ΚΑΙΡΟΣ

Αμετάβλητα τα επιτόκια της ΕΚΤ - Ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αύξησης τον Σεπτέμβριο

Η Φρανκφούρτη προειδοποιεί ότι το πλήρες αποτύπωμα του ενεργειακού σοκ δεν έχει ακόμη φανεί, αφήνοντας ανοιχτές όλες τις επιλογές για τις επόμενες κινήσεις της

Αμετάβλητα διατήρησε την Πέμπτη τα επιτόκιά της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπως αναμενόταν, αφήνοντας ωστόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αύξησης τον Σεπτέμβριο, καθώς η εκ νέου άνοδος των τιμών της ενέργειας απειλεί να διατηρήσει τον πληθωρισμό αισθητά πάνω από τον στόχο του 2%.

Το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων παραμένει στο 2,25%, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,40% και το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,65%.

Η ΕΚΤ είχε αυξήσει τα επιτόκια τον Ιούνιο, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά και νέες κινήσεις. Έκτοτε, όμως, μια σειρά ευνοϊκών στοιχείων για τις τιμές, τους μισθούς, την οικονομική δραστηριότητα και τις πληθωριστικές προσδοκίες περιόρισε την ανάγκη για άμεση νέα παρέμβαση.

Οι πιέσεις, ωστόσο, εντείνονται εκ νέου, καθώς η συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή μετά την αναζωπύρωση των συγκρούσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έχει οδηγήσει την τιμή του πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι. Επενδυτές και οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η ΕΚΤ ενδέχεται να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων κατά την επόμενη συνεδρίασή της, προκειμένου να αποτρέψει τη διάχυση του ενεργειακού σοκ σε ένα ευρύτερο κύμα ανατιμήσεων.

Την ίδια ώρα, οι τιμές του φυσικού αερίου, οι οποίες είχαν παραμείνει σχετικά χαμηλότερες τους προηγούμενους μήνες, έχουν ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριών και πλέον ετών, ενισχύοντας περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις.

«Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή και οι πλήρεις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ στον πληθωρισμό δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί», ανέφερε η ΕΚΤ σε ανακοίνωσή της. Όπως πρόσθεσε, το Διοικητικό Συμβούλιο παρακολουθεί στενά την ένταση και τη διάρκεια του σοκ, καθώς και τις έμμεσες και δευτερογενείς επιδράσεις του.

Σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα, οι προοπτικές για τις τιμές της ενέργειας, παρά την έντονη μεταβλητότητα, κινούνται προς το παρόν κοντά στο βασικό σενάριο των προβολών του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου, παραμένουν όμως πολύ υψηλότερα από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

Οι αγορές προεξοφλούν περίπου τρεις ακόμη αυξήσεις επιτοκίων μέσα στους επόμενους 12 μήνες, με την πρώτη να προεξοφλείται έως τον Οκτώβριο και τη δεύτερη έως τον Φεβρουάριο.

Οι προσδοκίες αυτές φαίνεται να αντανακλούν κυρίως την εξέλιξη των ενεργειακών τιμών και λιγότερο τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Reuters εκτιμούν ότι η Ευρωζώνη θα χρειαστεί σαφώς μικρότερη σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό, ο οποίος ενδέχεται να κινηθεί κοντά στο 3% τους επόμενους μήνες.

Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενα μηνύματα: αφενός να καταστήσει σαφές ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εξακολουθούν να ανησυχούν για τις πιέσεις στις τιμές και ότι νέες αυξήσεις παραμένουν στο τραπέζι, αφετέρου να αποφύγει την περαιτέρω ενίσχυση των προσδοκιών των αγορών, οι οποίες έχουν ήδη προεξοφλήσει σημαντική σύσφιγξη, όπως σημειώνει το Reuters.

Δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη δευτερογενείς επιπτώσεις

Ο βασικός λόγος για τον οποίο η ΕΚΤ μπορεί να επιδείξει υπομονή είναι ότι οι πολυαναμενόμενες δευτερογενείς επιπτώσεις από την άνοδο των ενεργειακών τιμών δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος τείνει να αυξάνει τις τιμές σε ολόκληρη την οικονομία και, σε δεύτερο χρόνο, να οδηγεί τους εργαζομένους σε διεκδικήσεις υψηλότερων μισθών, δημιουργώντας τον κίνδυνο ενός πληθωριστικού σπιράλ μισθών και τιμών.

Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η αύξηση των μισθών συνεχίζει να επιβραδύνεται, ενώ η αγορά εργασίας εμφανίζεται σχετικά αδύναμη, ιδιαίτερα στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν στις έρευνες της ΕΚΤ αναμένουν ακόμη ηπιότερες μισθολογικές πιέσεις.

Οι καταναλωτές έχουν επίσης περιορίσει τις προσδοκίες τους για τις μελλοντικές αυξήσεις των τιμών, ενώ τα αναλυτικά στοιχεία παρέχουν ελάχιστες ενδείξεις δευτερογενών επιπτώσεων. Ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες, μάλιστα, επιβραδύνθηκε τον περασμένο μήνα.

Επιπλέον, οι συνεχιζόμενες εμπορικές εντάσεις, το υψηλό ενεργειακό κόστος και η επέκταση της Κίνας σε βασικές εξαγωγικές αγορές της Ευρώπης εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να πιέζουν τη βιομηχανία της ευρωζώνης τα επόμενα χρόνια, περιορίζοντας τη ζήτηση για εργατικό δυναμικό.

Παρά τα δεδομένα αυτά, στελέχη της ΕΚΤ επισημαίνουν ότι οι δευτερογενείς επιπτώσεις μπορεί να είναι μικρότερες και να εκδηλώνονται με καθυστέρηση, αλλά δεν έχουν εξαλειφθεί. Ως εκ τούτου, η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να είναι έτοιμη να παρέμβει.

Πρόσθετο κίνδυνο αποτελεί και το κύμα ακραίας ζέστης που πλήττει μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Οι υψηλές θερμοκρασίες ενδέχεται να έχουν προκαλέσει ζημιές στις καλλιέργειες και να οδηγήσουν σε ανατιμήσεις των τροφίμων, ενώ η χαμηλή στάθμη των υδάτων σε βασικούς ποταμούς μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα και καθυστερήσεις στις μεταφορές.

Πηγή: skai.gr