κρατική Ασφάλεια, η οποία περιλαμβάνει άλλο ένα όνομα. Ο ανακριτής την παίρνει στα χέρια του και ένα χρόνο αργότερα καλεί σε απολογία δύο απ’ αυτούς, τον 34χρονο Θόδωρο Σίψα για τον εμπρησμό στην “Marfin” και τον Παύλο Αντρέεφ για την επίθεση στον «Ιανό». Kαι οι δύο αφήνονται ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους μέχρι να γίνει η δίκη τους. 
«Δηλώνω αθώος», θα πει ο Θόδωρος Σίψας στην απολογία του ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, τον Οκτώβριο του 2016. «Έχω καταδικάσει την επίθεση στην τράπεζα. Ως άνθρωπος που αγωνίζεται για την αντιεξουσία και την ελευθερία, δεν θα μου επέτρεπα να κάνω αυτό για αυτό που κατηγορούμαι». Ο Αντρέεφ, από την πλευρά του, αρνείται οποιαδήποτε σχέση με την πορεία της 5ης Μαΐου 2010. «Από την πρώτη στιγμή αρνήθηκα την κατηγορία, διότι δούλευα στον Διόνυσο εκείνη την ημέρα. Επειδή ήταν η γιορτή της μητέρας μου θυμάμαι κατά 90% τι έκανα». Και οι δύο αθωώθηκαν ομόφωνα, καθώς κανείς από τους μάρτυρες δεν τους αναγνώρισε ως δράστες του εμπρησμού. «Η Αστυνομία ρίχνει το μπαλάκι στις δικαστικές αρχές, στις οποίες κλείνει το μάτι και ζητεί καταδίκες χωρίς στοιχεία, στο όνομα της δημόσιας τάξης και του εσωτερικού εχθρού», θα πει αργότερα η δικηγόρος Βούλα Γιαννακοπούλου, συνήγορος υπεράσπισης του Θόδωρου Σίψα. 

Πάντως, για τον τραγικό θάνατο των τριών υπαλλήλων υπήρξαν καταδικαστικές αποφάσεις. Αφορούσαν στον διευθύνοντα σύμβουλο της “«Marfin» και τον υπεύθυνο ασφαλείας του κτιρίου, για ανθρωποκτονίες εξ αμελείας, σωματικές βλάβες και παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού. Όπως ειπώθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, τη μοιραία ημέρα δεν δόθηκε από τη διοίκηση η εντολή να φύγουν οι εργαζόμενοι, παρά τους φόβους για σοβαρά επεισόδια. Επιπλέον, το υποκατάστημα δεν ήταν σωστά θωρακισμένο, παρότι είχε δεχθεί στο πρόσφατο παρελθόν επιθέσεις, ενώ η έλλειψη εξόδων κινδύνου και σχεδίου διαφυγής συνέβαλαν στην απώλεια των τριών ζωών.

Οι μάρτυρες επιβεβαίωσαν, ουσιαστικά, το πόρισμα της επιθεώρησης του υπουργείου Εργασίας, που συντάχθηκε τον Σεπτέμβριο του 2010, για τις παραλείψεις που οδήγησαν στην τραγωδία. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο αρμόδιος επιθεωρητής Θεοδόσης Πανταζόπουλος: «Όλοι οι εργαζόμενοι που ρωτήθηκαν, είπαν ότι δεν είχε γίνει καμιά εκπαίδευση, ενημέρωση ή επιμόρφωση και ούτε είχε ποτέ πραγματοποιηθεί άσκηση εκκένωσης του κτιρίου. Μόνο μια εργαζομένη ανέφερε ότι είχε γίνει κάποια στιγμή επίδειξη της χρήσης των πυροσβεστήρων και μια άλλη ότι είχαν διανεμηθεί στο προσωπικό ενημερωτικά φυλλάδια για θέματα πυροπροστασίας, χωρίς, όμως, να θυμάται πότε». Επιπλέον, το πόρισμα αποκάλυπτε ότι το υποκατάστημα δεν είχε πιστοποιητικό πυρασφαλείας, το οποίο εκδίδεται από το Πυροσβεστικό Σώμα, μετά από μελέτη και έλεγχο εφαρμογής των απαιτούμενων μέτρων.

Τα δύο στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 22 ετών -εκτιτέα τα 10 έτη- αλλά δεν πήγαν στη φυλακή, καθώς το δικαστήριο έδωσε ανασταλτικό χαρακτήρα στην έφεσή τους και χρηματική εγγύηση 30.000 ευρώ.

 Η ποινή τους μειώθηκε στον δεύτερο βαθμό στα 8,5 έτη, επίσης με αναστολή. Η διευθύντρια και η υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος αθωώθηκαν.

Τα αστικά δικαστήρια επέβαλαν στην τράπεζα την καταβολή αποζημίωσης ύψους 1.100.000 ευρώ στους συγγενείς ενός θύματος και 720.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση των 19 υπαλλήλων που εγκλωβίστηκαν. 

Στις 9 Μαΐου 2020 έγιναν τα αποκαλυπτήρια τιμητικής πλακέτας με τα ονόματα των τριών «θυμάτων του τυφλού μίσους που γεννά ο διχασμός», παρουσία της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου.

Πηγή: skai.gr